το όνειρο της πεταλούδας -3

κεφάλαιο τρίτο, πέντε για το δρόμο

1- Φώτης

ολεύτηκε στο μπροστινό κάθισμα, δίπλα στον οδηγό. Ήταν περασμένες έντεκα.
«Φώτης», συστήθηκε.
«Δημήτρης», είπε ο άλλος. Με τις πλούσιες μαύρες μπούκλες των μακριών του μαλλιών θα πρέπει να έκανε πολύ ζωηρή αντίθεση δίπλα στο δικό του γυμνό κρανίο. Παρά τη ζέστη, φορούσε μαύρη μπλούζα (χωρίς στάμπα). Απ’ το λαιμό του κρεμόταν μια αλυσιδίτσα με το σύμβολο της ειρήνης.
Περίμεναν λίγο μέχρι να βολευτούν κι οι υπόλοιποι –οι κοπέλες στο μεσαίο κι ο Οδυσσέας με τον Άρη στο πίσω κάθισμα. Ύστερα ο Δημήτρης έβαλε μπροστά και ξεκίνησε κατεβάζοντας τις ρόδες από το πεζοδρόμιο. Η άσφαλτος τους υποδέχτηκε μ’ έναν ελαφρύ παφλασμό.

Μετά απ’ ό,τι είχε προηγηθεί, ο Φώτης περίμενε εντάσεις και ξεσπάσματα -ωστόσο επικράτησε σιωπή. Το φορτηγάκι διέσχιζε τους άδειους δρόμους μ’ ένα μονότονο βόμβο, σαν χοντρό μεταλλικό έντομο. Ήταν ένα Mitsubishi εννέα θέσεων, όπως αυτά που χρησιμοποιούν τα κινηματογραφικά συνεργεία. Μόνο που σ’ αυτήν εδώ την ταινία πρωταγωνιστούσε το ίδιο μαζί με τους επιβάτες του, κάτω από την αδιάκοπη λήψη μιας αόρατης κάμερας.
Πού θα τους έβγαζε όλο αυτό; Ποιος ήταν ο κύριος Κέην –ναι, σαν τον ηθοποιό, αλλά όχι Μάικλ, κάπως αλλιώς ήταν το μικρό του- που νοίκιαζε μέσον και οδηγό για χάρη τους; Για να τους μεταφέρει πού; Και για ποιο λόγο;
Ερωτήσεις για την ώρα αναπάντητες. Το μόνο που ήξερε με σιγουριά ήταν πως αυτό το σκηνικό δεν ήθελε να το χάσει. Ήθελε να μάθει τι σημαίνουν όλα αυτά και –κυρίως- ποια σχέση τον συνέδεε με τους άλλους τέσσερις. Γιατί υπήρχε κάποια σχέση, αυτό ήταν σίγουρο.
Υπήρχε, για παράδειγμα, κάτι που συνέδεε αυτόν με την κοπελιά, την Αλεξάνδρα. Ένα απλό περιστατικό ανάμεσά τους στο ταχυδρομικό γραφείο όπου εργαζόταν ο Φώτης , ένα περιστατικό όχι τόσο κολακευτικό για τον ίδιο και που δεν θα το έλεγες ακριβώς «σχέση» -όμως, έτσι όπως είχαν εξελιχθεί τα πράγματα, το κάθε τι μπορούσε να έχει τη σημασία του.
(Εκείνη δεν φαινόταν να τον έχει αναγνωρίσει, πράγμα λογικό αν σκεφτόσουν τις συνθήκες και το γεγονός ότι τότε είχε ακόμη μαλλιά.)
Με τους υπόλοιπους όμως; Ήταν σίγουρος πως δεν τους είχε ξαναδεί ποτέ. Ούτε και μεταξύ τους φαίνονταν να γνωρίζονται, αν και κάποια στιγμή είχε πιάσει ένα βλέμμα του νεαρού, του Άρη, προς την Ελίνα.
Φαίνεται πως όλοι είχαν συγκεντρωθεί με παρόμοιο τρόπο, ύστερα από τη λήψη ενός μηνύματος, όπως και ο ίδιος. Τι έλεγαν αυτά τα μηνύματα; Κανένας δεν φαινόταν πρόθυμος να το αποκαλύψει. Ίσως αργότερα, όταν θα είχαν γνωριστεί καλύτερα.

Στον Άγιο Μάρκο, το μάτι του πήρε δυο-τρία παιδιά να παίζουν. Λίγο παρακάτω μια οικογένεια φόρτωνε ένα μικρό Φίατ –υπήρχε κόσμος λοιπόν.
Λίγο πριν βγουν στην Εθνική σκοτείνιασε. (Ίσως θα ήταν πιο σωστό να πει: θάμπωσε.) Κοίταξε ψηλά. Δεν ήταν ένα συννεφάκι που κάλυψε τον ήλιο. Όλος ο ουρανός φαινόταν να έχει καλυφθεί από ένα λευκό πέπλο. Αέρας σηκώθηκε ξαφνικά. Πέρασαν κάτω από τη γέφυρα της Αχαρνών και μπήκαν στο ρεύμα προς Κόρινθο.

«Αυτό με την Κόρινθο, πάντως, εγώ δεν το κατάλαβα», ακούστηκε η Αλεξάνδρα, απευθυνόμενη προφανώς στον οδηγό.
«Τι να σας πω», απάντησε εκείνος, «αυτές τις οδηγίες έχω. Μόλις φτάσουμε στον Ισθμό να καλέσω τον κύριο Κέην. Στο κινητό.»
«Να υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ο κύριος αυτός κατοικεί κάπου στα περίχωρα της Κορίνθου;» -πρότεινε η Ελίνα.
«Όχι απαραίτητα», την αποθάρρυνε ο Άρης. «Η Κόρινθος είναι κόμβος. Θα χρειαστούμε οδηγίες για να ξέρουμε την κατεύθυνση που θ’ ακολουθήσουμε.»
«Μα, αν θέλει να μας στείλει πχ στη Σπάρτη, γιατί να μην το δηλώσει εξαρχής;» -ρώτησε η Αλεξάνδρα.
«Επειδή έτσι γουστάρει. Αυτός βάζει τους κανόνες.»
Στη φωνή του Άρη, που προσπαθούσε ν’ ακουστεί ανάλαφρη, ο Φώτης νόμισε πως διέκρινε ένα σφίξιμο. Ανησυχία; Φόβος; Μπα, μάλλον εκνευρισμός εξαιτίας της κατάστασης. Ο νεαρός δεν ήταν απ’ αυτούς που παραδίδουν εύκολα τον έλεγχο. Και, στην προκειμένη περίπτωση, ο έλεγχος της κατάστασης δεν ανήκε σε κανέναν από τους επιβάτες του μίνι-μπας.
«Χαλαρώστε, παιδιά, σε λίγο θα ξέρουμε», είπε η Ελίνα προσπαθώντας κι αυτή ν’ ακουστεί ξένοιαστη.
Ο άλλος δεν μιλούσε. Αυτός ο τύπος με το στυλάκι του αριστερού διανοούμενου, ο Οδυσσέας. Γενικά, ο Φώτης δεν τους πολυπήγαινε αυτούς τους τύπους, τούτος δω ωστόσο αποτελούσε εξαίρεση. Του ενέπνεε εμπιστοσύνη. Ίσως επειδή δεν μιλούσε πολύ.

Για λίγο επικράτησε ξανά σιωπή. Το φορτηγάκι κατάπινε τα χιλιόμετρα, πέρασε Ελευσίνα, Μέγαρα και τραβούσε ολοταχώς για την Κακιά Σκάλα.
«Μπορείς να το δυναμώσεις;» ακούστηκε σε μια στιγμή η φωνή της Ελίνας, αναφερόμενη προφανώς στη μουσική. «Είσαι μεγάλος!»
Να κάτι που ο Φώτης δεν είχε προσέξει ως τότε, ίσως επειδή δεν ήταν τόσο σχετικός με τον ηλεκτρικό ήχο που ακουγόταν, πολύ διακριτικά είναι αλήθεια, από τα ηχεία. Πάντως, ακόμα κι αυτός μπορούσε ν’ αναγνωρίσει τους Scorpions. Η φωνή του Klaus Maine πλημμύρισε το μικρό χώρο του βαν καθώς τραγουδούσε γα τον άνεμο των αλλαγών. Συμβολικό; Για το Φώτη, ο άνεμος αυτός είχε ξεκινήσει να φυσά από το πρωί. Κι αν έκρινε από τις προβλέψεις της μετεωρολογικής, τα καλύτερα δεν τα είχαν δει ακόμα.

Ο Άρης με την Ελίνα είχαν ξεκινήσει μια κόντρα -για τη μουσική; -για το ροκ; -για τους Σκόρπιονς; -δεν κατάλαβε, ούτε έδωσε σημασία. Ο νεαρός φαινόταν πολύ έξυπνος και ψαγμένος για την ηλικία του –της οποίας, εξάλλου, δεν φαινόταν να έχει ιδιαίτερη επίγνωση. Εννοούσε να παρεμβαίνει και να διεκδικεί την τελευταία λέξη περίπου στα πάντα. Ο Φώτης χαμογέλασε μέσα του, σκεπτόμενος πως δεν θ’ αργούσε η στιγμή που οι κοπελιές θα συμμαχούσαν για να τον βάλουν στη θέση του μια και καλή.
Ο Οδυσσέας εξακολουθούσε να παραμένει σιωπηλός, βυθισμένος πιθανότατα σε παρόμοιους προβληματισμούς. Θα πίστευε πως είχε αποκοιμηθεί, αν δεν τον είχε ακούσει σε κάποια στιγμή να σιγοτραγουδά.

Μπήκαν στις σήραγγες. Οι Σκόρπιονς έδωσαν τη θέση τους σε κάτι ακόμα παλιότερο, αν έκρινε απ’ τα σχόλια. Η όλη ατμόσφαιρα άρχιζε να του φαίνεται πολύ διασκεδαστική, του θύμιζε τα παιδικά του χρόνια στην κατασκήνωση.
Σε κάποια στιγμή –δεν κρατήθηκε- γύρισε προς τον οδηγό.
«Δεν ξέρω τι λες εσύ, αλλά εγώ έχω χρόνια να διασκεδάσω έτσι», είπε χαμηλόφωνα.
Ο άλλος δεν απάντησε, μόνο χαμογέλασε και του έκλεισε το μάτι.
Κι ήταν αυτή η στιγμή, η πιο ζεστή κι η πιο όμορφη που είχε ζήσει εδώ και πολύ-πολύ καιρό.

2- Ελίνα

, όχι και ποπ οι Scorpions!»
Αυτός ο τύπος δεν είχε το θεό του. Είπαμε να προκαλούμε (κι από προκλήσεις η Σειρήνα, άλλο τίποτα), αλλά με κάποιο μέτρο.
«Εντάξει, δεν εννοούσα πως είναι ποπ ο ήχος τους», τα μάζεψε ο Άρης, «αλλά πως απευθύνονται και στο κοινό της ποπ –πολλές μπαλάντες, πολύ συναίσθημα…»
«Και τι κακό έχει αυτό;» ηρέμησε η Ελίνα. Μην την πάρουν και για καβγατζού!
«Κανένα κακό. Μια χαρά είναι η ποπ, εμένα μ’ αρέσει.»
Φαινόταν σα να θέλει να προσθέσει κάτι, αλλά τελικά το έκοψε εκεί. Ούτε η Ελίνα έδωσε συνέχεια. Προτιμούσε να απολαύσει το wind of change παρά να το μετατρέψει σε μουσικό χαλί (βλέπε… τατάμι) για αντιπαραθέσεις.

Πάντως, αυτός ο πιτσιρικάς είχε έναν τρόπο να εκφράζεται και να ξεγλιστράει, να τραβά την προσοχή πάνω του, που της θύμιζε… Όχι Ελίνα, όχι κορίτσι μου, δεν θα γυρίσεις τώρα πάλι πίσω στα παλιά! Μπροστά δεν είπαμε; Τι μπροστά, δηλαδή; Εδώ κολλάει το «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα».
Τι περίπτωση κι αυτό το ταξίδι! Τα τραβούσε, φαίνεται , το αίμα της τα παράξενα. Παράπονο, βέβαια, από την παρέα δεν είχε κανένα, μ’ όλα αυτά τα αρσενικά γύρω της. Και να ‘θελε, που λένε, ν’ αγιάσει…

Κατ’ αρχάς, ήταν ο οδηγός, Δημήτρη τον λέγανε; Παιδί, όχι αστεία! Ψηλός, με τις… πλατίτσες του, τις… φλεβίτσες του, να σε πιάσει αυτός στα χέρια του… (το σκέφτηκε και της ήρθε μια φούντωση).
Ο Άρης; Εντάξει, δεν ήταν απ’ αυτές που κολλάνε σε ηλικίες άμα είναι ωραίο το γκομενάκι, όμως να, δεν ήταν ο τύπος της. Εκείνη τον άντρα τον ήθελε μυστηριώδη, όχι επιδειξία. Ο Φώτης, ας πούμε, μπορεί να μην ήταν ιδιαίτερα ωραίος αλλά είχε κάτι που την εξιτάριζε.
Αλλά, εννοείται πως ο κίνδυνος νούμερο ένα (από ποιον πας να κρυφτείς, μωρή ρουφιάνα; ) άκουγε στο όνομα Οδυσσέας. Πάντα έτρωγε κόλλημα μ’ αυτούς τους άντρες, τους «δύσκολους». Η ιδέα και μόνο να δει το πρόσωπό του να φωτίζεται για χάρη της, να δει το δικό της πρόσωπό καθρεφτισμένο στα μάτια του ή –αχ, αυτό!- να τον νιώσει να αφήνεται στα χέρια της…
Εντάξει, μπορεί να ήταν φιλάρεσκη –όπως είχε πει κάποτε εκείνος– αλλά ρηχή, όχι, δεν ήταν. Δινόταν στους άντρες, έβγαζε σ’ αυτούς όλη της την ενέργεια –στα μάτια τους, στα χέρια τους ένιωθε ότι ζει.

Με τις γυναίκες δεν τα πήγαινε ιδιαίτερα καλά. Να, αυτή η Αλεξάνδρα ας πούμε, ένιωθε πως την κοιτά με μισό μάτι. Κι όμως, προσπαθούσε να φέρεται πάντοτε φιλικά, τι ήταν αυτό που τις ενοχλούσε;
«Φταίει που είσαι διαφορετική, που δεν ακολουθείς τους κανόνες», της έλεγε εκείνος (πάλι εκείνος!) Μπορεί και να την καλόπιανε έτσι, αλλά ήταν άντρας με εμπειρία –τότε δεν έδινε μεγάλη σημασία σ’ αυτά που της έλεγε, μόνον αργότερα… (Αργότερα πήρε κι αυτή την ταινία, τη Μπέτυ-μπλου, δεν κατάλαβε τίποτα! Τι σχέση είχε η Ελίνα μ’ αυτήν και της την ανέφερε; )
Συχνά ένιωθε πως οι άλλες τη βλέπαν σαν φρικιό, γιατί όμως; Το ντύσιμό της, οι επιλογές της, εντελώς mainstream –άρα τι; Επειδή γουστάριζε τους άντρες (ανεξαρτήτως ηλικίας και οικογενειακής κατάστασης) και το ‘δειχνε; Και λοιπόν; Δεν ήταν λεσβία! (Αν και –εδώ που τα λέμε- είχε παίξει μια φασούλα κάποτε. Στην εφηβεία όλος ο κόσμος ψάχνεται, ή όχι; )

Πόσο διαφορετικά ήταν τα πράγματα στο σχολείο! Εκεί υπήρχαν οι «δικές της». Υπήρχαν βέβαια κι εκείνες που την αντιπαθούσαν απροκάλυπτα, οι περισσότερες όμως διεκδικούσαν τη φιλία της, την εύνοιά της –είχε ένα στρατό από δαύτες. Μετά σκόρπισαν, μόνο η Ειρήνη της έμεινε. Η Ειρήνη
Της πέρασε ξάφνου απ’ το νου πως κι αυτή η ίδια ήταν σαν τον Άρη. Ίσως γι αυτό δεν κολλούσαν οι δυο τους.

Η σκέψη του πιτσιρικά την επανέφερε στο παρόν. Είχανε μπει στα τούνελ κι άκουγε τα γέλια τους στο ημίφως. Όση ώρα εκείνη ονειροπολούσε, η Αλεξάνδρα είχε αναλάβει δράση με το μικρό. Όκευ παιδιά, με τις ευλογίες μου. Πώς γύρισε η κουβέντα στο σινεμά; Είχε χάσει επεισόδια.

«… ή ταινίες που έχουν ωραία μουσική, όπως ο Καιρός των Τσιγγάνων…», έλεγε η Αλεξάνδρα.
«Ή η Αμελί» συμπλήρωσε ο Άρης. «Σε κόβω για πολύ Αμελί.»
«Φυσικά», συμφώνησε η Αλεξάνδρα.
«Πολίτικη;»
«Κουζίνα! Εννοείται. Πολύ κλάμα κι εκεί. Όχι όμως σαν τη Φρίντα.» Έκανε μια παύση σα να σκεφτόταν αν το θέμα έχει άλλες δυνατότητες. «Τέτοιες ταινίες, σαν τη Φρίντα, δεν γυρίζονται… Μια στα δέκα χρόνια.»

Όταν σιγουρεύτηκε ότι δεν είχαν σκοπό να ζητήσουν τη συμβολή της, η Ελίνα παρενέβη αυτόκλητη.
«Εγώ βρίσκω συγκινητικές κι αυτές τις κινέζικες, Τίγρης και Δράκος, Ιπτάμενα Στιλέτα… Ξέρετε… Συγγνώμη αν διέκοψα.»
«Δεν τρέχει τίποτα», βοήθησε ιπποτικά ο Άρης. «Έτσι γνωριζόμαστε λίγο.»
Ήταν γλυκό από μέρους του και θέλησε να του το ανταποδώσει.
«Συνήθως, οι άντρες δεν συμπαθούν τέτοια έργα… δακρύβρεχτα. Προτιμάνε δράση και ξύλο.»
«Για να πω την αλήθεια», είπε ο Άρης, «κι εγώ προτιμώ δράση και ξύλο στο σινεμά, αμερικανιές γενικώς, απ’ αυτές που δεν τις παίρνεις στα σοβαρά. Αλλά και οι ταινίες που λέτε έχουν τη χάρη τους. Κι αν δεν έχουν αυτές, έχει η κοπελιά.»
«Ποια κοπελιά;» ρώτησε η Ελίνα.
«Μια κοπελιά. Χρειάζεται να είναι κάποια συγκεκριμένη; Για ποιο λόγο θα πήγαινα να δω την Αμελί ή τα Ιπτάμενα Στιλέτα;»
«Για να της κρατάς το χέρι.»
«Ακριβώς. Και να της σκουπίζω τα ματάκια και να της χαϊδεύω τα μαλλάκια…»
«Καλά, καταλάβαμε», τον έκοψε η Ελίνα. «Η ειλικρίνειά σου σπάει κόκαλα. Να το ξέρω την επόμενη φορά που κάποιος άντρας θα μου πουλάει τρυφερότητα.»
«Να ξέρεις τι;» αντέδρασε ο Άρης.
«Ότι το κάνει προσποιητά… Για να με ρίξει.»
«Συγγνώμη; Από πού βγήκε αυτό το συμπέρασμα;»
«Απ’ τα συμφραζόμενα. Αυτό πάνω-κάτω δεν ήθελες να πεις;»
«Σε καμία περίπτωση. Το ότι δεν συμμερίζομαι πάντα την αιτία που προκαλεί τα δάκρυα, δεν σημαίνει ότι αυτά τα ίδια τα δάκρυα δεν με συγκινούν.»
«Και -βέβαια- το γεγονός ότι η άλλη είναι εκείνη τη στιγμή τόσο αδύναμη, σε κάνει εσένα να αισθάνεσαι δυνατός», συμπλήρωσε η Ελίνα. «Έχεις τα πάνω χέρι.»
«Εντάξει, κι αυτό. Δεν σημαίνει όμως ότι προσποιούμαι.»
«Όχι, το παραδέχομαι. Το είπα περισσότερο –πώς να πω;- για να σε κεντρίσω. Δεν ήθελα να σε προσβάλλω.»

Εκείνη τη στιγμή έγινε κάτι πολύ παράξενο. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου αισθάνθηκαν να σηκώνονται στον αέρα και να ξαναπέφτουν. Είχαν μόλις βγει από τις σήραγγες.
«Τι έγινε; Νιώσατε κάτι;» ρώτησε ανήσυχη η Αλεξάνδρα.
«Δυνατός άνεμος», είπε ο Δημήτρης. Δημιουργεί διαφορά πίεσης στην έξοδο του τούνελ. Μας έσπρωξε λίγο.»
«Τι μας έσπρωξε;» είπε η Ελίνα. «Εγώ ένιωσα λες και καβαλήσαμε κάποιο κύμα.»
«Έχεις δίκιο», είπε η Αλεξάνδρα. «Λες και δεν πατούσαμε στην άσφαλτο.»
«Κορίτσια, είστε υπερβολικές», επέμεινε ο οδηγός. «Να, δείτε και τώρα. Βλέπετε πώς κουνάει; Η ανάρτηση είναι.»
«Ξέρω από αναρτήσεις», επέμεινε πεισμωμένη η Ελίνα. «Αυτό το πράγμα ήταν… αλλόκοτο.»
«Για να πούμε την αλήθεια», ακούστηκε η συμφιλιωτική φωνή του Οδυσσέα, «όλα είναι λίγο αλλόκοτα σήμερα.»
Η Ελίνα γύρισε σ’ αυτόν. «Κι εσένα δεν σου φάνηκε κάπως;»
«Εμένα μου φάνηκε λίγο… όπως στον ύπνο κάποιες φορές», μπήκε στη μέση η Αλεξάνδρα. «Και νωρίτερα, πάλι, όταν ξεκινούσαμε… ένιωθα σαν να ζω σ’ ένα όνειρο. Δεν ξέρω αν το εκφράζω καλά…»
«Σα να μπερδεύεται η πραγματικότητα με το όνειρο;» τη βοήθησε ο Άρης.
«Κάπως έτσι, ναι. Σα να γλιστράω μέσα σ’ ένα όνειρο.»
«Έχεις δίκιο», πήρε σειρά η Ελίνα. «Έτσι ένιωσα κι εγώ πριν, όταν ήρθατε με το ταξί.»
Ο Οδυσσέας δεν μιλούσε. (Ιδέα της ήταν ότι τα μάτια του έλαμπαν; ) Όσο για το Φώτη, αυτός τους ξάφνιασε όλους όταν η φωνή του ακούστηκε πρώτη φορά από μπροστά.
«Όνειρα», είπε. «Πολύ θα ήθελα να ξέρω τι σημαίνουν.»

Κι έτσι ξεκίνησε μια κουβέντα που έμελε να τραβήξει πολύ. Ως το τέλος.

3- Αλεξάνδρα

σείς φαίνεστε σπουδασμένοι», συνέχισε ο Φώτης, «κάτι θα ξέρετε παραπάνω.»

Προς στιγμήν δημιουργήθηκε μια αμηχανία. Η Αλεξάνδρα κοίταξε δίπλα της την Ελίνα, η οποία ανασήκωσε τους ώμους.
«Έχεις κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό σου;» ρώτησε. «Μπορώ να… δεν σε πειράζει που σου μιλάω στον ενικό.»
«Προς Θεού, όχι», είπε εκείνος. «Μπορεί να γνωριστήκαμε μόλις πριν από λίγο, αλλά η κατάσταση είναι τέτοια που δικαιολογεί την οικειότητα. Ίσως, μάλιστα, ακόμα και την αδιακρισία.»
«Τι αδιακρισία; Γιατί αδιακρισία;» αντέδρασε η Ελίνα.
«Έχει δίκιο», είπε ο Άρης. «Έχουμε ένα μυστήριο που, αν θέλουμε να το λύσουμε, πρέπει να ανταλλάξουμε πληροφορίες.»
«Όπως;» ρώτησε επιφυλακτικά η Αλεξάνδρα.
«Όπως, τι έγραφε το σημείωμα του καθενός. Για να μπλεχτούμε σε μια τέτοια φάρσα, κάτι σοβαρό πρέπει να μας παρακίνησε.»

Ήταν φανερό πως για τον Άρη η όλη φάση ήταν μια συναρπαστική περιπέτεια. Το ίδιο και για το Φώτη, σκέφτηκε η Αλεξάνδρα, που καθόταν ακριβώς πίσω του και είχε ακούσει την προηγούμενη παρατήρησή του προς τον οδηγό.
Για την ίδια δεν ήταν καθόλου εύκολο να εξηγήσει το περιεχόμενο του δικού της σημειώματος. Τι να ‘λεγε, δηλαδή; Ότι περιμένει παιδί και δεν ξέρει αν είναι του πρώην άντρα της ή κάποιου δυο χρόνια νεότερού της που μέχρι τώρα τον έβλεπε σαν τον μικρότερο αδερφό της; Με τον οποίο κοιμήθηκε μια μοναδική φορά, για λόγους που δεν μπορούσε επακριβώς να προσδιορίσει; Και πως το σημείωμα υπονοούσε την ύπαρξη ενός τρίτου πιθανού πατέρα, τον οποίο η ίδια αγνοούσε; Αυτό κι αν ήταν φάρσα! Εκτός πια αν δεν ήξερε πότε και σε ποιον άνοιγε τα πόδια της.
Όχι, δεν ένιωθε καθόλου έτοιμη για τέτοιου είδους αποκαλύψεις. Και, προφανώς, το ίδιο ίσχυε για την Ελίνα, η οποία είχε βυθιστεί σε μια απρόθυμη σιωπή.
Όσο για τον Άρη, αυτός είχε πάρει για άλλη μια φορά τα ηνία της συζήτησης, εξηγώντας στο Φώτη πως δεν ήταν «σπουδασμένος» αλλά πήγαινε ακόμα σχολείο. Κι ότι για τον Φρόυντ και την ερμηνευτική των ονείρων γνώριζε μόνο τα ελάχιστα εκείνα που αναφέρει ο Γιάλομ στο «Όταν έκλαψε ο Νίτσε». Το είχε υπόψη του; Όχι, ο Φώτης διάβαζε ελάχιστα, κυρίως κατασκοπικές ή ιστορίες φαντασίας, τύπου Στήβεν Κινγκ. Φαίνεται μάλιστα ότι βρήκανε σημείο επαφής με το νεαρό και για λίγο η κουβέντα πήγε έτσι, ανώδυνα.

Της Αλεξάνδρας δεν της άρεσαν τα μυστήρια. Ούτε να τα διαβάζει, ούτε να τα ζει. Έτσι κι αλλιώς, τώρα πια διάβαζε κι η ίδια ελάχιστα, κυρίως όταν βρισκόταν σε διακοπές.
Και να πεις πως δεν είχε χρόνο… Οι εταιρίες ερευνών την ημιαπασχολούσαν, τηλεόραση δεν έβλεπε σχεδόν καθόλου, τι έκανε τις υπόλοιπες ώρες;
Όσο ήταν καλά με τον Πάνο, ακολουθούσε τον δικό του μποέμ τρόπο ζωής. Μετά το γάμο τους, και καθώς τα μαύρα σύννεφα πύκνωναν, την έπιασε η ανασφάλεια κι είπε να δώσει εξετάσεις στον ΑΣΕΠ. Με το χωρισμό και την κρίση που ακολούθησε ήταν μονίμως στους δρόμους. Στο τέλος έχασε και την προθεσμία των αιτήσεων, ας ήταν καλά εκείνος ο βλάκας στο ταχυδρομείο.

Μετά προέκυψε αυτή η φάση με το Φοίβο. Ήταν ένα βράδυ στην άδειά του. Είχαν πάει να δουν μια ταινία του Χίτσκοκ σε επανέκδοση. Μόνη της δεν θα πήγαινε ποτέ, πίστευε πως θα είναι κάποια απ’ αυτές τις αγχώδεις ταινίες τρόμου με τη σκοτεινίλα και τα γυναικεία ουρλιαχτά. Περιέργως, δεν είχε καμία σχέση μ’ αυτά. Εκείνος την έπεισε: «Είναι μια δραματική, ερωτική ιστορία, λίγο παλιομοδίτικη, απ’ αυτές που σ’ αρέσουν. Μην σε μπερδεύει ο ελληνικός τίτλος, η αγωνία είναι ψυχολογική, έχει και Νταλί μέσα.»
Πραγματικά, η ταινία ήταν τέλεια και η Ίνγκριντ Μπέργκμαν θεά, πιο ωραία κι απ’ την Καζαμπλάνκα. Ύστερα πήγαν στο σπίτι της μ’ ένα μπουκάλι κρασί που το άδειασαν καθισμένοι αγκαλιά στο κρεβάτι. Δεν είχε νιώσει ποτέ άλλοτε τόσο γαλήνια, αυτή ήταν η σωστή λέξη, στην αγκαλιά ενός άντρα. Ξαφνικά έπαψε να τον βλέπει σαν παιδί (στα εικοσιέξι του!) και το σεξ ακολούθησε φυσικά –σχεδόν δεν κατάλαβε πώς βρέθηκε μέσα της. Δεν υπήρχε πάθος, μόνο σωματική ένταση και αμοιβαία τρυφερότητα κι ύστερα, ξανά, γαλήνη. Σα να συμφιλιωνόταν με το ίδιο της το φύλο, σα να ήταν η πρώτη φορά ή, τουλάχιστον, η πρώτη που γινόταν σωστά.

Την άλλη μέρα εκείνος γύρισε στη μονάδα του κι η Αλεξάνδρα, που με όλους τους προηγούμενους ήταν συνέχεια «πού βρίσκεται;» και «τι σκέφτεται;» -περιέργως- δεν τον σκεφτόταν. Με το Φοίβο ένιωθε ασφάλεια. Ίσως γι αυτό δεν μπορούσε να τον ερωτευτεί.

Η κουβέντα είχε γυρίσει στα όνειρα και τώρα ακουγόταν η φωνή του Οδυσσέα.
«…ως γενικός κανόνας αυτό είναι σωστό, αλλά δεν συμπίπτει πάντα με το περιεχόμενο της αναπαράστασης. Δεν είναι τόσο απλό όσο το να πεινάς και να ονειρεύεσαι καρβέλια. Αν μέσα στο όνειρο ερωτοτροπείς με τη γυναίκα του γείτονα, η πιθανότερη εξήγηση είναι ότι πράγματι, συνειδητά ή όχι, την επιθυμείς, όμως δεν είναι η μόνη εξήγηση.» Έκανε μια παύση και επανέλαβε: «Δεν είναι τόσο απλό.»
«Εγώ αυτά τα πολύπλοκα δεν τα καταλαβαίνω», πήρε τον λόγο η Ελίνα. «Αν, δηλαδή, το βράδυ ονειρευτώ ότι ερωτοτροπώ μαζί σου (πολύ εύσχημα το έθεσες) ή με κάποιον άλλο, τι διαφορετικό μπορεί να σημαίνει αυτό εκτός από το προφανές;»
Και, λέγοντας αυτά, πετάρισε προκλητικά τα βλέφαρα, μια τσαχπινιά που συνήθιζε και που έκανε την Αλεξάνδρα να θέλει να τη χαστουκίσει.
«Η …ερωτοτροπία είναι το προφανές και ευεξήγητο, όχι όμως και το αντικείμενό της», απάντησε ο Οδυσσέας. Το υποσυνείδητο χρησιμοποιεί κώδικες, ειδικά όταν έχει λόγους να συγκαλύψει το πραγματικό περιεχόμενο. Ο Οδυσσέας (η μορφή μου) στο όνειρό σου μπορεί να σημαίνει εμένα, μπορεί όμως να υπονοεί κάποιον άλλο συνονόματό μου Οδυσσέα που γνωρίζεις ή ακόμα, συνειρμικά, κάποιον ναυτικό ή κάποιον που θεωρείς ιδιαίτερα πανούργο και πολυμήχανο.»
«Λίγο τραβηγμένο μου ακούγεται», παρατήρησε, σοβαρή τώρα, η Ελίνα. «Αν είναι τόσο αόριστα τα πράγματα, τότε κάθε όνειρο μπορεί να σημαίνει ο,τιδήποτε. Βλέπω ότι τσακώνομαι μαζί σου και εννοώ ότι μου τη δίνει ο Όμηρος…»
«Ευτυχώς που το είπες. Να μην ανησυχήσω, δηλαδή», πέταξε την εξυπνάδα του ο Άρης.
«Εγώ πάλι, όλο αυτό το βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον», είπε ο Φώτης. «Και θα ήθελα να μάθω περισσότερα. Υπάρχουν κάποιοι τρόποι, κάποιες τεχνικές για να βρίσκει κανείς αυτές τις συνδέσεις; Υπάρχει επιστήμη που ασχολείται μ’ αυτά, υπάρχουν βιβλία;»
«Έχω δει έναν τόμο που κυκλοφορεί, πολύ αποθαρρυντικό ως προς το μέγεθος», είπε ο Άρης.
«Προφανώς, εννοείς την Ερμηνεία των Ονείρων του Φρόυντ», είπε ο Οδυσσέας. «Είναι το απόλυτο σύγγραμμα στο είδος, αλλά υπάρχουν και πιο απλά για να ξεκινήσει κανείς.»
«Συγγνώμη», πετάχτηκε η Ελίνα, «αυτός ο Φρόυντ δεν θεωρείται κάπως ξεπερασμένος τώρα πια;»
«Όσο ξεπερασμένος θεωρείται ο Αϊνστάιν», απάντησε ο Οδυσσέας. «Η επιστήμη προχωράει, δεν υπάρχουν απόλυτες αυθεντίες. Όσο για το όνομα της συγκεκριμένης, που ρώτησες Φώτη, λέγεται Ψυχανάλυση. Ίσως έχετε δει μια ταινία του Χίτσκοκ με τον Γκρέγκορυ Πεκ και…»
«Τη Νύχτα Αγωνίας!» πετάχτηκε η Αλεξάνδρα. «Απίστευτο, μόλις πριν λίγο τη σκεφτόμουν. Έτυχε να την δω πολύ πρόσφατα.»
«Αυτήν ακριβώς εννοώ», συνέχισε ο Οδυσσέας. «Υπάρχει μέσα μια ολόκληρη σκηνή ονείρου και η ερμηνεία της.»
«Καταπληκτική σκηνή! Με σκηνικά του Σαλβαντόρ Νταλί», επέδειξε τις γνώσεις της η Αλεξάνδρα, η οποία προτιμούσε μια συνεφιλική κουβέντα απ’ αυτές τις σκοτεινές θεωρητικούρες για τα όνειρα.

Η κουβέντα, ωστόσο, δεν επρόκειτο να συνεχιστεί, ούτε προς τη μία, ούτε προς την άλλη κατεύθυνση, τουλάχιστον για την ώρα. Η φωνή του Δημήτρη τους επανέφερε στην παράξενη πραγματικότητα του ταξιδιού τους.
«Συγγνώμη που σας διακόπτω, αλλά φτάνουμε στον Ισθμό. Λέω να σταματήσω κάπου εδώ, οπότε θα μπορέσουμε να ξεμουδιάσουμε και λίγο.»
«Να μην πηγαίναμε για κανένα καφεδάκι;» έριξε την ιδέα η Ελίνα.
«Εγώ έναν καφέ θα τον έπινα ευχαρίστως», είπε η Αλεξάνδρα. Ότι τον προηγούμενο δεν της επέτρεψαν να τον πιει, της ερχόταν δύσκολο να το εξηγήσει.
«Τότε να μπω στην Κόρινθο;» ρώτησε ο Δημήτρης.
«Γιατί όχι», είπε ο Φώτης, που φαινόταν να το απολαμβάνει όλο και περισσότερο. «Δεν φαντάζομαι αυτός ο κύριος Κάποιος να έχει αντίρρηση.»
«Σιγά μην του ζητήσουμε και την άδεια», συγκατατέθηκε ο Άρης.
Μόνον ο Οδυσσέας φαινόταν να θέλει να εκφράσει κάποια αντίρρηση, αλλά δεν πρόλαβε. Τα πράγματα έμελλε να εξελιχθούν λίγο διαφορετικά.

4- Άρης

χοντας πάρει την απόφαση να μην σταματήσει πριν την Κόρινθο, ο οδηγός πάτησε γκάζι και το φορτηγάκι, που προς στιγμήν είχε κόψει ταχύτητα, συνέχισε προς τον Ισθμό.
Περνούσε πάνω από το κανάλι όταν ήχησε το τηλέφωνο που ο Δημήτρης είχε στερεωμένο στο ταμπλό. Μια άγνωστη φωνή, με αδιόρατα ξενική προφορά, ακούστηκε.
«Καλημέρα στην ωραία μας συντροφιά. Αργήσατε λίγο. Η ώρα είναι δώδεκα και τέταρτο. Προτείνω να βιαστείτε αν θέλετε να προλάβετε το πλοίο της γραμμής για Ιθάκη, το οποίο φεύγει από Πάτρα στις τρεις. Όταν επιβιβαστείτε θα λάβετε νέες οδηγίες.»

Πρώτος αντέδρασε ο Φώτης.
«Μισό λεπτό, κύριε Κέην ή όπως αλλιώς…»
«Περιττός κόπος», είπε ο Δημήτρης, «η γραμμή έκλεισε.» Και συμπλήρωσε: «Ήταν κλήση χωρίς αναγνώριση.»
«Ο τύπος μας δουλεύει», είπε η Αλεξάνδρα.
«Τι κάνουμε τώρα;» ρώτησε η Ελίνα.
«Μάλλον πρέπει να ξεχάσουμε τον καφέ», είπε ο Άρης.
«Μπα, νόμιζα πως δεν θα του ζητούσαμε την άδεια», είπε περιπαιχτικά η Ελίνα.
«Δεν είναι ζήτημα άδειας και το ξέρεις», είπε ο Άρης. «Αν θέλουμε να πάμε εκεί που μας λέει, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα. Συνεχίζει να παίζει μαζί μας και παίζει καλά. Όσο κι αν μ’ ενοχλεί, οφείλω να το παραδεχτώ.»
«Εσείς…, εσύ τι πιστεύεις;» ρώτησε η Ελίνα απευθυνόμενη στον Οδυσσέα. Εκείνος της χαμογέλασε άκεφα και γύρισε προς τον Άρη.
«Οφείλω να συμφωνήσω με το φίλο μας», είπε. «Ούτε κι εμένα μου αρέσει, αλλά θέλω να μάθω τι σημαίνουν όλα αυτά.»
«Αυτό, υποθέτω, σημαίνει να πάρω το δρόμο για Πάτρα;» ακούστηκε η φωνή του Δημήτρη.
«Νομίζω ότι συμφωνούμε», είπε ο Φώτης. «Υπάρχει κάποια αντίρρηση;»
Την τελευταία ερώτηση την απηύθυνε στις δυο κοπέλες, οι οποίες έσπευσαν να δώσουν τη συγκατάθεσή τους.
«Αφού μπήκαμε στο χορό…», είπε η Αλεξάνδρα. Η Ελίνα συγκατένευσε χωρίς να μιλήσει. Για πρώτη φορά απ’ τη στιγμή που ξεκίνησαν φαινόταν ανήσυχη.

Ο Άρης σκέφτηκε πόσο παράξενη και εύθραυστη ήταν η σχέση που τους συνέδεε. Κι αυτός ο μυστηριώδης άγνωστος… Ήταν όμως στ’ αλήθεια άγνωστος; Γιατί, τότε, πώς ήξερε αυτά που ήξερε;
Για παράδειγμα, γνώριζε το nickname και τα δικτυακά στέκια του Άρη. Και, πάνω απ’ όλα, γνώριζε αυτή τη λεπτομέρεια απ’ το παρελθόν του –κάτι που είχε διαδραματιστεί ανάμεσα στον ίδιο και στον πατέρα του πριν πολλά χρόνια. Χωρίς τη γνώση αυτή, πώς θα μπορούσε να προβλέψει την εντύπωση που θα του έκαναν αυτές οι τρεις λέξεις, εντύπωση τόσο ισχυρή που να τον αναγκάσει να μπει στο παιχνίδι στο οποίο ο κύριος Χ ήθελε να τον βάλει… Όχι, αυτές οι λέξεις δεν μπορεί να ειπώθηκαν στην τύχη. Αυτός που τις χρησιμοποίησε ήξερε… Όποιος κι αν ήταν, ήθελε να τον κάνει να πιστέψει ότι το μήνυμα προέρχεται απ’ τον πατέρα του –έναν πατέρα με τον οποίο ο Άρης είχε να μιλήσει πέντε χρόνια.

Συνειδητοποίησε ότι ο Οδυσσέας δίπλα του κάτι τον ρωτούσε.
«Συγγνώμη, δεν άκουσα –τι μου είπατε;»
«Ρωτούσα για τον πατέρα σου. Τι ήταν αυτό που σ’ έκανε να πιστέψεις ότι η πρόσκληση προερχόταν από κείνον; Και, αν θέλεις, μίλα μου στον ενικό, θα μ’ ευχαριστούσες.»
Ο Άρης δεν απάντησε. Γύρισε προς το μέρος του άλλου σκεφτικός, προσπαθώντας να εκτιμήσει την κατάσταση.

Αυτός ο Οδυσσέας είχε σίγουρα κάτι το υποβλητικό που σε κέρδιζε. Με τα πλούσια, σκούρα γκρίζα μαλλιά, το μουστάκι και τη βαριά φωνή, έμοιαζε να ανήκει σε κάποιαν άλλη, ταραγμένη εποχή. Έδινε την εντύπωση ψηλού και αθλητικού άντρα, χωρίς να είναι ούτε ιδιαίτερα ψηλός ούτε και τόσο γυμνασμένος.
Θα πρέπει να είχε πάνω κάτω την ηλικία του πατέρα του. Ποτισμένος ολόκληρος από τη μυρωδιά των βαριών τσιγάρων του κι ωστόσο, μια ώρα τώρα που ταξίδευαν δεν ζήτησε να καπνίσει, ούτε φάνηκε να προβληματίζεται που δεν θα σταματούσαν.
Και είχε μια ηρεμία στο λόγο και στις κινήσεις που σου γεννούσε την εμπιστοσύνη.

«Το μήνυμα που έλαβα», είπε στο τέλος, «ήταν μια έκφραση που μόνη της μοιάζει ξεκάρφωτη –χωρίς νόημα.»
Στα χείλη του Οδυσσέα σχηματίστηκε ένα αχνό χαμόγελο. Είχε καταλάβει;
«Κάτι που δεν έχει νόημα, εκτός αν προέρχεται απ’ τον συγκεκριμένο άνθρωπο και απευθύνεται ειδικά σε σένα.»
«Ακριβώς. Κάτι σαν προσωπικός κώδικας», συμπλήρωσε ο Άρης. Κι ύστερα, σε μια έμπνευση της στιγμής: «Το ίδιο και το δικό σου;»
«Κάπως έτσι», είπε ο Οδυσσέας.
«Και έμοιαζε σαν έκκληση για βοήθεια;»
«Ήταν έκκληση για βοήθεια.»

Το μικρό λεωφορείο είχε πάρει το δρόμο για την Πάτρα σε μια εθνική σχεδόν άδεια –έβλεπες κυρίως φορτηγά και βυτιοφόρα και σπάνια κάποιο επιβατικό αυτοκίνητο. Σαν να ταξίδευαν στην άκρη του χρόνου, σαν να μην υπήρχε χρόνος ούτε προορισμός.
Η ιδέα του ονείρου ξανάρθε στο μυαλό του Άρη. Δεν θα μπορούσαν όλα αυτά να είναι ένα όνειρο; Και να ξυπνήσει κάποια στιγμή δίπλα σ’ έναν αναμμένο υπολογιστή ο οποίος δεν περιέχει παράξενα μηνύματα, παρά μόνο τις συνηθισμένες ανοησίες ανθρώπων που βαριούνται θανάσιμα, όπως γίνεται στις ταινίες;
Επεξεργάστηκε για λίγο την ιδέα. Πότε άρχισε αυτή η αλληλουχία των παραδοξοτήτων; Όταν ξύπνησε, το πρωί; Και ο τυφώνας; Ήταν μια ιστορία που κρατούσε από μέρες. Ή μήπως όχι; Ήταν δυνατόν να το έχει κι αυτό ονειρευτεί; Όμως θυμόταν πολύ καλά να το σχολιάζει στο τσατ ακριβώς πριν κοιμηθεί. Θα έπρεπε, λοιπόν, και ο ύπνος του να είναι μέρος του ονείρου. Κι ίσως αυτή η περιπέτεια, ένα όνειρο μέσα στο όνειρο.
Μήπως όλη η ζωή του δεν ήταν παρά ένα όνειρο;
Πώς το έλεγε εκείνος ο κινέζος;

Στο μεταξύ, το λόγο είχε πάρει η Αλεξάνδρα, η οποία ταλανιζόταν από αμφιβολίες.
«Και είναι σίγουρο ότι το προλαβαίνουμε το καράβι στις τρεις; Τι θα κάνουμε αν φτάσουμε και έχει φύγει; Δεν ξέρω αν έχω αρκετά χρήματα, δεν έχω ρούχα και, το βασικότερο, δεν έχω υγρά για τους φακούς.»
«Εγώ νομίζω ότι ο τύπος θα το έχει προβλέψει κι αυτό και όλα τ’ άλλα. Ακόμα και στην Ιθάκη χωρίς καράβι, θα έχει τρόπο να μας στείλει.» Η αισιοδοξία της Ελίνας ήταν ποτισμένη με μια γερή δόση σαρκασμού.
«Ναι, αλλά είμαστε σίγουροι ότι τελικός προορισμός μας είναι η Ιθάκη; Μπορεί μέσα στο πλοίο να μας δώσει διαφορετικές οδηγίες.»
«Δεν αποκλείεται», είπε ο Οδυσσέας, «αλλά εμένα κάτι μου λέει ότι η Ιθάκη είναι το τέρμα.»
«Τι σε κάνει να το πιστεύεις», ρώτησε η Ελίνα ανεβαίνοντας ολόκληρη πάνω στο κάθισμα.
Ο Άρης ξαφνικά συνειδητοποίησε τι εννοούσε ο διπλανός του.
«Δεν βλέπετε;» φώναξε σχεδόν. «Οδός Τροίας… Ιθάκη… Κι έχουμε έναν Οδυσσέα ανάμεσά μας! Παραξενεύομαι μόνο που εσένα δεν σε λένε Καλυψώ ή Κίρκη, αν και αυτό μπορούμε πολύ εύκολα να το διορθώσουμε.»
«Δηλαδή, πώς να το διορθώσουμε;» ρώτησε μπερδεμένη η Αλεξάνδρα.
Ήταν σειρά του Άρη να γίνει σαρκαστικός.
«Μπορούμε ν’ αλλάξουμε ονόματα. Θα λέμε την Ελίνα Καλυψώ, εσένα Ναυσικά ή Κίρκη, το Φώτη Αίαντα κι εγώ, υποθέτω, θα πρέπει να το παίξω Τηλέμαχος. Αν και, μεταξύ μας, ο Αίας μου πάει καλύτερα γιατί όπου να ‘ναι σαλτάρω.»
«Εννοείς ότι αυτός ο τύπος… παίζει;» Στο πρόσωπο της Ελίνας, η έκπληξη και η έξαψη συναγωνίζονταν για το ποια θα επικρατήσει. Κέρδισε στα σημεία η δεύτερη.
«Αυτός ο τύπος, όχι απλά παίζει αλλά του ‘χει γαμήσει τον αδόξαστο. Είναι εντελώς για τα σίδερα!»
«Σιγά, Αίαντα, συγκρατήσου…», είπε πονηρά ο Οδυσσέας.
«Τι να συγκρατηθώ, δεν το βλέπετε πως ο ψυχάκιας μας έχει περάσει για πιόνια; Κι αν αρχίσει να μας στέλνει από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη, τι θα κάνουμε τότε; Θα εξακολουθήσουμε να παίζουμε το παιχνίδι του;»

Η Αλεξάνδρα είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. Ο Δημήτρης φαινόταν απασχολημένος με τα cd του, σαν να μην τον ενδιέφεραν όλα αυτά. Ο Φώτης κλεισμένος ως συνήθως στον εαυτό του. Και το φορτηγάκι έτρεχε με εκατόν είκοσι χιλιόμετρα την ώρα, μέσα σε ένα εξωπραγματικό φως που έκανε τον αυτοκινητόδρομο να μοιάζει με κακοστημένο σκηνικό όπου κάποιοι καλούνταν να συμμετάσχουν σ’ ένα παιχνίδι ρόλων. Ποιος κέρδιζε σ’ αυτό το παιχνίδι; Ποιοι ήταν οι κανόνες; Ποιο ήταν το έπαθλο και –κυρίως- ποιο ήταν το τίμημα για τους χαμένους;
Ερωτήματα που έπρεπε να απαντηθούν άμεσα, όσο ο άνεμος έπνεε ούριος κι ενόσω οι θεοί δεν είχαν ακόμα μπει στον αγώνα.

5- Οδυσσέας

εν ξέρω αν θέλω να το συνεχίσω αυτό το ταξίδι», είπε η Αλεξάνδρα.

Η Ελίνα έμεινε σκεφτική. Ο Άρης είχε κατά πως φαίνεται εκτονωθεί και περίμενε ν’ ακούσει τη γνώμη των άλλων.
Ο Φώτης χωρίς να γυρίσει είπε: «Εμένα πάντως η περιέργειά μου παραμένει αμείωτη.»
«Κι εγώ είμαι περίεργη», είπε η Αλεξάνδρα, «αλλά δεν ξέρω αν και κατά πόσον η περιέργειά μου θα ικανοποιηθεί, τελικά. Αρχίζω να έχω σοβαρές αμφιβολίες.»
«Κι εγώ το ίδιο αισθάνομαι», είπε η Ελίνα. «Και είναι μια αίσθηση πολύ αλλόκοτη.» Κανείς δεν μίλησε. «Το στομάχι μου έχει δεθεί κόμπος και δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα. Σα να μ’ έχουν μαγέψει.»
«Μήπως είσαι ερωτευμένη;» ρώτησε ο Δημήτρης, φανερά εκτός κλίματος. Και, βλέποντας πως οι άλλοι είχαν χάσει την εύθυμή τους διάθεση: «Καλά, καλά, δεν μιλάω.»
«Όχι, εντάξει, δεν είναι εντελώς άσχετο αυτό που λες», είπε η Ελίνα. «Μοιάζει πολύ κάπως έτσι…»
«Είναι η έλξη του αγνώστου, που μας γοητεύει και μας τρομάζει ταυτόχρονα», είπε ο Οδυσσέας.
«Ναι, αυτό ακριβώς, έχεις δίκιο», είπε η Ελίνα. «Με τρομάζει, αλλά νιώθω πως δεν μπορώ να το αποφύγω. Όπως όταν έχεις προχωρήσει ένα φλερτ και ο άλλος είναι τόσο μυστηριώδης που αρχίζεις να μην είσαι σίγουρη. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν μπορείς να κάνεις πίσω γιατί το σκέφτεσαι συνέχεια. Δεν μπορείς έτσι απλά να διακόψεις σα να μη συμβαίνει τίποτα. Κάτι σε τραβάει, τουλάχιστον μέχρι να ολοκληρωθεί η σχέση. Μπορεί ν’ ακούγεται λίγο πρόστυχο έτσι, αλλά δεν ξέρω πως αλλιώς να το εξηγήσω.»

Έξυπνο κορίτσι, σκέφτηκε ο Οδυσσέας. Και, πιθανότατα, ευαίσθητο, πολύ περισσότερο απ’ όσο δείχνει.
«Καταλαβαίνω μια χαρά αυτό που εννοείς», είπε. «Και νομίζω ότι λίγο-πολύ όλοι κάπως έτσι αισθανόμαστε. Εγώ, δυστυχώς, έχω ένα επιπλέον κίνητρο. Έλαβα ένα σήμα κινδύνου και δεν μπορώ να σταματήσω αν δεν βεβαιωθώ ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν έχει κάποια σχέση μ’ όλο αυτό το παραμύθι.»
«Την αγαπάς πολύ;» ρώτησε η Ελίνα.
Ο Οδυσσέας αιφνιδιάστηκε. Κοίταξε τον Άρη. Δεν ήταν σίγουρος.
«Είναι ένα αγαπημένο μου πρόσωπο», είπε επιφυλακτικά, «με το οποίο με συνδέουν πολλά όμορφα πράγματα, όχι ερωτικής φύσεως, αν αυτό εννοείς.»
«Εγώ», πήρε τον λόγο ο Άρης, «φοβάμαι πως όλη αυτή η ιστορία με τα μηνύματα είναι μια απάτη. Μια απάτη με σκοπό να μας βάλει στο σαράβαλο και ν’ αρχίσει αυτό το ηλίθιο παιχνίδι. Ποιος ξέρει αν δεν υπάρχουν πουθενά τίποτα κρυμμένες κάμερες και τίποτα λεφτάδες χορηγοί που παρακολουθούν ριάλιτυ Οδύσσεια σε ζωντανή μετάδοση.»
Μιλώντας είχε ανασηκωθεί στο κάθισμα και ψαχούλευε την οροφή, γρήγορα όμως απογοητεύτηκε και ξανακάθισε μουτρωμένος.
«Δεν ξέρω για τα δικά σας μηνύματα», είπε η Αλεξάνδρα, «αλλά το δικό μου προϋπέθετε τη γνώση ενός γεγονότος που μόνον εγώ και η κολλητή μου γνωρίζαμε και μάλιστα σε χρόνο μηδέν. Δεν υπήρχε τρόπος να μαθευτεί. Ακόμα και να ήθελε κάποια από τις δυο μας να το διαδώσει, δεν θα προλάβαινε.»
«Σε κοντράρω άνετα», είπε ο Φώτης, γυρνώντας τούτη τη φορά προς τα πίσω μ’ ένα συνωμοτικό χαμόγελο. «Το δικό μου μήνυμα είχε σταλεί πριν από μήνες σ’ ένα κινητό που είχα ξεχασμένο κλειστό. Μάντεψε ποια μέρα το ενεργοποίησα.»
«Δεν βλέπω τίποτα το θεαματικό σ’ αυτό», είπε ο Άρης, «πέρα από μια ομολογουμένως εντυπωσιακή σύμπτωση.»
«Σύμπτωση;» φώναξε ο Φώτης. «Μα εγώ δεν μιλάω μόνο για τη σύμπτωση, αν είναι τέτοια, αλλά και για το γεγονός ότι το δικό μου μήνυμα, σε αντίθεση με τα δικά σας, στάλθηκε πολύ καιρό πριν. Τι νόημα έχει κάτι τέτοιο; Γιατί να μην μου το στείλει κι εμένα την προηγούμενη μέρα ή και την ίδια ακόμα;»
«Αυτό είναι πραγματικά παράξενο», είπε ο Οδυσσέας. «Προφανώς, το δικό σου δεν ήταν έκκληση σε βοήθεια.»
«Όχι, αλλά προϋπέθετε τη γνώση κάποιων πολύ ιδιωτικών πληροφοριών, όπως και της Αλεξάνδρας.»
«Και όπως το δικό μου», είπε η Ελίνα.
«Βλέπετε που έχω δίκιο;» φώναξε ο Άρης. «Όλ’ αυτά προδίδουν ένα οργανωμένο σχέδιο. Κάποιος ή κάποιοι κατασκεύασαν για τον καθένα μας ένα κίνητρο γι’ αυτό το ταξίδι.»
«Κίνητρο ή αφορμή;» ακούστηκε η βαριά φωνή του Οδυσσέα.
«Ποια η διαφορά;» ρώτησε ο Άρης.
«Δεν ξέρω ακριβώς», είπε ο Οδυσσέας. «Είναι κάποια πράγματα ακόμα συγκεχυμένα μέσα μου. Έχω όμως την αίσθηση ότι κάτι μας διαφεύγει.»

Η ιδέα του Άρη, παρότι λογικοφανής, δεν τον έπειθε. Κάτι δεν κόλλαγε στην ιστορία. Επιπλέον, υπήρχε μια κρίσιμη ερώτηση όσον αφορά τη σχέση που τους συνέδεε. Είχαν επιλεγεί στην τύχη; Δεν ήξερε γιατί, αλλά αμφέβαλε. Κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα, θα έπρεπε ν’ ανοίξει ο ένας στον άλλον τα χαρτιά του.

Σιωπή απλώθηκε μετά την τελευταία του παρατήρηση. Ήταν που επεξεργάζονταν τις νέες πληροφορίες; Ήταν που προσπαθούσαν να καταλήξουν σε μια απόφαση για τη συνέχιση ή όχι του ταξιδιού; Ή ο υποβλητικός ήχος της φυσαρμόνικας που τους υπνώτισε, ανακατεμένος με το θόρυβο της μηχανής, του αέρα και της ασφάλτου απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα;
Η Ελίνα είχε κλείσει τα μάτια κι είχε γύρει στο πλαίσιο του παραθύρου. «Τι όμορφο!» είπε σε κάποια στιγμή.
«Χαζέψαμε όλοι», είπε η Αλεξάνδρα. «Τι είναι;»
«Archive», τους πληροφόρησε ο Δημήτρης.

Ο Οδυσσέας απέμεινε να συλλογίζεται το λόγο που τον έβγαλε στο δρόμο. Ο πηγαιμός για την Ιθάκη… Πού να βρισκόταν τώρα η Χρυσάνθη; Ήταν ασφαλής; Είχε κάποια, οποιαδήποτε, σχέση μ’ αυτή την παράξενη ιστορία; Έπρεπε να ρωτήσει τον μικρό, έπρεπε να μάθει.
Δεν είχε καν δικό της τηλέφωνο, δεν ήξερε πού και με ποιον ζούσε αυτή τη στιγμή. Δεν ήθελε να ξέρει. Κι ωστόσο έτρεχε για χάρη της. Θα έτρεχε οπουδήποτε, θα έκανε ο,τιδήποτε, αρκεί…
Γιατί άφησε αυτή την ιστορία να σημαδέψει και να καθορίσει τη ζωή του; Αυτός, ο τόσο αναλυτικός, ο τόσο τετράγωνος; Πώς είχε φτάσει ως εδώ, στα μισά του δρόμου, χωρίς σταθερές, χωρίς προορισμό, κρύβοντας στις αποσκευές του ένα φάντασμα; Γιατί το επέτρεψε; Υπήρχε τρόπος ν’ αλλάξει πορεία;

Ο ήλιος ξεπρόβαλε σε μια στιγμή μέσα απ’ τα σύννεφα. Βρισκόταν ήδη στο ζενίθ και ξεκινούσε να παίρνει την κατηφόρα.
Μισόκλεισε τα μάτια, τυφλωμένος απ’ την αντηλιά. Ήταν γυναικεία μορφή αυτή μπροστά; Και τι γύρευε στη μέση του δρόμου;
Προσπάθησε να διακρίνει καλύτερα. Η γυναίκα φορούσε μαγιό και τα μαλλιά της έσταζαν θάλασσα. Ύστερα, μια σταγόνα με σουλούπι ανθρώπινο, υγρή νοσταλγία, διαλύθηκε πάνω στην άσφαλτο.
Φάτα Μοργκάνα, ψιθύρισε.
«Συγγνώμη;» ρώτησε ο Άρης δίπλα του.
Αλλά δεν πήρε απάντηση.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: