το όνειρο της πεταλούδας -2

κεφάλαιο δεύτερο, η συνάντηση

1- Φώτης

νάθεμά σας για λάστιχα! Πετάχτηκε από την ανοιχτή πόρτα στο δρόμο. Με τ΄ αλάρμ αναμμένα και το ενοχλητικό αίσθημα της επικείμενης καταστροφής. «Δεν το πιστεύω!» Κάθε φορά που του τύχαινε κάποια αναποδιά πάντα το ίδιο. «Δεν το πιστεύω, μαλάκα, δεν το πιστεύω!» Στην πραγματικότητα, βέβαια, το πίστευε. Πίστευε (ήθελε να πιστεύει; ) στη νομοτέλεια των πραγμάτων, ότι τα πάντα γίνονται για κάποιο λόγο. Όπως μ’ εκείνη την κοπέλα τον περασμένο μήνα, στο γραφείο.
Πώς του ήρθε πάλι αυτό; Δεν είχε καιρό να σκεφτεί την κοπέλα. Έπρεπε να βγάλει το γρύλο όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Όμως το ήξερε καλά, έτσι δεν είναι, το ήξερε πολύ καλά ότι ο γρύλος ήταν χαλασμένος, στα δικά του χέρια είχε στραβώσει την προηγούμενη φορά. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά. Δεν κοίταξε κάπου συγκεκριμένα, όμως το μυαλό του κατέγραψε ανόρεχτα την εικόνα της οδού Πειραιώς, παράλογα άδειας αυτή την ώρα, μια εικόνα συννεφιασμένη και αλλόκοτη. Συννεφιασμένη, οπωσδήποτε, αυτό ήταν αυταπόδεικτο. Αλλά μόνο κατά το ήμισυ. Δυστυχώς αυτό το ήμισυ ήταν στην απέναντι μεριά του δρόμου, στην κάθοδο προς Πειραιά. Το κομμάτι όπου αυτός ίδρωνε και ξεφυσούσε, το κομμάτι της ανόδου προς Αθήνα, ήταν λουσμένο στο πρωινό φως.

(Δεν χρειάστηκες πολύ σκέψη, Φώτη Καλοφωτιά, για να βγεις στο δρόμο. Την ώρα που ο περισσότερος κόσμος, ειδικά οι δημόσιοι όπως εσύ, κάθεται στο σπίτι του και παρακολουθεί τις μετεωρολογικές εξελίξεις από την τηλεόραση, εσύ τρέχεις στο άγνωστο με βάρκα την… αυτό το σαράβαλο. Τι έλεγε εκείνο το μήνυμα που τόσο πολύ σε αναστάτωσε, ώστε να τα παρατήσεις όλα –ούτε τα γυαλιά και τους καφέδες απ’ το σπασμένο φλιτζάνι δεν μάζεψες- και να τρέξεις σ’ ένα παράλογο ραντεβού, αν μπορείς να το πεις έτσι, με κάποιον ανώνυμο, χωρίς καν συγκεκριμένη ώρα συνάντησης; Μόνο μια διεύθυνση και μια ημερομηνία.
Αυτό με την ημερομηνία ήταν που σε εντυπωσίασε περισσότερο. Το μήνυμα είχε σταλεί μήνες πριν. Μια μέρα αργότερα αν ενεργοποιούσες το τηλέφωνο… Κι όμως, λες και κάτι σε έσπρωξε, κάτι σε παρακίνησε πρωί-πρωί, πριν καλά-καλά ανοίξεις τα μάτια σου, να ψάξεις να βρεις το παροπλισμένο κινητό τηλέφωνο, το ξεχασμένο στον πάτο ενός συρταριού και να το ανοίξεις. Τι ήταν αυτό το κάτι; )

Θα τη θυμάσαι ετούτη τη στιγμή. Ναι, βέβαια… Γιατί το σκέφτηκε πάλι αυτό; Την ίδια σκέψη είχε κάνει και… Δεν θα την έλεγες σκέψη. Μάλλον σα να μιλούσε η εικόνα, αυτή η αλλόκοτη, συννεφιασμένη εικόνα (ή μήπως έπρεπε να πει: αυτή η αλλόκοτα συννεφιασμένη εικόνα; ) Σα να μιλούσε η σκόνη –το κέρατό μου!– ή το σκασμένο λάστιχο ή οι μύτες των παπουτσιών του. Κοιτούσε τις μύτες των παπουτσιών του! Τίναξε το κεφάλι να διώξει την αδράνεια. Ύστερα τίναξε τα μαλλιά του, θυμήθηκε ότι δεν είχε μαλλιά γιατί τα είχε ξυρίσει την περασμένη βδομάδα, έτριψε τη μύτη του, ανοιγόκλεισε τα μάτια και κλότσησε ένα χαλίκι που χτύπησε δυνατά το ήδη μισοδιαλυμένο τάσι της πίσω αριστερής ρόδας, χωρίς αυτό να βελτιώσει στο ελάχιστο ούτε την κατάσταση της ρόδας ούτε τη δική του. Η αδράνεια ήταν πάντα εκεί, αγέρωχη.
Κάπου παρακάτω, προς Ταύρο-Μοσχάτο ήξερε πως υπήρχαν βουλκανιζατέρ. Θα ήταν ανοιχτά όμως; Και πως θα πήγαινε ως εκεί. Το λάστιχο ήταν εντελώς κλαταρισμένο κι ήταν μπροστινό. Έπρεπε να καλέσει οδική βοήθεια. όμως δεν ήταν γραμμένος κι εξάλλου δεν είχε καιρό. Έπρεπε να πάει στο γαμημένο το ραντεβού, έπρεπε να μάθει –να μάθει τι;

Κοίταξε το δρόμο, πάνω-κάτω. Εντάξει, ήταν τέλος Ιουλίου, δεν έπαυε ωστόσο να είναι καθημερινή. Αυτή η ερημιά ήταν αφύσικη. Στο κάτω-κάτω, ο ιδιωτικός τομέας υποτίθεται ότι λειτουργούσε. Ύστερα, οι συγκοινωνίες; Δεν μπορεί να ήταν εκτός λειτουργίας, δεν είχε ακούσει τίποτα σχετικό. Και τα ταξί; Αυτό έπρεπε να κάνει! Να βρει ένα ταξί.
Έψαξε τις τσέπες του. Όπως το φοβήθηκε: στη βιασύνη δεν είχε πάρει λεφτά. Ευτυχώς είχε πάντα ένα χαρτονόμισμα των πέντε ευρώ στο ντουλαπάκι. Για ώρα ανάγκης. Συν ότι κέρματα είχε χύμα. Θα έφταναν για ένα ταξί ως την Πατησίων.
Έριξε μια τελευταία ματιά στο παλιό Λεόν. Πήρε τα χρήματα, έσβησε τα αλάρμ, έβαλε πρόχειρα την ηλιοπροστασία και κλείδωσε. Στην άκρη του δρόμου όπως ήταν και με τέτοια ερημιά, δεν θα ενοχλούσε κανέναν. Από γερανό δεν κινδύνευε. Μόνο η Ιφιγένεια να μην περνούσε από δω.

Άρχισε να ανηφορίζει προς το κέντρο. Λίγο πιο πάνω υπήρχαν κτίρια που έκαναν σκιά. Ήταν αρκετά νωρίς -λίγο μετά τις εννιά- σε λίγο όμως ο ήλιος θα γινόταν ανυπόφορος.
Ήταν μερικά παλιά σπίτια και μια μάντρα με υλικά οικοδομών –κλειστή. Τι διάολο, μόνο αυτός κυκλοφορούσε στην κωλόπολη; Όχι πως τους αδικούσε, δηλαδή. Τέτοια εποχή ή στη δουλειά θα είναι κανείς ή κλεισμένος στο σπίτι ή σε καμιά παραλία. Παραλία όμως σήμερα… Πολύ δύσκολο. Κι αυτός ο ίδιος, αν δεν είχαν έρθει έτσι τα πράγματα πού θα ήταν; Κλεισμένος στο σπίτι, κάτω απ’ το κλιματιστικό.
Όσο περνούσε η ώρα, ο εκνευρισμός του μεγάλωνε. Μήπως να το έκοβε με το πόδι; Πόσο θα χρειαζόταν; Τρία τέταρτα; Μια ώρα; Δεν μπορούσε να υπολογίσει. Ανασφαλής από φυσικού του και λίγο αργός στη σκέψη, πελάγωνε εύκολα μπροστά στο αναπάντεχο. Κι έπρεπε να του τύχει τώρα ακριβώς! Κοίταξε το ρολόι του: δέκα παρά τέταρτο…

Η κοπέλα είχε έρθει το πρωί γύρω στις δέκα. Ζήτησε να δει τον προϊστάμενο του ταχυδρομικού γραφείου, δηλαδή αυτόν, να τον παρακαλέσει να βάλει σφραγίδα περασμένης μέρας στο συστημένο. Ήταν εκπρόθεσμη αίτηση και δεν θα της την έκαναν δεκτή. Κι αυτός δηλαδή τι έφταιγε; Θα ‘τανε είκοσι χρονών -παραπάνω δεν έδειχνε- ωραίο μωρό, μα τα μυαλά στο μίξερ. Της εξήγησε όσο πιο ευγενικά μπορούσε πώς είχαν τα πράγματα. Οι καταστάσεις της Παρασκευής είχαν κλείσει, ήταν πολύ αργά πια. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. «Μα είναι πολύ σημαντικό, καταλαβαίνετε…» Φυσικά και δεν καταλάβαινε. Αν ήταν τόσο σημαντικό, ας πήγαινε να παρακαλέσει στον ΑΣΕΠ, γιατί ήλθε σ’ αυτόν; Ήταν, είπε, εντελώς απρόσωπο, δεν υπήρχε γραφείο, μόνο μια ταχυδρομική θυρίδα όπου έστελνες μια αίτηση και οι εξετάσεις θα ξαναγίνονταν μετά από δύο χρόνια. Φοβήθηκε ότι θα ‘βαζε τα κλάματα, όμως η μικρή φαινόταν χαλαρή. Χαλαρή, αλλά επίμονη. Τυπική εκπρόσωπος της γενιάς της. Συγκρατήθηκε απ’ το να της πετάξει πως δεν ήταν ο μπαμπάς της αυτός για να της κάνει τα χατίρια. Ούτε ο γκόμενός της, βεβαίως, όχι πως θα του κακόπεφτε. Για μια στιγμή τη φαντάστηκε με σφιχτά τα πόδια ν’ ανασηκώνει αργά τις άκρες της φούστας της (ποιας φούστας; ένα τριμμένο τζιν φορούσε όπως όλες) «ελάτε καλέ, σας παρακαλώ!» και να πεταρίζει τα βλέφαρα σε στυλ Μέριλυν. Ύστερα κατάλαβε πως η κοπέλα είχε φύγει. Έτσι απλά, έκανε στροφή και έφυγε. Φυσικά και μπορούσε να κάνει κάτι αν ήθελε (Δευτέρα πρωί ήταν ακόμα, τόσους γνωστούς είχε στα κεντρικά) όμως το θέμα δεν τον αφορούσε, ούτε του άρεσε να υποχρεώνεται. Και για πιο λόγο στο κάτω-κάτω; Δεν ήταν στο κάρμα της τής μικρής.
Δεν ήταν στο κάρμα της…Άλλωστε, γιατί καθυστέρησε κι έχασε την προθεσμία; Κάποιος λόγος θα υπήρχε.

Αυτή ήταν η φιλοσοφία του Φώτη. Χάρη σ’ αυτήν κατάφερε να σταθεί στα πόδια του μετά τη φυγή της Έλενας. Δυο μέρες πριν το γάμο, άλλος στη θέση του θα είχε καταρρεύσει. Κι αυτός δηλαδή, όχι πως δεν κλονίστηκε! Όμως το ξεπέρασε –έτσι έπρεπε να γίνει. Ούτε αντικαταθλιπτικά, ούτε αλκοόλ, ούτε «πουτάνες γυναίκες!», ούτε τίποτα. Έτσι έπρεπε!
Και στο γραφείο, η υπομονή του ήταν παροιμιώδης. Και η ηρεμία του. Γι αυτό και εκεί, όπου όλοι τρώγονταν με όλους, αυτός δεν είχε εχθρούς. Πολλοί τον θεωρούσαν σπαστικό (ο Φώτης; Λίγο μαλακάκος βέβαια…), αλλά κανείς δεν τον αντιπαθούσε πραγματικά. Κι έτσι είχε φτάσει, μετά από δεκατρία χρόνια στην υπηρεσία, προϊστάμενος στο κατάστημα της Καλλιθέας. Και, σχεδόν, χωρίς καθόλου μέσον, έτσι; Ενώ άλλοι, συμμαθητές του (και συμμαθήτριες!) στο σχολείο, που τον θεωρούσανε βλάκα επειδή δεν τα κατάφερνε στα μαθηματικά ή στα λόγια, τώρα πού βρισκόντουσαν; Κάποιοι πτυχιούχοι άνεργοι, άλλοι σε δουλειές του ποδαριού κι άλλοι να τους βγαίνει ο πάτος χωρίς αντίκρισμα.

Δέκα και δεκαοκτώ. Ε, όχι! Λες και είχε μετακομίσει στη Σελήνη! Έπρεπε να ξεκινήσει με τα πόδια. Όσο το καθυστερούσε, ο ήλιος ανέβαινε. Η σκιά που τον προστάτευε είχε τραβηχτεί αφήνοντάς τον εκτεθειμένο. Ένιωθε το κεφάλι του να καίει. Κοίταξε πέρα προς την μεριά του Πειραιά την ήδη πυρωμένη άσφαλτο, τη σκόνη από τα δημόσια έργα, τα τζάμια που αστραφτοκοπούσαν. Τα τζάμια; Φώτα είναι, καημένε Φώτη, φώτα, προβολείς, σινιάλο! Πανάθεμα!
Λίγο ακόμα και το ταξί θα τον προσπερνούσε, έτσι όπως ανέβαινε φουλαριστό στην άδεια λεωφόρο. Ευτυχώς που τον είδε ο ταξιτζής κι έκοψε ταχύτητα. Χωρίς να πιστεύει στην τύχη του σήκωσε το χέρι και του έκανε νόημα να σταματήσει. Με το που άνοιξε την πόρτα, νόμισε πως μπαίνει σε ψυγείο. Θυμήθηκε τα ψιλά στην τσέπη του και κοντοστάθηκε.
«Έμπα, πατριώτη, φεύγει η ψύξη!»
Ο ταξιτζής, μικρότερος σε ηλικία απ’ το Φώτη, πρέπει να ξεπερνούσε τα εκατόν πενήντα κιλά. Με το ένα μάτι μάλλον τον κοιτούσε -το άλλο στόχευε κάπου απροσδιόριστα.
«Τροίας και Πατησίων, φτάνουν πέντε ευρώ;», ρώτησε μπαίνοντας προσεκτικά και με φανερό δέος μπροστά στον όγκο του άλλου.
«Συνεννοημένοι είσαστε;»
Γύρισε απορημένος.
«Η κοπελιά πίσω. Το ίδιο ακριβώς με ρώτησε», είπε ο άλλος κάνοντας νεύμα με το κεφάλι.
Γύρισε άλλες ενενήντα μοίρες. Δεν την είχε δει μπαίνοντας. Ήταν εκεί, χωμένη στο πίσω κάθισμα. Το κορίτσι του ταχυδρομείου.

2- Ελίνα

εν την χωρούσε το σπίτι.

Η Ελίνα (Μαριλένα) Μακρή δεν ήταν ο πιο υπομονετικός, ούτε και ο πιο ψύχραιμος άνθρωπος του κόσμου. Απ’ τη στιγμή που διάβασε εκείνο το mail –και αφού μίλησε με την Ειρήνη, την κολλητή της- την έβλεπες να πηγαινοέρχεται από δωμάτιο σε δωμάτιο μιλώντας μοναχή της, ενώ ταυτόχρονα ντυνόταν, γδυνόταν και ξαναντυνόταν.
«Ποιος είναι αυτός ο πούστης και να ‘ξερα!»
Το πρόβλημα δεν ήταν βέβαια μόνο ποιος ήταν ο «πούστης», αλλά και πώς ήξερε αυτό που ήξερε. Είχε κάποιο στοιχείο; Μήπως απλά το είχε μαντέψει και τώρα έριχνε άδεια για να πιάσει γεμάτα; Και τι σημασία, στην τελική, είχαν τα στοιχεία; Η υπόνοια και μόνο της έφτανε. Αν κυκλοφορούσε…

Η διπλή διαδικτυακή της ταυτότητα, αυτό ήταν το μεγάλο μυστικό της Ελίνας. Το γεγονός ότι η Σειρήνα, αυτή η πασίγνωστη περσόνα στους παροικούντες την ελληνική μπλογκόσφαιρα (και όχι μόνο, αφού τα μπλογκς ήταν μία συνιστώσα μόνο της παρουσίας της στο ελληνόφωνο Ίντερνετ), δεν ήταν παρά ένα ψευδώνυμο της ίδιας της Ελίνας! Και ποιο ήταν το πρόβλημα σ’ αυτό; Μεγάλο, πολύ μεγάλο πρόβλημα κι αυτό το καθίκι το ήξερε! Γι’ αυτό της έγραφε με τέτοια σιγουριά και αλαζονεία: «Καλημέρα Σειρήνα-Ελίνα! Ραντεβού Τροίας και Πατησίων, Τετάρτη 27 Ιουλίου». Ραντεβού!
«Και πώς το κατάλαβε; Γιατί, να τα έμαθε από κάπου, αποκλείεται! Μόνον εγώ και η Ειρήνη το ξέραμε. Πού είναι το σουτιέν του μαγιό; Ελίνα, έχεις χαζέψει! Πού είναι κι αυτό το μαλακισμένο, πού το άφησα;»
Το «μαλακισμένο» ήταν το ασύρματο, που ακουγόταν να χτυπάει από κάποιο απροσδιόριστο σημείο του σπιτιού. Το βρήκε ακριβώς κάτω από το σουτιέν.
«Έλα Ρηνιώ, όχι μωρό μου, δεν έβρισκα το τηλέφωνο. Τι έγινε; … Η μικρή; … Καλά κορίτσι μου, μη στεναχωριέσαι, όκευ, ναι, τα λέμε όταν γυρίσεις.» Εκνευρισμένη, πέταξε τη συσκευή πάνω στο κρεβάτι. Ντροπιασμένη εκείνη, κρύφτηκε μέσα στα σεντόνια.

Τώρα έπρεπε να συμβεί και τούτο; Τι πρόβλημα κι αυτά τα μικρά! Όλο και κάτι θα σου βγάζανε –πότε πυρετούς, πότε δερματικά… Και σήμερα ήταν η μέρα δύσκολη. Ό,τι κι αν προέκυπτε δεν σήκωνε αναβολές, ερχότανε βλέπεις ο ρημαδοτυφώνας και κανείς δεν ήξερε ούτε το πότε ούτε το πού θα χτυπήσει. Ό,τι κι αν προέκυπτε…
Φόρεσε μηχανικά το υπόλοιπο μαγιό, την κοντή της φούστα και μια εξώπλατη μπλούζα που έδενε με κορδόνι στο λαιμό, λες και θα πήγαινε στην παραλία. Πήρε και την ψάθινη του ώμου, έριξε μέσα κλειδιά, πορτοφόλι, τσιγάρα, αποσμητικό και βγήκε σε στυλ «στη βράση κολλάει το σίδερο –θέλω να δω ποιος είσαι, ρε μαλάκα!» Μπήκε στο παλιό Φιέστα και ξεκίνησε φουριόζα για το Πεδίο του Άρεως.
«Κάνα μαλακισμένο θα είναι, ρε πούστη, κάνα μυξιάρικο και θα γελάμε…»

Μέσα σε δέκα λεπτά είχε κιόλας φτάσει στο κέντρο. Άδειοι οι δρόμοι. Από Ομόνοια έπιασε Τρίτης Σεπτεμβρίου, έστριψε Μάρνη και μπήκε Πατησίων εν πλήρη δόξει. Πέρασε την Τροίας: κανείς! Εμ, βέβαια, τι περίμενες ρε κολλητή; Να σου κουνάνε μαντήλι;
Παρκάρισε στο επόμενο τετράγωνο και το ‘κοψε με το πόδι. Όσο πλησίαζε στο σημείο συνάντησης επιβράδυνε ασυναίσθητα, ώσπου, λίγο πριν τη γωνία, σταμάτησε τελείως. Καλέ, τι ερημιά ήταν αυτή; Αγριευόσουνα, η γυναίκα! Δεν ήταν λογικό, όχι, καθόλου. Ούτε λογικό, ούτε και φρόνιμο.
Μια ταραχή την κυρίευσε. Άνοιξε την τσάντα, έβγαλε το πακέτο, κοίταξε γύρω της. Σκατά! Στηρίχτηκε στον τοίχο κι άναψε τσιγάρο.

Τι νόημα είχε τώρα αυτό που έκανε; Έπρεπε να σκεφτεί, να σκεφτεί ψύχραιμα. Τι ήθελε αυτός ο αλήτης, τι μπορούσε να θέλει απ’ αυτήν; Ένα σωρό πράγματα, εδώ που τα λέμε… Το πιθανότερο; Να τη γνωρίσει, να παίξει μαζί της, να πουλήσει μούρη. Αυτό δεν θέλουν συνήθως οι άνθρωποι; Να νιώσουν σπουδαίοι. Ας τον έκανε λοιπόν να νιώσει σπουδαίος με την ανταπόκρισή της, παρά με το ν’ αρχίσει αυτός να βγάζει βρώμες εις βάρος της. Ναι, έτσι έπρεπε να κάνει…
Αν όμως ήτανε κανένας ψυχάκιας, σαν αυτούς που βλέπουμε στις ταινίες; Βέβαια, στην περίπτωση που είχε κάτι κακό στο μυαλό του, εδώ θα της έδινε ραντεβού; Σε τόσο κεντρικό σημείο; Ή μήπως μπορούσε να προβλέψει την κατάσταση και το έκανε επίτηδες για να μην την τρομάξει; Θεέ μου, τι μπέρδεμα!

Προσπάθησε να κυριαρχήσει στον εαυτό της, ελέγχοντας την αναπνοή της. Πέταξε το τσιγάρο και πέρασε το χέρι απ’ τα μαλλιά της τινάζοντάς τα προς τα πίσω, μια κίνηση που συνήθιζε.
Σαν την τρελή έφυγε απ’ το σπίτι, ίσα που πρόλαβε να βάλει λίγη μάσκαρα. Έτσι κι αλλιώς, σπάνια έκανε κάτι παραπάνω. Αυτό ήταν το στυλ που της πήγαινε, το ελεγχόμενα ατημέλητο. Έκανε μισό βήμα προς την οδό Τροίας…
Όχι, ήταν λάθος! Έκανε επιτόπου μεταβολή και (τι στο…;; ) έπεσε με φόρα πάνω σε (κάτι; ) κάποιον που ερχόταν καθώς φαίνεται ίσια πάνω της. Έβγαλε μια κραυγή. Ο άλλος τινάχτηκε και λίγο έλειψε να πέσει. Από τα χέρια του κάτι γλίστρησε με κρότο στο πεζοδρόμιο. Ασυναίσθητα έσκυψε απολογούμενη και το σήκωσε. Ένα κράνος. Καθώς ανασηκωνόταν είδε τον άλλο να σκύβει και τινάχτηκε, το κράνος έσκασε κάτω και πάλι με τον υπόκωφο ήχο που σου λέει πως έχεις γελοιοποιηθεί τελείως. Τούτη τη φορά έσκυψαν ταυτόχρονα, τα κορμιά τους συναντήθηκαν, εκείνος προσπάθησε ευγενικά να τη στηρίξει.
«Κάτω τα χέρια σου!»
Έμειναν και οι δύο άναυδοι να κοιτάζονται. Πολύ τυπάς γαμώτη μου, λίγο μεγάλος βέβαια, αλλά πολύ μανάρι -κι αυτή είχε γίνει ρόμπα. Εντελώς.
«Συγγνώμη, δεν ξέρω τι… εγώ φταίω. Περιμένω…»
Άφησε τη φράση μετέωρη.
«Τι περιμένετε, δεσποινίς;»
Η φωνή του ήταν βαθιά και πολύ (πολύ!) μπάσα.
«Εε, περιμένω, δηλαδή ήταν να συναντηθώ εδώ μ’ ένα πρόσωπο που…»
«…δεν σας είναι συμπαθές;», τη βοήθησε.
«Καθόλου! Δεν φαντάζομαι να…» Δαγκώθηκε. Συνέχιζε να γελοιοποιείται. Συστηματικά και κατ’ εξακολούθηση.
«Να…; » Τον κοίταζε συντετριμμένη.
«Όχι, τίποτα. Συγγνώμη, δεν ξέρω τι έχω πάθει.» Και του έσκασε ένα από τα γοητευτικά χαμόγελα, αλά Ελίνα. «Είναι κι αυτή η ερημιά. Φαίνεται πως κανείς δεν κυκλοφορεί σήμερα, εκτός…»
«Εκτός από μας τους δυο, ε;» Ο άγνωστος άντρας φαινόταν να το διασκεδάζει. «Είναι πράγματι παράξενο.»
«Λέτε;» Η Ελίνα άρχιζε σιγά-σιγά να ξεθαρρεύει. «Για να πω την αλήθεια, αν δεν είχα αυτό το… την υποχρέωση, ούτε που θα το σκεφτόμουν να κατέβω στο κέντρο. «Φαντάζομαι ότι δεν δουλεύει τίποτα. Οι υπηρεσίες κλειστές, ο περισσότερος κόσμος λείπει…»
Ο άντρας φάνηκε να το σκέφτεται.
«Απ’ την άλλη πάλι», συνέχισε εκείνη, «υπάρχουν οι εκπτώσεις, οι τουρίστες…»
«Έχετε δίκιο», της απάντησε. «Δεν ακούγεται λογικό, οι τουρίστες να τρόμαξαν απ’ την ειδησεογραφία και να κλειδώθηκαν στα ξενοδοχεία τους. Και οι δημόσιοι υπάλληλοι –εγώ ας πούμε- έχουν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να ασχοληθούν με άλλες δουλειές… ή με τις εκπτώσεις.»
Στο σημείο αυτό ήταν η σειρά του να χαμογελάσει –ένα χαμόγελο πολύ γλυκό, αλλά και ανδροπρεπές μ’ έναν εντελώς δικό του τρόπο. Καθώς μιλούσαν είχαν μηχανικά κινηθεί και οι δύο προς τη συμβολή των δρόμων και τώρα στέκονταν αμήχανα κάτω από την πινακίδα που πληροφορούσε τους περαστικούς ότι η συγκεκριμένη πάροδος της Πατησίων ήταν η οδός Τροίας. Ο άντρας έβγαλε ένα πακέτο άφιλτρα τσιγάρα και της πρότεινε διστακτικά.
«Ευχαριστώ, έχω τα δικά μου, τα ελαφριά», του απάντησε, ανοίγοντας πάλι την τσάντα της.

Έμειναν να στέκονται εκεί καπνίζοντας, δυο άγνωστοι, ο ένας δίπλα στον άλλο, σαν στρατιώτες που απολαμβάνουν μια προσωρινή κατάπαυση πυρός. Εκείνη να αναρωτιέται αν έχει κάποιο νόημα να περιμένει, αλλά με διάθεση σαφώς ανεβασμένη λόγω της απρόσμενης, ευχάριστης εξέλιξης και εκείνος ξαφνικά σοβαρός και (ανήσυχος; ) απόμακρος. Το ταξί που εμφανίστηκε στη διασταύρωση της οδού Μάρνη τράβηξε την προσοχή τους.
«Έχουμε παρέα», είπε ο Οδυσσέας, καθώς το κίτρινο όπελ, αφού πέρασε τα φανάρια, συνέχισε κινούμενο επί της Πατησίων χωρίς να αναπτύσσει ταχύτητα. Η Ελίνα κούνησε το κεφάλι της.

Όλη η σκηνή είχε κάτι το απόκοσμο. Ο άντρας και η γυναίκα λουσμένοι στο πρωινό φως, χωρίς να επιζητούν τη σκιά που έριχναν άφθονη τα κτίρια γύρω τους. Και το ταξί να πλησιάζει αργά, λες και το σκηνοθετούσε ο Μπράιαν ντε Πάλμα. Θα ‘λεγε κανείς πως (η Ελίνα ανατρίχιασε) ερχόταν εκεί, γι’ αυτούς!

Και πράγματι, σταμάτησε στην απέναντι γωνία. Από μέσα κατέβηκε ένας νεαρός. Μαθητής; Φοιτητής; Έδειχνε αποπροσανατολισμένος αλλά όχι αμήχανος. Έμεινε να τους κοιτάζει για λίγη ώρα, ύστερα με αποφασιστικό βήμα κατευθύνθηκε προς το μέρος τους. Σαν έκπτωτος άγγελος, πρόλαβε να σκεφτεί η Ελίνα, καθώς ο Άρης έμπαινε στο φως και τα ξανθά μαλλιά του μεταμορφώνονταν σε χρυσό φωτοστέφανο. Τα μάτια του φάνηκαν να πηγαίνουν προς τον άντρα, αλλά τελικά καρφώθηκαν πάνω της. Η φωνή του ήταν σταθερή, φωνή ανθρώπου μαθημένου να προκαλεί την προσοχή, όταν έλεγε:
«Είμαι ο Άρης Νικολάου. Γνωρίζει κανείς γιατί μαζευτήκαμε εδώ;»

3- Αλεξάνδρα

χει η ζωή σχέδιο; Υπάρχουν δυνάμεις, άγνωστες, αόρατες δυνάμεις, που καθορίζουν τα βιώματα και τις επιλογές μας; Τους ανθρώπους που συναντάμε, τις ξαφνικές μεταστροφές μας, τα φαινομενικά ασήμαντα λάθη μας;
Είναι τα συμβάντα της ζωής μας το αποτέλεσμα της συνάντησης της προσωπικής μας ιστορίας με τις προσωπικές ιστορίες των άλλων; Και ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος της τύχης; Υπάρχει τύχη; Ή, μήπως, τα πάντα κατευθύνονται από κάποιον παράγοντα άγνωστο, ακόμα και στα σαΐνια της σύγχρονης επιστήμης; Κι αυτός ο παράγοντας, αν υποθέσουμε ότι υπάρχει, πού βρίσκεται; Έξω ή μέσα μας;

Ωχ, Αλεξάνδρα, κορίτσι μου, τι φιλοσοφίες είναι αυτές πρωί-πρωί; Χαλάρωσε λίγο, απόλαυσε το δρόμο, τον απολύτως έρημο δρόμο χωρίς την παραμικρή υπόνοια κυκλοφορίας. Πότε θα την ξαναδείς έτσι την πόλη σου; Απόλαυσε τη δροσιά, απόλαυσε τη μουσική, πότε θα σου ξανατύχει ταξιτζής που ακούει Μότσαρτ; Ή ο,τιδήποτε είναι αυτό που ακούγεται; Ακόμα κι εσύ, που συνήθως βρίσκεις την κλασσική μουσική βαρετή, αυτή τη στιγμή νιώθεις πως δεν θα ‘θελες τίποτε άλλο: να κάθεσαι βυθισμένη στο δερμάτινο κάθισμα, πίσω από αυτό το θαύμα της φύσης, απολαμβάνοντας ένα κουαρτέτο εγχόρδων.

Από όποια πλευρά κι αν το δεις πάντως, η σημερινή φάση μοιάζει σκηνοθετημένη, τα πάντα μοιάζουν οργανωμένα σαν μέρος ενός αόρατου σχεδίου. Πώς το έλεγε εκείνο το βιβλίο που σου έκανε δώρο ο Φοίβος και που δεν κατάφερες ποτέ να τελειώσεις: σαν μια μπερδεμένη, πολύπλοκη εικόνα πάνω στο χαλί, της οποίας το σχέδιο δεν μπορείς να ξεδιαλύνεις και που ωστόσο κάποιος κατασκεύασε γνωρίζοντας ακριβώς τι απεικονίζει.

Η κυρά-Αλεξάνδρα, για παράδειγμα, το ξωτικό της γειτονιάς. Η γεροντοκόρη κουτσομπόλα που, δυο χρόνια τώρα, άγνωστο γιατί, σ’ έχει υπό την προστασία της. Ίσως λόγω της συνωνυμίας σας. Πόσο τυχαία μπορεί να θεωρηθεί η πρωινή της εμφάνιση; Κατ’ αρχάς, σε κατευθύνει να βρεις το σημείωμα του αγνώστου στο γραμματοκιβώτιο. Στη συνέχεια…

… η συνέχεια είναι το πιο απίστευτο, ένα από τα πιο απίθανα που σου έχουν συμβεί.

«Κυρ’ Αλεξάνδρα, πρέπει να φύγω!»
«Πού θα πας κορίτσι μου μες στην ερημιά, στην κατάστασή σου;»
«Η κατάστασή μου είναι μια χαρά. Αφού σου είπα, γατί δεν με πιστεύεις;»
Η φωνή της Αλεξάνδρας, ανεβασμένη μερικά ημιτόνια, πρόδιδε την ταραχή και την ανυπομονησία της. Η άλλη, το χαβά της.
«Άκουσε να δεις κοριτσάκι μου. Είσαι πολύ μικρή για να με κοροϊδέψεις εμένα. Εγώ παιδιά δεν έχω –ξέρω όμως! Κι όταν λέει η κυρ’ Αλεξάνδρα πως έχεις στην κοιλιά σου παιδί, να ‘σαι σίγουρη σα να το άκουσες να σαλεύει. Έλα πάμε μέσα!»
«Μα πρέπει να φύγω σου λέω!»
Της έλεγε, αλλά την ακολουθούσε σαν υπνωτισμένη.
«Μπες και σώπα! …Κάθισε καλή μου…, έτσι μπράβο! Για να δούμε τώρα…»
Πήγαινε κι ερχόταν ανακατεύοντας τα τσουμπλέκια της και μιλώντας ακατάπαυστα. Η Αλεξάνδρα, που στην αρχή παρακολουθούσε σα χαμένη, βυθιζόταν σιγά-σιγά σε μια νιρβάνα παραίτησης. Ένιωθε τόσο κουρασμένη, τόσο αβοήθητη…
«Πώς τον πίνεις, λέω…»
«Ποιον;»
«Τον καφέ, λέω, πώς τον πίνεις;»
«Εε, μέτριο»
Την άφησε να φτιάχνει καφέ. Τι να της πει; Έτσι θα ησύχαζε λίγο. Θα την άφηνε λίγο να σκεφτεί, να βάλει τις ιδέες της σε μια τάξη.

Το σημείωμα! Η κάρτα με τον πελαργό που φέρνει το μωρό. Ποιος την είχε ρίξει στο γραμματοκιβώτιό της; Όποιος και να ‘ταν, θα πρέπει να ήξερε για την εγκυμοσύνη της. Μια εγκυμοσύνη που μέχρι χθες βράδυ την αγνοούσε και η ίδια. Πώς μπορούσε αυτός να ξέρει και μάλιστα να υπονοεί ότι… ότι γνώριζε ποιος… όχι, δεν γίνονται αυτά τα πράγματα! Απλά, δεν γίνονται!

«Ορίστε το καφεδάκι! Στάσου να σου φέρω και νερό. Μια γουλιά θα πιεις μόνο… απ’ τον καφέ εννοώ. Αν θέλεις μετά θα σου φτιάξω άλλον.»
«Εε, δεν πειράζει… Εξάλλου πρέπει να φύγω», είπε προσπαθώντας ν’ ακουστεί αποφασισμένη.
«Όλο στο φευγιό έχεις το μυαλό σου. Πού θες να πας; Εκεί που σου γράφει ο προκομμένος;»
«Ποιος… Ωχ, κυρ’ Αλεξάνδρα, όλα θέλεις να τα μαθαίνεις!»
Η άλλη την κοίταξε πονηρά αλλά δεν επέμεινε. Άφησε ένα ποτήρι νερό μπροστά της και βγήκε απ’ το δωμάτιο. «Τώρα, έρχομαι», ακούστηκε η φωνή της. «Μια γουλιά μόνο!» Τι παράξενη γυναίκα!

Τροίας και Πατησίων… Πού ακριβώς είναι αυτό; Και τι υπάρχει εκεί; Ήταν φρόνιμο να πάει μόνη της; Αλλά και με ποιον άλλον;
Ήπιε μια γουλιά καφέ κι έβγαλε τα τσιγάρα της. Τι είχε πει το πρωί; Ότι αν βγει το τεστ θετικό θα πρέπει να το κόψει. Όμως δεδομένης της κατάστασης… Αχ, γιατί έπρεπε να γίνει έτσι, γιατί ρε γαμώτο;

«Φτού σου…! Καλέ! Καλά και σε πρόλαβα», ήρθε φουριόζα η κυρά-Αλεξάνδρα να της αρπάξει το φλιτζάνι, την ώρα που ετοιμαζόταν να το βάλει στο στόμα της. «Δεν σου είπα μόνο μια γουλιά;»
«Κυρ’ Αλεξάνδρα, τι κάνεις; Γιατί μου παίρνεις τον καφέ;»
«Κοίτα τη δουλειά σου! Α, μα έπρεπε να σου πάρω και το τσιγάρο!» Και χαμηλώνοντας τον τόνο της: «Δεν είναι σωστό να καπνίζεις τώρα.»
Από κει και μετά, η Αλεξάνδρα την έχασε. Με μαεστρία βιρτουόζου η άλλη, έχυσε τον καφέ, τουμπάρισε το φλιτζάνι στο πιατάκι, τράβηξε την καρέκλα, έκανε κάτι παράξενες υποκλίσεις λέγοντας παράξενα λόγια, φόρεσε τα γυαλιά της, σήκωσε το φλιτζάνι κι άρχισε να κοιτάζει μια μέσα του και μια την Αλεξάνδρα, μουρμουρίζοντας και στραβώνοντας τα χείλη της. Ύστερα…

«Τέσσερις αρσενικούς βλέπω… Τον έναν στην κοιλιά σου.» …Ωχ!
«Ταξίδι μεγάλο βλέπω… Είναι και μια τσούπρα, μελαχρινή… κόντρα μεγάλη να ‘χετε κι αντιζηλία βλέπω…» Ξανά ματά, ωχ!

«Κυρ’ Αλεξάνδρα, αυτοί οι τρεις…», αποτόλμησε κι ευθύς η άλλη την αποπήρε.
«Σσστ! Εγώ μιλάω! Ό,τι βλέπω, θα στο πω. Τα υπόλοιπα θα τά βρεις μοναχή σου.»
Έτσι, απόμεινε να την παρακολουθεί σαν τον πιστό π’ ακούει το κήρυγμα. Πού και πού πήγαινε να την πιάσει νευρικό και το ‘πνιγε. Όσο να ‘ναι, η περιέργεια ήταν ισχυρότερη.

«Τους δυο τούς γνωρίζεις. Ο τρίτος σου είναι άγνωστος. Όλοι μαζί κινάτε για ταξίδι, μα μόνον ένας φτάνει…» Σταμάτησε σμίγοντας τα φρύδια. Έβγαλε τα γυαλιά της, τα σκούπισε… Το βλέμμα της συγκεντρώθηκε για λίγο με τρομερή ένταση, ύστερα φάνηκε να εγκαταλείπει την προσπάθεια.
«Αυτά βλέπω μόνο», απολογήθηκε.
Η Αλεξάνδρα έκανε να μιλήσει, αλλά η άλλη την έκοψε.
«Σώπα, δεν έχουμε καιρό». Της πήρε το χέρι και το ‘σφιξε στα γέρικα δικά της. «Δεν μ’ αρέσανε αυτά που είδα… γι’ αυτό θέλω να σου δώσω μια συμβουλή. Θα μ’ ακούσεις;» Φαινόταν συγκινημένη.
«Σ’ ακούω, κυρ’ Αλεξάνδρα, όλα όσα μου λες τ’ ακούω. Κι ας μην καταλαβαίνω καλά γιατί μου τα λες.»
«Στα λέω γιατί κι εμένα με παράτησε κάποτε ο λεγάμενος φουσκωμένη. Γι’ αυτό στα λέω. Για να μην καταλήξεις σαν κι εμένα.»
Συγκινημένη τώρα και η Αλεξάνδρα σηκώθηκε και την αγκάλιασε. Ακούστηκε ένα κορνάρισμα.
«Ήρθε το ταξί σου.» Τι της έλεγε;
«Το ταξί μου; Δεν κάλεσα ταξί.»
«Κάλεσα εγώ. Αν δεν έχεις λεφτά, να σου δώσω.»
«Σ’ ευχαριστώ, μα δεν χρειαζόταν. Θα κατέβαινα στο δρόμο…»
«Και δε θα ‘βρισκες τίποτα. Κι αν έβρισκες θα φοβόσουν να μπεις. Άντε, φτάνουν οι αγκαλιές, πήγαινε τώρα…»
Τη φίλησε και πήγε στην πόρτα. Τελευταία στιγμή το θυμήθηκε.
«Τη συμβουλή, κυρά-Αλεξάνδρα.»
Η άλλη την κοίταξε σα να μην καταλαβαίνει. Ύστερα κούνησε το κεφάλι της.
«Το ταξίδι», είπε. «Δες το σα να είναι το δικό σου ταξίδι.» Η Αλεξάνδρα δεν κουνήθηκε. «Θα είναι κι άλλοι εκεί. Όμως το ταξίδι είναι το ΔΙΚΟ ΣΟΥ ταξίδι. Κατάλαβες; Πήγαινε τώρα.»

Και να που βρισκόταν μέσα στο ταξί πηγαίνοντας στο άγνωστο και ακούγοντας Μότσαρτ. (Ή μήπως ήταν Βιβάλντι; )

«Σας ενοχλεί η μουσική, μις;» Ε, αυτό πια!
«Δεν μ’ ενοχλεί καθόλου. Μ’ αρέσει.»
Ο υπερτραφής άνδρας κούνησε το κεφάλι ικανοποιημένος. Ταξίδι…
Τρεις αρσενικοί, λέει. Τρεις…

Υπάρχει Τρίτος.

Κατάλαβε ότι ο οδηγός τη ρωτούσε κάτι.
«Συγγνώμη, τι μου είπατε;»
«Αυτόν τον κακομοίρη, λέω, να τον πάρουμε; Ό,τι μου πείτε εσείς.»
«Δεν υπάρχει πρόβλημα. Αν δεν μας βγάλει απ’ το δρόμο μας…»
Όμως ο άνδρας δεν είχε κανένα σκοπό να τους βγάλει απ’ το δρόμο τους.
«Τροίας και Πατησίων, φτάνουν πέντε ευρώ;» Ο ταξιτζής έβαλε τα γέλια.
«Συνεννοημένοι είσαστε;»

Οι συμπτώσεις που λέγαμε, σκέφτηκε η Αλεξάνδρα. Φαίνεται πως ακόμα δεν έχουμε δει τίποτα.

Και, φυσικά, είχε δίκιο.

4- Άρης

ην ώρα που ο Άρης Νικολάου έφτανε στην έρημη λεωφόρο Βουλιαγμένης με το μισοφαγωμένο ντόνατ στο χέρι, το ρολόι του έδειχνε εννιά και εικοσιτέσσερα. Όταν συνειδητοποίησε πως δεν πρόκειται να περάσει ταξί, είχε πάει δέκα παρά είκοσι.
Αυτή η ερημιά ήταν ανεξήγητη. Το φροντιστήριο λειτουργούσε κανονικά. Ο Κωνσταντίνος θα πήγαινε με το αυτοκίνητο του πατέρα του. Και οι άλλοι μαθητές προφανώς. Δεν υπήρχε τίποτα που να δικαιολογεί ότι η ζωή έχει σταματήσει. Έπρεπε να κυκλοφορούν αυτοκίνητα. Κι όμως εδώ και ένα τέταρτο δεν είχε περάσει ούτε ένα.

Έβγαλε το κινητό του και κάλεσε τα ραδιοταξί της Γλυφάδας. Πάλι καλά, σκέφτηκε, που τα τηλέφωνα λειτουργούν! Η φωνή της τηλεφωνήτριας ακούστηκε φυσική όταν τον καλημέρισε και του εξήγησε ότι ένα ταξί θα περνούσε σε λιγότερο από δέκα λεπτά να τον πάρει.
Πράγματι, σε πέντε λεπτά το ταξί ήταν εκεί. «Τροίας και Πατησίων», είπε ο Άρης μπαίνοντας κι ενστικτωδώς τραβήχτηκε καθώς ο άλλος σήκωνε το χέρι προς το τζι-πι-ες.
«Σιγά, ρε φιλαράκι, δεν θα σε χτυπήσω», είπε ο άλλος γελώντας.
«Είναι που μου θυμίσατε το μαθηματικό μου».
«Βαράει άσκημα, ε;», μπήκε στο νόημα ο ταξιτζής. «Το ‘χουν οι μαθηματικοί φαίνεται.» Κι άρχισε να του λέει μια ιστορία, απ’ την οποία ο Άρης δεν άκουσε λέξη.

Δεν έχω αέρα.

Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι το μήνυμα ήταν από κείνον. Και ήταν επίσης σίγουρο ότι βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση. Αυτό το έκαναν φανερό τόσο το περιεχόμενο του μηνύματος, όσο και το γεγονός ότι απευθυνόταν στον Άρη μετά από τόσα χρόνια…

Όταν ο Παναγιώτης Νικολάου τους άφησε, εκείνον και τη Χρυσάνθη, ο Άρης ήταν δώδεκα χρονών. Αγαπούσε πολύ τον πατέρα του, παραπάνω από το υγιές για ένα αγόρι της ηλικίας του. Ο Παναγιώτης ήταν ο θεός του από τότε… από εκείνο το περιστατικό στη θάλασσα…Κανείς δεν το ήξερε, κανείς δεν το έμαθε ποτέ. Δεν χρειάστηκε να πουν τίποτα οι δυο τους, δεν χρειάστηκε να συνεννοηθούν. Έγινε το μυστικό τους, ένας αόρατος δεσμός αναμεταξύ τους και, συγχρόνως, ένα όριο -ένα όριο ανάμεσα σ’ αυτούς και στους άλλους…
Όπου πήγαιναν, ξεχώριζαν -η Χρυσάνθη, η μητέρα του, φαινόταν δίπλα τους σχεδόν ξένη. Η δουλειά του Παναγιώτη στην κρατική τηλεόραση του άφηνε αρκετή ελευθερία και συχνά έπαιρνε το μικρό μαζί του στο γραφείο, ακόμα και σε γυρίσματα. Τέτοιες στιγμές, ο Άρης ένιωθε στην κορυφή του κόσμου.
Φίλους είχε ελάχιστους, δεν έκανε πολύ παρέα με συνομήλικούς του. Ήταν μπροστά από την ηλικία του και θεωρούσε αυτονόητο τον ηγετικό ρόλο σε οποιαδήποτε δραστηριότητα. Τα κορίτσια τον λάτρευαν. Τα αγόρια επιδίωκαν τη φιλία του κι όταν τα απέρριπτε τον φθονούσαν. Έτσι μεγάλωνε ο Άρης, σ’ έναν κόσμο που φαινόταν έτοιμος να του παραδοθεί. Κι ύστερα, μια μέρα, ο θεός του τον πρόδωσε…

Δεν ξαναμίλησαν από τότε. Μετά το διαζύγιο, ο Άρης αρνήθηκε πεισματικά οποιαδήποτε σχέση με τον πατέρα του. Αν τον ρωτούσες, δεν ήξερε να πει γιατί. Στην αρχή από ένστικτο. Είχε συνηθίσει με την επιμονή να γίνεται πάντα το δικό του –άργησε να καταλάβει ότι εδώ τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ύστερα μπήκε ο Μιχάλης, ο πατριός, στη ζωή του και, σιγά-σιγά, με τον διακριτικό του τρόπο, ανέλαβε αυτός το ρόλο του ηθικού στηρίγματος. Τώρα, στα δεκαεπτά του, ο Άρης ένιωθε πλέον άντρας. Πάει να πει, δεν είχε ανάγκη κανέναν.

«Πολύ παράξενη αυτή η ερημιά.»
Η παρατήρηση τον επανέφερε στο παρόν. Βρίσκονταν σταματημένοι στο φανάρι της Καλλιρρόης. Από καθαρή ευσυνειδησία, φυσικά, μιας που, εκτός απ’ αυτούς, δεν κινιόταν τίποτα.
«Μέχρις εδώ, ούτε ένα αμάξι.», συνέχισε ο ταξιτζής ξεκινώντας. «Ούτε και πεζό είδα. Πρόσεξες εσύ κανέναν;»
«Εε, όχι, δεν είδα. Θα υπάρχει κάποια εξήγηση βέβαια..»
«Τι να σου πω φιλαράκι», είπε ο οδηγός περνώντας με τετάρτη μπροστά απ’ τον Άγνωστο (και πολύ μοναχικό) στρατιώτη. «Στην παραλία, πάντως, υπήρχε κίνηση.»
«Αλήθεια, ε; Κι εγώ εκεί έπρεπε να βρίσκομαι τώρα.» Και, καθώς ο άλλος δεν έκανε σχόλιο, διευκρίνισε μονολεκτικά: «Φροντιστήριο».
Ο ταξιτζής γύρισε και τον κοίταξε με σεβασμό.
«Κοπάνα;»
«Οικογενειακοί λόγοι.»
«Α..»

Σε λίγα λεπτά έστριβαν Πατησίων. Περνώντας το Πεδίο του Άρεως ο ταξιτζής παρατήρησε: «Επιτέλους άνθρωποι. Εσένα περιμένουν;»
«Έτσι φαίνεται», απάντησε αυτός. Και πράγματι, έτσι φαινόταν.

Ζήτησε και κατέβηκε στην απέναντι γωνία. Του ερχόταν πολύ παράξενο να απευθυνθεί έτσι αμέσως σε δύο άγνωστους ανθρώπους κι ωστόσο, δεδομένων των συνθηκών, ήταν η μόνη λογική επιλογή.
Σκέφτηκε τι θα μπορούσε να τους πει. Να τους ρωτήσει αν περιμένουν κάτι –ήταν ολοφάνερο. Να τους ρωτήσει αν περιμένουν αυτόν –πολύ αδέξιο. Μάζεψε όλο του το κουράγιο και προχώρησε προς το μέρος τους με όσο πιο σταθερό βήμα μπορούσε.
Ένιωθε σαν ηθοποιός πάνω στη σκηνή, μια σκηνή ονείρου. Προχωρούσε κανονικά έχοντας ωστόσο διαρκώς την αίσθηση της αργής κίνησης. Πλησιάζοντας παρατηρούσε τον άντρα και τη γυναίκα. Εκείνος θα ‘ταν ίσως στην ηλικία του πατέρα του, αν και η γκριμάτσα στο πρόσωπό του που τύφλωνε ο ήλιος δεν βοηθούσε στον προσδιορισμό. Εκείνη έμοιαζε με κόρη του, ίσως λίγο μεγαλύτερη απ’ τον Άρη.
«Είμαι ο Άρης Νικολάου», είπε. Τα επόμενα λόγια που βγήκαν απ’ το στόμα του αιφνιδίασαν και τον ίδιο. «Γνωρίζει κανείς γιατί μαζευτήκαμε εδώ;»

Πρώτη αντέδρασε η κοπέλα.
«Είμαι η Ελίνα», είπε. Στο μυαλό του Άρη κάτι κουδούνισε. Η φωνή της ήταν βραχνή, αλλά δεν μπορούσε να συγκριθεί με τη βραχνάδα του άντρα όταν είπε:
«Εγώ είμαι ο Οδυσσέας. Θέλετε να πάμε στη σκιά;»

Κινήθηκαν προς το απέναντι πεζοδρόμιο. Η Ελίνα θεώρησε καλό να διευκρινίσει:
«Είμαι εδώ εξαιτίας ενός μηνύματος. Έμοιαζε με φάρσα.» Οι άλλοι δύο περίμεναν τη συνέχεια. Εκείνη κοιτούσε τώρα τον Άρη. «Δεν… Προφανώς δεν το έστειλες εσύ;»
«Έχω την κατάλληλη ηλικία, ε;», απάντησε προκλητικά εκείνος.
«Εντάξει, τι να πω, μήπως ξέρω; Εσύ ρώτησες στο κάτω-κάτω.» Ήταν φανερά ενοχλημένη. Μαλάκα, άσχημα ξεκίνησες, σκέφτηκε ο Άρης.
«Πειράχτηκες; Γι αστείο το ‘πα, βλακεία μου…»
«Αν κατάλαβα καλά», επενέβη ο Οδυσσέας, «όλοι έχουμε πάρει κάποιο μήνυμα;»
«Εγώ πήρα ένα, αλλά δεν έμοιαζε με φάρσα», είπε ο Άρης. «Εκτός αν ο πατέρας μου άρχισε τις μαλακίες στα γεράματα».
«Αν κρίνω απ’ την ηλικία σου, μιας που την ανέφερες, ο πατέρας σου δεν μπορεί να είναι γέρος», είπε η Ελίνα, δήθεν αδιάφορα.
Ατίθασο μωρό, σκέφτηκε ο Άρης. Είναι φανερό ότι κάνει παιχνίδι με τον τύπο. Και τη λένε Ελίνα…

«Κάποιος λοιπόν μας μάζεψε εδώ», συνέχισε ο Οδυσσέας. «Το ότι πιστεύεις πως αυτός ο κάποιος είναι ο πατέρας σου δεν λέει και πολλά, γιατί κι εγώ θα ορκιζόμουν για το δικό μου μήνυμα ότι προέρχεται από ένα αγαπημένο μου πρόσωπο. Εκτός…»
Αντανακλαστικά έτριψε τη μύτη και το πάνω χείλος του.
«Εκτός;», ρώτησε η Ελίνα.
«Εκτός αν το εν λόγω πρόσωπο και ο πατέρας του Άρη γνωρίζονται». Τα μάτια του είχαν γίνει δυο σχισμές. Κι αυτή τη φορά δεν έφταιγε ο ήλιος.
«Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν πιστεύω πως το δικό μου μήνυμα προήλθε απ’ τα πρόσωπα που λέτε», είπε εκείνη και βυθίστηκε σε μια προβληματισμένη σιωπή.
Σιωπή που έσπασε ο Άρης δείχνοντας κάπου στο δρόμο: «Ίσως αυτός που έρχεται μας λύσει την απορία.»

Και πράγματι, για άλλη μια φορά ένα ταξί φαινόταν να μπαίνει απ’ την οδό Μάρνη στην Πατησίων. Στοιχισμένοι και οι τρεις, ο ένας δίπλα στον άλλο, παρακολουθούσαν τώρα το ταξί να πλησιάζει. Αυτή τη φορά το αυτοκίνητο σταμάτησε ακριβώς δίπλα τους. Για λίγο δεν έγινε καμία κίνηση, καθώς ο άγνωστος πλήρωνε προφανώς για την κούρσα. Η ανυπομονησία των τριών είχε χτυπήσει κόκκινο. Η Ελίνα ενστικτωδώς είχε πιάσει το μπράτσο του Άρη και το έσφιγγε. «Συγγνώμη», μουρμούρισε ντροπιασμένη.
Δεν πρόλαβε να της απαντήσει. Η πίσω πόρτα άνοιξε και κατέβηκε μια κοπέλα. Σχεδόν ταυτόχρονα άνοιξε και η μπροστινή πόρτα απ’ όπου εμφανίστηκε το ξυρισμένο κεφάλι ενός άντρα. Σαν σε αργή κίνηση ο άντρας βγήκε κλείνοντας πίσω του την πόρτα και το ταξί απομακρύνθηκε. Οι νεοφερμένοι βρέθηκαν να κοιτάζονται με τους «παλιούς», χωρίς κανείς να αποφασίζει να μιλήσει.

Ύστερα, ένας κινητήρας ακούστηκε να βάζει μπροστά και όλοι τινάχτηκαν ξαφνιασμένοι. Μισό τετράγωνο παρακάτω, ένα φορτηγάκι «Βαν» που φαινόταν τόση ώρα παρκαρισμένο, ξεκόλλησε από το πεζοδρόμιο πλησιάζοντας αργά προς το μέρος τους. Ένα παράθυρο κατέβηκε κι ένας μουσάτος νεαρός τους έριξε την ατάκα, σαν πέναλτι εκτελεσμένο στο γάμα.
«Τώρα που μαζευτήκατε οι πέντε, μπορούμε να ξεκινήσουμε;»

5-Οδυσσέας

ι ήχοι που ακούει το ανθρώπινο αυτί έχουν ένα περιορισμένο εύρος, γύρω στα είκοσι χιλιάδες χερτζ. Αυτό μας είναι αρκετό για να αντιλαμβανόμαστε τα περισσότερα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω μας και έχουν για μας κάποια σημασία, για παράδειγμα, τον εκφωνητή των βραδινών ειδήσεων, τους ήχους που παράγουν τα όργανα της ορχήστρας ή τον κανακάρη της γειτόνισσας που επιστρέφει με το μηχανάκι στις δύο το πρωί. Μπορούμε να αντιληφθούμε ακόμα και τον ήχο της αναπνοής ή των στοματικών εκκρίσεων, των δικών μας ή του συντρόφου μας, αν υποθέσουμε ότι αυτός είναι τόσο κοντά μας. Δεν αντιλαμβανόμαστε όμως ήχους από τη διαπνοή των φυτών ή από τα βακτηρίδια που στήνουν πάρτι στο στόμα μας. Μάλλον θα μας τρέλαιναν τέτοιου είδους ήχοι.
Συχνά, ο Οδυσσέας σκεφτόταν ότι θα μπορούσαμε αν θέλαμε να ανιχνεύουμε ακόμα κι αυτούς τους ήχους που το αυτί μας δεν μπορεί να συλλάβει, με τη βοήθεια ειδικών συσκευών, κάτι σαν εξελιγμένα ακουστικά βαρηκοΐας. Ποιος θα ήθελε όμως ν’ ακούει τους ήχους των μικροοργανισμών ή τους υπέρηχους; Αρκετή φασαρία δεν έχουμε κι έτσι; Εκτός αν..
Εκτός αν μπορούσαμε ν’ ακούμε άλλα γεγονότα, ψυχικά. Τη θλίψη, ας πούμε, του συνανθρώπου μας. (Θα μας ενδιέφερε; ) Ή την καλά κρυμμένη οργή του υπαλλήλου που μας εξυπηρετεί. Ή τον φθόνο του συναδέλφου μας. Θα μπορούσαμε ν’ ακούμε τα όνειρα; Ή τον κίνδυνο που πλησιάζει;

Τέτοια σκεφτόταν καπνίζοντας το τσιγάρο του και προσπαθώντας να καταλάβει τι ακριβώς του συνέβαινε. Η κοπέλα δίπλα του κάπνιζε κι αυτή σωπαίνοντας. Τι σήμαινε η σιωπή της; Τι σήμαινε η ξαφνική παρουσία της στη ζωή του; Για ποιο λόγο στέκονταν οι δυο τους εδώ, σε μια έρημη οδό Πατησίων, μέσα στον ήλιο του καλοκαιριάτικου πρωινού; Κι αυτή η σιωπή! Ακόμα και οι κινήσεις φάνταζαν, αίφνης, εξωπραγματικές, πιο αργές, σαν να γλιστρούσε η πραγματικότητα μέσα σ’ ένα όνειρο.
Ο ερχομός του Άρη διέκοψε τις σκέψεις του. Νικολάου…, ο ήχος των συμπτώσεων. Είχε μια έπαρση ο νεαρός, αλλά κατά κάποιο τρόπο γινόταν συμπαθής, ίσως λόγω του παρουσιαστικού του. Ακόμα δεν γνωρίστηκε κι άρχισε ένα παιχνίδι εντυπώσεων με την κοπέλα, την Ελίνα. Νέα γενιά. Επιθετική επικοινωνία, φλερτ, ανταγωνισμός.

Ύστερα τα πάντα εξελίχθηκαν κινηματογραφικά. Το δεύτερο ταξί, οι δύο νεοφερμένοι, το φορτηγάκι. Τι έλεγε ο οδηγός; Κάτι για τους πέντε… Πλησίασε ν’ ακούσει. Η μέρα δεν θα τέλειωνε εύκολα.

Αυτή η εξέλιξη ήταν τουλάχιστον αναπάντεχη. Όταν ο Οδυσσέας έφευγε βιαστικά από το σπίτι της οδού Μαυροματαίων πίστευε πως πήγαινε προς συνάντηση εκείνης. Εκείνης που, αναμφίβολα, του έστειλε το φαξ (τι φαξ; ένα ρολό ολόκληρο!) με το σήμα κινδύνου.
Τι της είχε συμβεί; Κάτι πολύ σοβαρό, ασφαλώς, για να απευθυνθεί σ’ αυτόν, να ζητήσει τη βοήθειά του, μετά από τόσα χρόνια.
Το ίδιο το σημείο συνάντησης ήταν πολύ παράξενο, συν το γεγονός ότι δεν του καθόριζε ακριβή ώρα. Βέβαια, αυτό θα μπορούσε απλώς να σημαίνει: έλα τώρα, αμέσως! Έτσι, μπορούσε να εξηγηθεί και η επιλογή του τόπου, δυο βήματα απ’ το σπίτι του (αν και αυτό θα προϋπέθετε να γνωρίζει η Χρυσάνθη ότι μένει περιστασιακά στο πατρικό του).
Από πού, όμως, έστειλε το φαξ; Τα πάντα γύρω φαίνονταν κλειστά. Και πού ήταν η ίδια; Όχι μόνο δεν φαινόταν πουθενά, αλλά είχαν μαζευτεί και όλοι αυτοί οι απίθανοι τύποι! Το μυαλό του πήγε πάλι στον Άρη. Ο νεαρός λεγόταν Νικολάου, ήταν άραγε απλή συνωνυμία; Ο Οδυσσέας ήξερε πως η Χρυσάνθη είχε αποκτήσει με τον Παναγιώτη ένα γιο, δεν θυμόταν όμως να έχει ακούσει ποτέ τ’ όνομά του. Όσο για την ηλικία, σίγουρα ταίριαζε.
Ύστερα, αυτή η κοπέλα… η Ελίνα. Με τα γυαλιά ηλίου δεν μπορούσε να διακρίνει καλά τα χαρακτηριστικά της, φαινόταν όμως πολύ νέα, στην ηλικία που είχαν οι φοιτήτριές του. Τι σχέση είχε αυτή; Υποστήριζε ότι το μήνυμα που έλαβε έμοιαζε φάρσα.
Και οι άλλοι «καλεσμένοι»; Γιατί δεν υπήρχε αμφιβολία ότι είχαν και αυτοί με ανάλογο τρόπο προσκληθεί. Η κοπέλα φαινόταν και αυτή μικρή, αν και είχε κάτι το απροσδιόριστο. Δεν θα ξαφνιαζόταν αν τελικά ήταν αρκετά μεγαλύτερη απ’ την Ελίνα. Όσο για τον άντρα, χωρίς να έχει ακόμα ανοίξει το στόμα του, φαινόταν εντούτοις ταραγμένος.

Η εμφάνιση του βαν τους είχε σοκάρει. Ύστερα, όπως γίνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, άρχισαν να μιλάνε όλοι μαζί, για την ακρίβεια όλοι εκτός απ’ τον ξυρισμένο. Αυτός είχε προτιμήσει να μείνει στην άκρη, παρακολουθώντας σκεφτικός τα τεκταινόμενα.

«Ποιος σε έστειλε, ρε φίλε, να μας πάρεις; Δεν μπορείς ν΄ απαντήσεις σ’ αυτήν την απλή ερώτηση;»
Πολύ γρήγορα, την πρωτοβουλία των συνεννοήσεων με τον οδηγό φάνηκαν να αναλαμβάνουν η Ελίνα, κατά πρώτο λόγο, με τον Άρη. Ο οδηγός, ένας ευχάριστος αν και κάπως νευρικός νέος, φάνηκε να διασκεδάζει με την κατάσταση.
«Δεν ακούτε τι σας λέω; Εγώ είμαι οδηγός. Δεν κλείνω ο ίδιος τις συμφωνίες. Πήρα εντολή από την εταιρία μου (ανέφερε μια γνωστή εταιρία ενοικιάσεως αυτοκινήτων) να έλθω εδώ στις δέκα το πρωί και να περιμένω να παραλάβω πέντε άτομα.»
«Να τα πας πού;»
«Σας ξαναλέω ότι δεν ξέρω! Πρέπει να τηλεφωνήσω για οδηγίες.»
«Ωραία. Τηλεφώνησε λοιπόν!»
«Όχι από εδώ.»
«Τι θα πει αυτό;» Ο Άρης έπιασε το κεφάλι του με απόγνωση. «Τρέλα!», είπε μόνο.
«Θα τηλεφωνήσω από την Κόρινθο. Απ’ τον Ισθμό.»
«Ορίστε;»
Ήταν η νεοφερμένη κοπέλα που φώναξε. Μέχρι αυτό το σημείο φαινόταν ψύχραιμη, αλλά τώρα ξέσπασε χειρονομώντας. «Σου είπε κανείς ότι σκοπεύουμε να σ’ ακολουθήσουμε στην Κόρινθο;»
Για άλλη μια φορά επικράτησε χάος, όπου μιλούσαν όλοι μαζί και κανείς δεν άκουγε κανέναν. Ο Οδυσσέας μπήκε μπροστά σηκώνοντας τα χέρια του. Κατά κάποιο μαγικό τρόπο, αυτό έφερε αποτέλεσμα.
«Δεν έχει νόημα να τρελαίνουμε τον άνθρωπο. Πρέπει να μιλήσουμε με τους προϊσταμένους του.» Βλέποντας πως οι άλλοι συμφωνούν, απευθύνθηκε στον οδηγό. «Μπορούμε να περάσουμε απ’ τα γραφεία της εταιρίας σου ή έστω να επικοινωνήσουμε τηλεφωνικώς;»
«Βεβαίως», απάντησε πρόθυμα ο άλλος, «αν και δε νομίζω πως θα κερδίσετε τίποτα. Το μίσθωμα έγινε ηλεκτρονικά. Έχω μαζί μου αντίγραφο της φόρμας.» Και λέγοντας αυτά άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και τράβηξε από μέσα ένα έγγραφο. «Ορίστε, δείτε και μόνοι σας».
Ο Οδυσσέας, στον οποίο οι υπόλοιποι φαίνονταν τώρα να έχουν παραχωρήσει την πρωτοβουλία, πήρε το χαρτί στα χέρια του. Η Ελίνα κόλλησε δίπλα του διαβάζοντας κι αυτή.
«Το πιστεύετε;», ακούστηκε να λέει. «Δεν είναι καν Έλληνας.»
Οι άλλοι στριμώχτηκαν κι αυτοί ένα γύρω προσπαθώντας να διαβάσουν.
«Νας Κέην, με διεύθυνση στo Μπάλτιμορ», διαπίστωσε η Ελίνα με υποψία Οξφορδιανής προφοράς. «Κάποιος μας κοροϊδεύει. Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται!»
«Έχει ένα μέιλ και τηλέφωνο επικοινωνίας», είπε ο Άρης και έβγαλε το κινητό του τηλέφωνο.
«Δεν νομίζω πως θα κερδίσεις τίποτα», είπε ο Οδυσσέας, «αλλά δεν χάνουμε τίποτα να δοκιμάσουμε»
«Άουτ οφ όρντερ», ήρθε η επιβεβαίωση απ’ τον Άρη. «Ο τύπος, όποιος κι αν είναι, παίζει μαζί μας κανονικά.»

Για λίγο οι τόνοι έπεσαν. Φάνηκαν να συγκεντρώνονται στα δεδομένα του προβλήματος, καθένας για λογαριασμό του. Γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι δεν είχαν επιλογές.
Για τον Οδυσσέα μια λύση θα ήταν να προσπαθήσει να επικοινωνήσει με τη Χρυσάνθη. Όμως εκείνη υποτίθεται τον είχε οδηγήσει ως εδώ. Mayday. Ποιος άλλος θα μπορούσε να ξέρει …ή να υποθέσει; Ο Παναγιώτης; Ή μήπως επρόκειτο για σύμπτωση; Και τι νόημα είχε γι αυτόν τον κύριο Κέην να τους μαζέψει έτσι και να τους μεταφέρει… αλήθεια, πού;

«Δεν ξέρω τι λέτε εσείς, αλλά εγώ θα πάω να δω τι θέλει αυτός ο κύριος.»
Γύρισαν ξαφνιασμένοι. Ήταν η φωνή του ξυρισμένου άντρα, ο οποίος μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε αρθρώσει λέξη. Ο Άρης τον κοίταξε καχύποπτα, αλλά δεν μίλησε. Εκείνη που μίλησε ήταν η Ελίνα.
«Νομίζω ότι κι εγώ θα πάω. Έτσι κι αλλιώς είμαι σε διακοπές και το παλικάρι φαίνεται εντάξει». Και, μαζί μ’ αυτό, έσκασε στο «παλικάρι» ένα χαμόγελο.
Ο ένας μετά τον άλλο συγκατατέθηκαν. Ο Φώτης και η Αλεξάνδρα συστήθηκαν με τους υπόλοιπους. Η Αλεξάνδρα φαινόταν πιο αναποφάσιστη, αλλά όταν είδε ότι οι άλλοι όλοι συμφωνούν, δήλωσε κι αυτή παρούσα. Τα χαμόγελα στα πρόσωπά τους είχαν μια ένταση υπόκωφη, σαν την ηχώ που για μια φευγαλέα στιγμή φάνηκε στον Οδυσσέα ότι άκουσε να αναδύεται από –πού;- κάπου.

«Τι έγινε;» ρώτησε ο Άρης, καθώς τον είδε να στέκεται και να αφουγκράζεται.
Ο Οδυσσέας δίστασε για μια στιγμή. Ύστερα…

«Τίποτα, τίποτα», είπε.

Μπορεί να ήταν ιδέα του. Ή κάτι που σχετιζόταν με τις αναταράξεις στην ατμόσφαιρα. Μια ηχώ απροσδιόριστη, μακρινή, σαν ήχος που δεν είναι ήχος. Σαν την ηχώ του πεπρωμένου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: