το όνειρο της πεταλούδας

κεφάλαιο πρώτο, το ξύπνημα

1 -Φώτης

κείνο το πρωί σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι μαζί με τον άλλο. Πόσον καιρό το περίμενε; Ήξερε πως θα ερχόταν αυτή η στιγμή, κάπου στο βάθος του το ήξερε.
Αν κάποιος τον παρακολουθούσε συστηματικά, δεν θα καταλάβαινε τη διαφορά. Σηκώθηκε παραπατώντας, σαν κάθε πρωί, μέτρησε νοερά τα βήματα ως την τουαλέτα. Περίμενε υπομονετικά να υποχωρήσει η πρωινή στύση, ύστερα κατούρησε με τα μάτια μισόκλειστα καταβρέχοντας τη λεκάνη. Βλαστήμησε.
Έριξε άφθονο νερό στο κεφάλι του με σχολαστικότητα μανιακού. Έκανε κάποιες γυμναστικές ασκήσεις, σήκωσε τα ρολά, κρυφοκοίταξε τη χοντρή απέναντι να τινάζει τα σεντόνια –όχι πως εύρισκε τη θέα της ενδιαφέρουσα ή προκλητική. Είχε να πάει με γυναίκα από τότε…

Έφτιαξε καφέ μηχανικά. Από τη μέρα που έκοψε το κάπνισμα, ο καφές σαν να έχασε την ουσία του. Συχνά τον έφτιαχνε έτσι, για την τιμή των όπλων, κι ύστερα έφευγε χωρίς να πιεί ούτε γουλιά. Σήμερα όμως το χρειαζόταν ένα τσιγάρο.
Ακούμπησε το φλιτζάνι με τον καφέ στο τραπεζάκι του καθιστικού και άναψε την τηλεόραση. Ύστερα βάλθηκε να ψαχουλεύει τα συρτάρια.

Πρώτο συρτάρι, δεύτερο, τίποτα. Μάταιος κόπος. Θυμόταν πολύ καλά την τελευταία φορά. Όχι απλά πέταξε το πακέτο, αλλά έψαξε ακριβώς στα ίδια σημεία για να βεβαιωθεί πως δεν υπάρχουν ξεχασμένα τίποτα τσιγάρα που θα τον έβαζαν σε πειρασμό. Όταν έφυγε εκείνη, πήρε μαζί της και το κέφι του για όλα αυτά τα μικρά πράγματα που μοιραζόντουσαν άλλοτε. Μέχρι και το τσιγάρο άρχισε να τον αηδιάζει. Σα να προσπαθούσε να την ξεριζώσει από μέσα του, έφτιαξε μια καινούργια ζωή, βασισμένη σε πράγματα που συνήθιζε πριν τη γνωρίσει: γυμναστική, τηλεόραση, άφθονος ύπνος.
Τελευταίο συρτάρι. Κάτι ξεχασμένα cd, δυο διαφορετικοί φορτιστές και το κινητό του τηλέφωνο. Πόσους μήνες είχε να το ενεργοποιήσει; Σχεδόν από τότε. Για λίγο καιρό περίμενε μήπως τον ζητήσει. Σιγά! Τώρα τον κοιτούσε απ’ τον πάτο του συρταριού, σα να τον προκαλούσε. Το πήρε και το άνοιξε. Περίμενε να βρει τη μπαταρία άδεια, αλλά ήταν μια χαρά. Θυμήθηκε το χαρακτηριστικό ήχο και το μήνυμα εκκίνησης, περασμένο από κείνην: ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΓΛΥΚΕ ΜΟΥ ΑΝΤΡΑ!
Όχι πως ήταν παντρεμένοι, βέβαια. Δεν πρόλαβαν. Όταν εκείνη έφυγε σαν κυνηγημένη, αυτός ήταν που ανέλαβε τη θλιβερή διαδικασία της ακύρωσης. Την εκκλησία, το ταξιδιωτικό γραφείο και τους διάφορους γνωστούς, τους οποίους έκτοτε θα απέφευγε συστηματικά.

Άρχισαν να καταφθάνουν τα μηνύματα για τις προωθημένες κλήσεις. Θυμήθηκε την αγωνία με την οποία περίμενε άλλοτε τα δικά της μηνύματα. Άλλοτε… Ούτε ένας χρόνος. Αυτός που δεν είχε ποτέ κινητό, που δεν ήξερε τι είναι η αναπάντητη… Μια ζωή προστατευμένη, προσηλωμένη στο παρελθόν, χωρίς γυναίκες, χωρίς ρίσκα… Δεν έπρεπε να ξαναμπεί στον άγονο κύκλο των αναμνήσεων, ειδικά αυτή τη στιγμή, κυριευμένος απ’ αυτό το συναίσθημα… ποιο συναίσθημα; Ένα βάρος ήταν μόνο, δεν έπρεπε να το μεγαλοποιεί, δεν έπρεπε να του επιτρέψει… τι να επιτρέψει; Γιατί όλα είχαν γίνει ξαφνικά τόσο αλλόκοτα;

Μια γουλιά… πού ήταν πάλι αυτά τα τσιγάρα; Α, ναι, δεν υπήρχαν τσιγάρα, δεν κάπνιζε πια… Κάθισε στην άκρη του καναπέ. Ένιωσε την πικρή γεύση του καφέ να γεμίζει το στόμα του. Πήρε μια βαθιά ανάσα: τον είχε πετύχει. Αυτή η παλιά, καταναγκαστική επιθυμία για καφέ! Η συντροφιά του, η μόνη του συντροφιά μαζί με τα βιβλία του και την τηλεόραση. Φίλους, παρέες ποτέ δεν είχε πολλές. Βαριόταν τους ανθρώπους. Η παρουσία τους ανέκαθεν τον ενοχλούσε. Εκείνη το είχε αλλάξει κι αυτό. Εκείνη… Μια πόρτα άνοιξε κι αυτός γύρισε μέσα του. Ο χειμώνας χίμηξε καλοκαιριάτικα και τον τύλιξε με τη ζοφερή οικειότητα και την παγωνιά όλων των ατελείωτων χειμώνων του, της μοναξιάς και της πλήξης… Στο γραφείο, μετά στο σπίτι και πάλι την άλλη μέρα, την ίδια κι απαράλλαχτη «άλλη» μέρα… Πώς άφησε τη ζωή του να φύγει έτσι;

Η χοντρή κυνηγούσε ένα παιδάκι. Είχαν κι ένα κουνέλι στο μπαλκόνι. Η χοντρή κυνηγούσε το παιδάκι που κυνηγούσε το κουνέλι. Το παιδάκι ξεφώνιζε. Έπεφτε, ξανασηκωνόταν, ξανάπεφτε, ύστερα εκείνη το άρπαξε και το έβαλε μέσα στο σπίτι. Οι φωνές σταμάτησαν. Ποτέ πριν δεν είχε σκεφτεί να κάνει παιδιά…

Ήπιε άλλη μια γουλιά καφέ. Θυμήθηκε την τηλεόραση που για κάποιο λόγο έπαιζε στα μουγκά και ανέβασε την ένταση. Εκκλήσεις στον κόσμο για τον τυφώνα. Δυο μέρες τώρα δεν άκουγες τίποτε άλλο. Τυφώνας στην Ελλάδα; Μη χειρότερα! Όχι πως είχε πρόβλημα να μην πάει στη δουλειά. Κάποιοι εκεί πάνω το ‘χανε πάρει ζεστά το πράμα: όλος ο δημόσιος τομέας κλειστός. Οι υπόλοιποι φαίνεται δεν κινδυνεύανε…
Σηκώθηκε για την τουαλέτα. Πήγαινε με ελβετική ακρίβεια κάθε πρωί, μετά τις πρώτες γουλιές του καφέ. Εκεί συγκέντρωνε τις σκέψεις του και οργάνωνε τις κινήσεις της ημέρας. Σήμερα δεν υπήρχαν κινήσεις. Σήμερα θα έμενε με τις πυτζάμες. Ας ήταν καλά η Ιφιγένεια! Αν δεν υπήρχε κι αυτό το όνειρο… Ένιωσε πάλι το ίδιο βάρος, βάρος που γρήγορα μετατράπηκε σε εκνευρισμό. Να πάει για τσιγάρα ή να μην πάει; Δεν θα πήγαινε που να πάρει ο διάολος, δεν θα πήγαινε ο κόσμος να χαλούσε!

«Η επιδείνωση του καιρού προβλέπεται ραγδαία τις επόμενες ώρες. Ο τυφώνας κινείται ήδη νοτιοδυτικά προς την περιοχή του βορείου Αιγαίου, ακολουθώντας Γιώργο θα ‘λεγε κανείς, τη διαδρομή της επιστροφής των μυθικών ηρώων από τη χώρα των Ταύρων. Υπενθυμίζουμε ότι οι επιστήμονες, οι οποίοι από τις αρχές της περασμένης εβδομάδας…» Άλλαξε κανάλι. «…χωροστατούντος του αρχιεπισκόπου, κατά την καθιερωμένη επιμνημόσυνο δέηση στη μνήμη του μεγαλομάρτυρος αγίου, έγινε ειδική αναφορά…» Έκλεισε την τηλεόραση βρίζοντας. Δυο μέρες τώρα δεν έλεγαν τίποτε άλλο οι ρουφιάνοι! Σκάνδαλα, ασφαλιστικά, απεργίες, όλα πήγαν περίπατο…
Κάτω στο δρόμο, η χοντρή είχε πιάσει κουβέντα με τη μαυρούλα του πρώτου που γυρνούσε ποιος ξέρει από πού σέρνοντας πίσω της τα δίδυμα. Φώναζαν και χειρονομούσαν γεμάτες έξαψη. (Πού την εύρισκαν τόση όρεξη; ) Τα παιδιά γύρω χαλούσαν τον κόσμο. Άντε πάλι ο χαλασμός…

Ένα ρολόι χτύπησε κάπου, ένα ρολόι χτυπούσε ασταμάτητα. Απίστευτο πόσο επίμονα μπορούν να γίνουν μερικά πράγματα. Κάτι, κάποιος, χτυπούσε μέσα στο κεφάλι του. Χωρίς να ξέρει γιατί, άνοιξε την πόρτα της εισόδου. Κανείς. Ανάσανε με ανακούφιση. Ξεχνώντας να κλείσει επέστρεψε στο καθιστικό. Πάνω στο χαμηλό τραπεζάκι, η οθόνη του κινητού τηλεφώνου αναβόσβηνε. Κλήσεις από αριθμούς που πια δεν θυμόταν, κλήσεις χωρίς αναγνώριση… Άρχισε να τις διαγράφει μηχανικά. Κάποιες είχαν ονόματα που θυμόταν αόριστα. Ονόματα απ’ το παρελθόν, απομεινάρια της ένδοξης περιόδου. Ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι; Υπήρχαν πραγματικά; Λογικά ναι, θα πρέπει να υπήρχαν, σκέφτηκε. Αλλά ποιος τους έδωσε το δικαίωμα να εισβάλλουν έτσι στη ζωή του, στον τηλεφωνικό του κατάλογο; Του κώλου το τηλέφωνο! Κάπου θα πρέπει να υπήρχε μια επιλογή για διαγραφή όλων των κλήσεων, όλων των καταχωρίσεων, όλων των φαντασμάτων…
Και τότε το είδε. Στο κάτω μέρος της οθόνης, σταλμένο πριν από κάπου («για να δω… Νοέμβριος…») οκτώ μήνες, με το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και το αινιγματικό του χαμόγελο, το μήνυμα-Τζοκόντα, το μήνυμα-σμέρνα, το μήνυμα-πού-είναι-επιτέλους-εκείνο-το-γαμημένο-το-τσιγάρο τον κοίταζε. Το κοίταζε κι αυτός. Με το βλέμμα σταθερά καρφωμένο στον άγνωστο αριθμό σήκωσε το φλιτζάνι με τον καφέ και το έφερε στο στόμα του. Πάτησε το πλήκτρο. Ακούστηκε ένα γλόιν, σα να κέρδισε πόντους σ’ ένα αόρατο φλίπερ. Τι παράξενη σκέψη! Εντάξει, λοιπόν. Το μήνυμα άνοιξε. Δυο λέξεις, μια διεύθυνση και μια ημερομηνία. Ημερομηνία; Σαν υπνωτισμένος γύρισε στην ημερομηνία του τηλεφώνου, για να επιβεβαιώσει αυτό που γνώριζε ήδη: 27 ΙΟΥΛΙΟΥ (ολογράφως και με κεφαλαία) του αγίου Παντελεήμονος, μεγάλη η χάρη του! Η ημερομηνία ήταν σημερινή. Το φλιτζάνι έσκασε σα βόμβα στο πάτωμα.

2 -Ελίνα

τ’ όνειρό της κατέβαινε σκάλες. Ανάθεμα κι αν ήξερε τι σημαίνει αυτό. Δυο-δυο τα σκαλιά, τρία-τρία. Την κυνηγούσαν, έτρεχε να προλάβει, τι σκεφτόταν, τι ένιωθε; Δεν μπορούσε να πει. Ξύπνησε αναστατωμένη, με μιαν αίσθηση πανικού. Άνοιξε τα μάτια, ένιωσε το φως, τον ήλιο, τον πρωινό υδράργυρο που ανέβαινε, σκέφτηκε θάλασσα, πεύκα, τζιτζίκια, πετάχτηκε όρθια. Όχι, φίλε! Δεν ήταν αυτή από κείνες που τσαλαβουτάνε στη γρουσουζιά και τη μαυρίλα.
Μέχρι να ετοιμαστεί το νερό για τον καφέ είχε ντυθεί. Παρδαλό κολάν, άσπρη έξωμη μπλούζα που μαζεύει και τονίζει το στήθος, το μαράζι της. Χάθηκαν δυο, τρεις πόντοι παραπάνω; Ήταν που ήταν κοντή. Όχι, βέβαια πως είχε πρόβλημα με την εμφάνισή της, αυτό έλειπε! Με το μουτράκι της και με την τσαχπινιά της, ουρά κάνανε οι αρσενικοί, σκέψου να ‘τανε και καμιά θεογκόμενα! Θα χρειαζότανε μπόντυγκαρντ, σαν τη Γουίτνι Χιούστον στο σωματοφύλακα.
Τέλειωσε με την τουαλέτα κι έπιασε τον καφέ. Στιγμιαίος χωρίς καφεΐνη, ίσα-ίσα για το τσιγάρο. Αργότερα στην παραλία θ’ απολάμβανε το φρεντοτσίνο της. Πήρε λίγο καυτό νερό κι άρχισε το χτύπημα. Όπως και να το κάνεις, ο καφές αχτύπητος είναι ένα μαυροζούμι ανούσιο, χειρότερο κι από σεξ χωρίς τα προκαταρκτικά. Κάθισε στον υπολογιστή σκουντώντας το ποντίκι ν’ ανάψει η οθόνη. Έριξε μια ματιά στα μηνύματα.

… ύστερα φταίει ο μαλάκας, αφού οι γυναίκες είστε ανώμαλες και θέλετε το νταηλίκι κι αυτόν που σας κάνει σκουπίδι; Δεν λέω ότι έχεις εντελώς άδικο αλλά σκέψου…
… μαλάκας ξεμαλάκας εγώ ένα ξέρω: αν πετύχει, τύφλα να ‘χει το γαμήσι!…
… σειρήνα, έλεος κορίτσι μου, δεν είναι όλοι έτσι. Υπάρχουν και άντρες πραγματικοί που τιμάνε τ’ αρχίδια τους και ξέρουν να φεύγουν σαν κύριοι χωρίς να θεωρούν…

Όπα, ρε παλικάρια, για σταθείτε! Γύρισε στο ποστ (τι στο διάολο έγραψε νυχτιάτικα; ) Χριστέ μου! Πρέπει να ήτανε πολύ πιωμένη ή πολύ βαρεμένη με τον Πάνο.. μάλλον και τα δύο! Όχι πως τη χαλούσε δηλαδή. Με την προκλητικότητα και τους εμπρηστικούς τίτλους είχε χτιστεί το προφίλ της Σειρήνας, που την κρατούσε τρεις μήνες τώρα στην κορυφή της επισκεψιμότητας. Διάβασε λίγο στην αρχή, με χαμόγελο που ολοένα πλάταινε.

ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΜΑΛΑΚΕΣ;
posted on 27 July at 00:51 with tags men, psycho, τα χάπια μου!

Θα την πω την αμαρτία μου!
Όταν ο άντρας είναι τρυφερός και καλός μπορεί να είναι ο καλύτερος φίλος της γυναίκας. Την ανεβάζει, την κάνει θεά. Θα προσέξει να μην την πληγώσει, θα νοιαστεί για τις ανάγκες της. Όμως μέσα στο μυαλό της Σειρήνας, ο πραγματικός άντρας είναι ο άλλος: αυτός που ξέρει τι θέλει (το κορμί της!) και το δείχνει, που ξέρει πότε να της πουλήσει αγριάδα και πότε να τσακωθεί για πάρτη της, αυτός που θα της αλλάξει τα φώτα στο κρεβάτι όλη τη νύχτα χωρίς να σκέφτεται το πρωινό ξύπνημα κι όταν τη βρει να του κάνει τη δύσκολη γιατί έχει τις κλειστές της, θα της ρίξει δυο καντήλια να συνέλθει κι ένα μανίκι από πάνω να ‘ρθει στα ίσα της! Που δεν θα τρέχει σαν το σκυλάκι από πίσω της, αλλά όταν νιώσει πως τη χάνει θα παίξει γι’ αυτήν τα ρέστα του κι ύστερα θα φύγει σαν κύριος.
Το πρόβλημα είναι ότι ο άντρας αυτός δεν υπάρχει!
Το πρόβλημα είναι ότι, αν ο κύριος αυτός υπάρχει, τότε καταφέρνει να κρύβεται τρομερά καλά!

Άρχισε να θυμάται. Αυτή ήταν που σε μια από τις γνωστές της κρίσεις τού ‘δωσε –όπως θα ‘λεγε η μάνα της- «τα παπούτσια στο χέρι». (Ε, δεν αντεχότανε πια, με τις ζήλιες του και τα μυξοκαμώματά του, άντρας να σου πετύχει! Πώς της είχε βγει τόσο καλός στο κρεβάτι, ήταν ν’ απορείς!) Ύστερα έγινε μια τρομερή σκηνή, όπου αυτός τη φώναζε πουτάνα μες τη γειτονιά της κι αυτή τον απείλησε πως θα καλέσει την αστυνομία. Αν το ήξερε απ’ την αρχή πως θα κατέληγε έτσι!
Η πλάκα είναι που απέφευγε τις σχέσεις με τους συνομήλικούς της, ακριβώς για να μην έχει τέτοιες ιστορίες! Εξάλλου, πάντα είχε αδυναμία στους μεγαλύτερους, στους «ώριμους». Πάντα; Ένιωσε ένα κύμα νοσταλγίας να φουσκώνει. Όχι, Ελίνα, όχι κορίτσι μου! Άσε τα φαντάσματα στην ησυχία τους! Και τελείωνε πια με τα mail, για να φύγεις όσο είναι καιρός..
Θυμήθηκε τον υποτιθέμενο τυφώνα. Ποτέ δεν τον πίστεψε πραγματικά, αλλά κρατούσε και μια πισινή. Οι περισσότεροι μπλόγκερς τον αντιμετώπιζαν με σκεπτικισμό έως και ειρωνεία, υπήρχαν όμως και αρκετοί που φαίνονταν να παίρνουν την υπόθεση πολύ σοβαρά. Έτσι, η Σειρήνα είχε προτιμήσει να μην πάρει σαφή θέση, μέχρι να δείξει «πού φυσάει ο άνεμος». Είχε πλάκα, δηλαδή, να ‘χουνε δίκιο οι φωστήρες της μετεωρολογικής κι αυτός ο χαμός που έβλεπε άλλοτε στην τηλεόραση με δέος, να κατέβει στην Αθήνα και ν’ αρχίσει να ξηλώνει τις κεραίες και τα διαφημιστικά. Και τ’ αυτοκίνητα; Τα ταξί, τα τρόλεϊ κι όλα αυτά τα ετοιμόρροπα στο ιστορικό κέντρο; Ούτε να το φανταστεί δεν μπορούσε. Ο Γκοτζίλα στην Ακρόπολη; Ο Κινγκ Κονγκ στο Θησείο;

Έσβησε το τσιγάρο και έκανε να σηκωθεί, όταν είδε την ένδειξη νέου μηνύματος. Παραξενεμένη κοίταξε το nickname του αποστολέα που δεν της θύμιζε τίποτα: «μαύρος ιππότης». Κάποιος καινούργιος θαυμαστής ή… , όχι, δε μπορεί, πώς είναι δυνατόν! Μια διεύθυνση και μια ημερομηνία: 27 ΙΟΥΛΙΟΥ (ΣΗΜΕΡΑ δεν είναι αυτό; ) Ασήμαντες λεπτομέρειες, μπροστά σ’ εκείνο που τα μάτια και το μυαλό της δεν μπορούσαν να πιστέψουν, τα μάτια της (γαμώτο, γαμώτο, γαμώτο!) που είχαν μείνει καρφωμένα δυο λέξεις πριν, σ’ εκείνη την προσφώνηση με τα πλάγια γράμματα και το παλιομοδίτικο «Δίδα» μπροστά να χαμογελάει με νόημα. Μα πώς ήταν δυνατόν;
Άρχισε να ψάχνει το κινητό. Απ’ τα νεύρα τής έρχονταν δάκρυα, ένιωθε να τά ‘χει τελείως χαμένα. Το βρήκε στο κρεβάτι -φυσικά, αφού τώρα μόλις σηκώθηκε! Πάτησε το πλήκτρο της μνήμης παραμιλώντας, όπως έκανε πάντα όταν ήταν ταραγμένη, θετικά ή αρνητικά. «Έλα, μωρή, σήκωσέ το!»

Άκουσε τη νυσταγμένη φωνή της Ειρήνης απ’ την άλλη άκρη. «Στον ύπνο σου μ’ έβλεπες;»
«Δυστυχώς στον ξύπνιο μου!»
«Τι έγινε πάλι; Ξανάρθε αυτός;»
«Ποιος είναι ο αυτός; Α, όχι, καμία σχέση, άλλο πρόβλημα έχω, μεγαλύτερο.»
«Μεγαλύτερο;»
«Ειρήνη μου, μωρό μου, τά ‘χω χαμένα!»
«Μαριλένα, μη με τρομάζεις, τι συμβαίνει;»

Η Ειρήνη ήταν ο μόνος άνθρωπος, εκτός απ’ τους γονείς και την αδερφή της, που τη φώναζε με το παλιό της όνομα. Ήταν οι μόνοι στους οποίους αναγνώριζε αυτό το δικαίωμα. Όταν πέρασε με τη δεύτερη προσπάθεια στο τμήμα επικοινωνίας και μέσων ενημέρωσης της Παντείου, έκανε τρία πράγματα: έκοψε πολύ κοντά τα μαλλιά της, έκανε ένα «γαμάτο» εραλδικό τατουάζ στο δεξί της χέρι (κι ένα μικρό –δώρο του καταστήματος- στα απόκρυφα) και άλλαξε το παλιό χαζό της όνομα, προϊόν συμβιβασμού μεταξύ δυο γιαγιάδων που ποτέ δεν έζησε από κοντά και ποτέ δεν αγάπησε.
Ήταν κολλητές απ’ το σχολείο, απ’ το Δημοτικό. Αχώριστες. Ήταν κι η Λυδία, αλλά αυτή μόλις βγήκαν τ’ αποτελέσματα μετακόμισε Θεσσαλονίκη και ξέκοψε, ούτε ένα τηλέφωνο, τίποτα, της κόστισε πολύ τότε της Ελίνας, την τρόμαξε αυτή η απώλεια και, κατά κάποιον τρόπο, την προσγείωσε. Ευτυχώς, η Ειρήνη ήταν πάντα εκεί, βράχος, έτοιμη να τρέξει σε κάθε της πρόβλημα.

«Ξέρεις ποιος είναι ο μαύρος ιππότης;»
«Τι λες παιδάκι μου; Γι αυτό με ξύπνησες;»
«Ειρήνη, είναι σοβαρό! Κάποιος ξέρει για τη Σειρήνα! Υποτίθεται ότι το ξέραμε μόνο εσύ κι εγώ.»
Κατάλαβε ότι η φωνή της έχει πάρει την ανηφόρα και κρατήθηκε. Δεν μπορεί να είχε σχέση η Ειρήνη, δεν μπορεί!
«Μαριλένα, δεν ξέρω τι μου λες, αλήθεια σου λέω. Ηρέμησε και πες μου τι έγινε.»
Φανερό πως η Ειρήνη ήταν ανίδεη, εξάλλου δεν υπήρχε περίπτωση να έχει μιλήσει κάπου απερίσκεπτα, δεν ήταν τέτοιος χαρακτήρας. Μετάνιωσε που την είχε αναστατώσει.
«Άκου Ρηνιώ μου, ξύπνα με το καλό και τα λέμε παραλία με την ησυχία μας. Σόρρυ, μωρό μου, δεν ξέρω τι μ’ έπιασε.»
Τι μ’ έπιασε κι έχασα τον κόσμο, τον κόσμο που χτίζω ένα χρόνο τώρα και που, ξαφνικά, φαίνεται πως μου έχει γίνει απαραίτητος, τον κόσμο που χτίζω πάνω σε μια απάτη, αθώα στην αρχή, όχι και τόσο αθώα στη συνέχεια, μια απάτη η οποία κινδυνεύει ν’ αποκαλυφθεί από κάποιον άγνωστο, έναν εισβολέα, έναν παρείσακτο, ένα κακόγουστο, σπαστικό, εντελώς άγνωστο άτομο με το εξωφρενικά ανόητο όνομα «μαύρος ιππότης». Τι ξεφτίλα, Θεέ μου!
«Δεν πειράζει, κορίτσι μου, θα μου τα πεις από κοντά!»

Έτσι έγινε και έκλεισαν το τηλέφωνο οι δύο φίλες χωρίς να ξέρουν πόσο μακριά έμελλε να βρεθούν τις επόμενες ώρες, πόσο μακριά θα βρισκόμασταν όλοι μας! Στα νερά του Βοσπόρου, ένας πολύ διαφορετικός μετανάστης, με το βαρύ φορτίο του ετοιμαζόταν να περάσει τα στενά.

3 -Αλεξάνδρα

ύπνησε από ξεφωνητά παιδιών.
Στην αρχή ήταν μέσα στον ύπνο της, μια θάλασσα από φωνές και γέλια, πολύ μακρινά μα και πολύ κοντινά ταυτόχρονα. Ύστερα, σαν λεπτή καδένα από ήχους που δεν ήταν ήχοι αλλά νοητικά κύματα, οι φωνές την ανέσυραν και ξύπνησε.
Άνοιξε τα μάτια και τα ξανάκλεισε. Θυμήθηκε τι μέρα ήταν, Τετάρτη. Θυμήθηκε πως έπρεπε να σηκωθεί να πάει για δουλειά γιατί, λόγω της ιστορίας με τον τυφώνα, ο κόσμος (όσος κόσμος εξακολουθούσε να παραμένει στην Αθήνα) θα ήταν στο σπίτι κι έτσι θα ξεμπέρδευε γρήγορα και εύκολα. Υπήρχε και κάτι άλλο που δεν μπορούσε να θυμηθεί γιατί νύσταζε. Ένιωσε να πέφτει. Και τότε τις άκουσε.
Τσιρίδες, πραγματικές τούτη τη φορά, μαλλιοτραβήγματα. Τα αγγελούδια των διπλανών. Αυτό σημαίνει πως ήταν περασμένες οκτώ. Τράβηξε το σεντόνι πάνω από το κεφάλι της. Όπως κάθε πρωί, είπε στον εαυτό της πως έπρεπε να σηκωθεί να κλείσει το τζάμι και, όπως κάθε πρωί, εκνευρίστηκε. Αυτή, το κλείσιμο του παραθύρου όταν άρχιζε ο θόρυβος, ήταν μια κίνηση που έκανε πάντα εκείνος. Εξάλλου το παράθυρο ήταν από τη δική του πλευρά. Μόνο που τώρα εκείνος έλειπε και αναγκάστηκε να υπενθυμίσει στον εαυτό της ότι δεν επρόκειτο να επιστρέψει. Και υπήρχε και κάτι άλλο, κάτι που χτυπούσε στο μυαλό της σαν υπενθύμιση, μόνο που το μυαλό της ήταν κουβάρι και…

Το τεστ! Το καταραμένο το τεστ. Αχ, Αλεξάνδρα!

Πετάχτηκε από το κρεβάτι σα νευρόσπαστο. Πηγαίνοντας στο μπάνιο σκέφτηκε πως, αν ήταν πράγματι έγκυος, θα ‘πρεπε να θυμάται να είναι πιο μαλακή στις κινήσεις της. Αυτό, βέβαια, στην περίπτωση που ήθελε να το κρατήσει. Να το κρατήσει;
Έριξε νερό στο πρόσωπό της. Σκουπίστηκε, φόρεσε τα γυαλιά της και γύρισε στο δωμάτιο. Άνοιξε να μπει φως. Κάπου εδώ, ναι στο κομοδίνο, καλά το θυμόταν. Η συσκευασία είχε και δεύτερο τεστ. Για επιβεβαίωση. Όχι πως της έμεναν πολλές αμφιβολίες…

Είχαν κάνει τελευταία φορά σεξ τον Ιούνιο, στις αρχές, τότε που εκείνη εξακολουθούσε να ελπίζει. Εκείνος το είχε, όπως φάνηκε, τετελεσμένο, αλλά δεν έχασε την ευκαιρία. Ο μαλάκας! Μια βδομάδα μετά μάζευε τα πράγματά του. Τι έκανε τόσα χρόνια, τι έκανε; Τα καλύτερα χρόνια της, ξέκοψε απ’ την οικογένειά της, απ’ τις παρέες της, έχασε και την ευκαιρία για το μεταπτυχιακό. Και να πεις ότι δεν το ‘βλεπε! Δυο φορές είχαν χωρίσει, την πρώτη σοβαρά. Τότε μ’ εκείνη την πιτσιρίκα που…, ούτε να τα θυμάται δεν ήθελε. Τη δεύτερη πριν από ένα χρόνο, όταν εκείνη αποφάσισε ότι δεν πάει άλλο κι έφυγε στη Μυτιλήνη, στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Άρον-άρον τη γύρισε πίσω και σ’ ένα μήνα παντρευτήκανε. Αλλά ήταν το κύκνειο άσμα. Η τελευταία αναλαμπή της σχέσης τους.

Άφησε λίγα ούρα να φύγουν κι ύστερα έβαλε το στέλεχος του τεστ εγκυμοσύνης προσπαθώντας να σημαδεύει στο σωστό σημείο. Θεούλη μου, Θεούλη μου, βοήθησέ με…Τι βοήθεια περίμενε; Από ποιον και για τι πράγμα; Πίστευε στο θεό; Απ’ όσο ήξερε, όχι ή…, τέλος πάντων, δεν ήταν και πολύ σίγουρη. Για την εγκυμοσύνη, επίσης. Την απευχόταν; Την επιθυμούσε; Μέχρι πριν ένα μήνα, παρακαλούσε να γίνει κάτι, κάποιο λάθος, κάτι… Γιατί ο Πάνος παιδί δεν ήθελε, φαινόταν το πράμα. Σαραντάριζε ο Πάνος κι είχε ήδη ένα από τον πρώτο του γάμο. Του ‘φτανε και του περίσσευε. Τώρα την είχε δει ξαφνικά δημοσιογράφος καριέρας. Και μπον βιβέρ αριστερών αποχρώσεων! Χριστούλη μου, άρχισε να εμφανίζεται.
Μια γραμμή ή δύο, μια γραμμή ή δύο; Βέβαια οι πιθανότητες, με δεδομένο ότι το χθεσινοβραδινό είχε ήδη βγει θετικό… Χθες το βράδυ, που μετά από τεσσάρων εβδομάδων καθυστέρηση αποφάσισε επιτέλους (τι περίμενε; ) να κάνει το τεστ. Η Μπέτυ την ξύπνησε. Η ίδια το ‘χε χαλαρά, αποκλείεται έλεγε. Την πήρε μετά τηλέφωνο σε κατάσταση σοκ, είδε κι έπαθε η άλλη να τη συνεφέρει. «Τι θέλεις, να πάρω αύριο το καράβι και να ‘ρθω; Κι αν θα ‘χει και καράβι δηλαδή, γαμώ την Ιφιγένειά μου μέσα!» Έπρεπε να την είχε εδώ τώρα τη Μπέτυ. Εκείνη θα την ηρεμούσε. Όμως, όχι, έπρεπε να το περάσει μόνη… και να τώρα. Τι να ευχηθεί, τι να ζητήσει; Συν, της πρόσθεσης και της αγωνίας, της πλήρωσης μα και της μεγάλης ευθύνης, ή πλην, της αφαίρεσης και της ηρεμίας, της αποφόρτισης μα και της επιστροφής στο κενό; Συν ή πλην, συν ή…; Το χέρι της, όχι δεν τρέμει πια, αυτό ήταν. Ο κύβος έπεσε κι έκατσε στο…

Συν, ανοίξτε σαμπάνιες, συν παιανίστε οι σάλπιγγες! Συν σε ριπλέι, συν σε αργή κίνηση. Συν όπως συνάντηση, όπως συνεύρεση, όπως συναγερμός. Όπως συν Θεώ και συν τω χρόνω. Όπως ένα-συν-ένα-ίσον-δύο. Συν! Ένα σύμβολο με πνεύμα και άποψη, ένας μικρός σταυρός, ένα μικρό φυλαχτό παντός καιρού και για κάθε περίπτωση. Ένα συν-αγόρι ή ένα συν-κορίτσι; Ένα συν-ξανθό ή ένα συν-μελαχρινό; Ένα συν γερό και δυνατό σαν μελλοντικός αιγόκερος ή μήπως σαν υδροχόος; Ένα συν λυμένο στα γέλια. Ένα συν-γελωτοποιός της αυλής. Ένα συν-μπαλαντέρ σε σημαδεμένη τράπουλα. Ένα συν, Αλεξάνδρα, σαν τον πρώτο λαχνό του λαχείου. Του δικού σου λαχείου. Φαρδύ σαν το σκόπευτρο ενός μύωπα ερωτιδέα. Και πλατύ σαν την τζίφρα του πεπρωμένου.

Αμέσως ηρέμησε. Η αβεβαιότητα ήταν που την τρέλαινε -τώρα ένιωσε να πατά στα πόδια της ξανά. Ήξερε ότι το ήθελε. Κι ας φοβόταν. Και το κυριότερο, ήξερε πως δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Όταν στα είκοσί της είχε κάνει την πρώτη έκτρωση, δεν ήξερε πού της πάνε τα τέσσερα. Όταν όμως αναγκάστηκε να ξανακάνει στα εικοσιτρία, στις αρχές τις σχέσης τους, πριν καν βγει το διαζύγιό του…, τότε ορκίστηκε πως δεν θα το ξανάκανε για κανέναν κερατά και για κανένα λόγο.
Όλα αυτά γυρνούσαν στο κεφάλι της, ενώ η ίδια γυρνούσε από δωμάτιο σε δωμάτιο. Δεν την χωρούσε το σπίτι. Έφτιαξε μηχανικά έναν φραπέ, φόρεσε ένα τζιν και βγήκε στη βεράντα. Άναψε τσιγάρο στα όρθια. Σαν πικρό της φάνηκε. Κάπνισε δυο τζούρες και το ‘σβησε.
Το σπίτι ήταν ισόγεια διπλοκατοικία, στο αριστερό μισό έμεναν οι ιδιοκτήτες. Απεριποίητο, άβαφο, γεμάτο προβλήματα. Ήταν φανερό πως περίμεναν τη λήξη του συμβολαίου για να τη βγάλουν. Δεν τους συγχωρήσανε ποτέ την ιστορία με το σκύλο, τον Παντόφλα. Τους κάνανε τη ζωή δύσκολη, μέχρι που αναγκάστηκαν να τον δώσουν. Έτσι κι αλλιώς τώρα ήταν δύσκολο να το κρατήσει μόνη της. Ούτε και ήθελε.

Χτύπησε το κινητό.
«Μπετούλα μου, μωρό μου, είμαι έγκυος!»
«Καλά, μωρή, πες και καμιά καλημέρα!»
Έτσι ήταν η Μπέτυ, πάντα αλέγρα, πειραχτήρι μεγάλο! Τρελοκεφαλλονίτισσα, καμάρι το ‘χε.
«Και τι θα κάνεις τώρα;», σοβάρεψε. «Το ‘χεις αποφασίσει;»
«Θα το κρατήσω, Μπετούλα μου, δεν αλλάζω γνώμη. Κι ό,τι θέλει ας γίνει!»
«Κι ας μην είσαι σίγουρη τίνος είναι;»
«Κοίτα, λογικά είναι του…» Ο στιγμιαίος δισταγμός πρόδωσε αυτό ακριβώς που αισθανόταν. Ήθελε να είναι του Φοίβου, το ήθελε μ’ όλη της την ψυχή. Όμως δεν μπορούσε να πει. Δεν μπορούσε καν να εξηγήσει πώς, παρ’ όλες τις προφυλάξεις… «Οποιανού κι αν είναι θα το κρατήσω, μόνο αυτό ξέρω. Μη με ρωτάς τίποτ’ άλλο γιατί τά ‘χω παίξει…» Κι αμέσως της ξανάρθε ο θρήνος: «Γαμώτη μου, γαμώτη μου, σκατά τά ‘χω κάνει!»
«Άκου, Αλεξάνδρα, πρέπει να κλείσω γιατί ξύπνησε η μικρή και φωνάζει. Θα σε ξαναπάρω να δω πως είσαι, εντάξει γλυκιά μου;»
«Πάρε το απόγευμα. Λέω να βγω λίγο να δουλέψω. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορώ να μείνω στο σπίτι, πνίγομαι.»
«Εντάξει, Αλεξάκι μου, αλλά να προσέχεις, ε; Φιλάκια! Να προσέχεις.»

Η Μπέτυ! Με το Στέφανο ήταν μαζί απ’ το πρώτο έτος της σχολής -το πιο ευτυχισμένο ζευγάρι παντρεμένων που ήξερε. Πόσες φορές δεν της είχε πει της Αλεξάνδρας, γιατί δεν τα φτιάχνεις με το Φοίβο; Ο Φοίβος, εντάξει, την ήθελε από παλιά απ’ το σχολείο. Μια τάξη μικρότερος, αλλά δύο σε ηλικία. Είχε κερδίσει χρονιά. Τότε της φαινόταν αδιανόητο να τα φτιάξει με κάποιον μικρότερο, όσο ώριμος κι αν έδειχνε. Τώρα, βέβαια, στα εικοσιοκτώ της…
Μια φορά βρεθήκανε μόνο, μία και καλή (αν ήταν βέβαια αυτός ο ένοχος). Από νωρίς αποδέχτηκε την άρνησή της και της στάθηκε πάντοτε, από μια διακριτική απόσταση, φίλος. Φαντάρος με άδεια τη βρήκε πάνω στα χωρίσματα κι ήταν τόσο τρυφερός, τόσο… Κανείς δεν την είχε κάνει να νιώσει τόσο πολύ γυναίκα. Όμως στα μάτια της φαινόταν άψητος και «αιθέριος», ο λυρισμός του την τρόμαζε, σαν να μην ανήκε στον κόσμο ετούτο. Την πήρε τηλέφωνο, της έγραψε και γράμμα. Τόσο όμορφο γράμμα, αλλά και τόσο αλλόκοτο… Δεν του απάντησε. Δεν θα ‘ξερε τι να του γράψει.

Χτενίστηκε πρόχειρα, έπιασε τα μαλλιά της πίσω, φόρεσε φακούς επαφής και μαλακά παπούτσια και βγήκε. Μιας που επρόκειτο να κινηθεί πεζή, βιαζόταν να φύγει πριν σηκωθεί ο ήλιος. Από το Νέο Κόσμο στη Νέα Σμύρνη ήθελε τουλάχιστον σαράντα λεπτά κι έτσι, όταν θ’ άρχιζε να χτυπάει πόρτες θα ‘χε φτάσει η ώρα δέκα.
Στην αυλή κοντοστάθηκε. Η γειτόνισσά της, η συνονόματη, η κυρα-Αλεξάνδρα η κουτσομπόλα από απέναντι, είχε στήσει μπλόκο. Με την άκρη του ματιού την είδε να κοιτάζει προς το μέρος της, πώς να την αποφύγει; Έκανε πως δεν την πρόσεξε και βγήκε αποφασισμένη να θυσιάσει καμιά πενηνταριά μέτρα μανούβρας για να μην πέσει πάνω της. Χαμένος κόπος. Όταν την άκουσε να περνά τρέχοντας το δρόμο και να σκούζει πρωί-πρωί αλαφιασμένη, τη λυπήθηκε κι αναγκάστηκε να σταματήσει. «Στο κουτί… έριξε… ένας νεαρός…» Της είχε κοπεί η ανάσα.
«Κυρά-Αλεξάνδρα, στην ηλικία σου…»
«Άσε την ηλικία μου… Δεν μοίραζε διαφημιστικά. Θα ‘χε ρίξει κι αλλού. Πήγε κατ’ ευθεία στο δικό σου το κουτί κι ύστερα καβάλησε το μηχανάκι κι έφυγε σα να τον κυνηγούσαν.»
«Κυρά-Αλεξάνδρα, τώρα βιάζομαι…» Την είχε πιάσει όμως και την ίδια η περιέργεια. Ο Φοίβος, αν υποθέσουμε πως είχε άδεια (πράγμα απίθανο με τη γενική επιφυλακή), είχε μηχανάκι. Όμως…, δεν θα χτυπούσε; Δεν βαριέσαι, γιατί να της μείνει η ιδέα. Έτσι κι αλλιώς είχε το κλειδάκι στο μπρελόκ. Αφήνοντας την άλλη να ‘ρχεται με το πάσο της και δήθεν αδιάφορα, γύρισε πίσω και με νευρικές κινήσεις άνοιξε το ταχυδρομικό κουτί. Μέσα υπήρχε μια κοινή ευχετήρια κάρτα. Απόμεινε να κοιτάζει τη φιγούρα στο εξώφυλλο, χωρίς να πιστεύει στα μάτια της. Την πήρε στα χέρια της και την άνοιξε. Είχε μέσα μια διεύθυνση. Και ημερομηνία σημερινή. Όχι, είχε και τρεις λέξεις γραμμένες. Τρεις λέξεις απίστευτες, αδιανόητες.

Τινάχτηκε όταν άκουσε τη φωνή της γριάς πίσω απ’ τον ώμο της.
«Παιδί μου, μήπως είσαι έγκυος;»

4 -Άρης

ν υποθέσουμε ότι ο Ζαν Πωλ Σαρτρ είχε δίκιο, όταν έγραφε στις «λέξεις» του ότι το μεγάλο ευτύχημα στη ζωή του ήταν το να μεγαλώσει χωρίς πατέρα, τότε ο Άρης Νικολάου ήταν ένας πολύ τυχερός νέος.
Στα δεκαεπτά του χρόνια είχε μια μητέρα που τον λάτρευε, έναν πατριό που του έδειχνε την πρέπουσα προσοχή (μεταφραζόμενη σε κάποια τακτικά δώρα ανάλογης αξίας), μια τετράχρονη αδελφή για την οποία ο ίδιος αποτελούσε ένα είδος επίγειου θεού και μια συλλογή από θαυμάστριες, οι οποίες τον εκτιμούσαν για την αρρενωπή του εμφάνιση, για το πνεύμα του και για τον κομψό τρόπο με τον οποίο τις περιφρονούσε.
Κανονικά, θα έπρεπε να είναι ευχαριστημένος από τη ζωή του.

Το πρωί της εικοστής εβδόμης Ιουλίου, ωστόσο, ξύπνησε σε λάθος κρεβάτι και με λάθος διάθεση. Το λάθος κρεβάτι ήταν το δικό του κρεβάτι, στο σπίτι του, στη Βούλα. Η λάθος διάθεση σχετιζόταν με το γεγονός ότι τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας απολάμβαναν τον ήλιο και τη θάλασσα του Ιονίου απ’ το κατάστρωμα της Αλεξάνδρειας, του ιστιοφόρου του Μιχάλη, του πατριού του. Ήταν ένα σπορ στο οποίο συμμετείχε ανελλιπώς τα τελευταία πέντε καλοκαίρια (τις περισσότερες φορές μόνοι οι δυο τους με το Μιχάλη, με τον οποίο τα πήγαιναν πολύ καλά δεδομένης της σχέσης τους.) Φέτος όμως, με τη Δαμόκλειο σπάθη των πανελλαδικών να επικρέμεται, ήταν αλλιώς. Φέτος οι άλλοι έπρεπε να διασκεδάζουν κι αυτός να τραβάει το λούκι με τα φροντιστήρια.
Ο Μιχάλης ήταν εντάξει τύπος. Καμιά δεκαριά χρόνια μεγαλύτερος απ’ τη μάνα του, αλλά απ’ αυτούς που τους κυνηγάνε οι γυναίκες μέχρι τα ογδόντα τους. Και όχι μόνο για το πορτοφόλι τους. Επιχειρηματίας από οικογένεια Αιγυπτιωτών, κληρονόμησε απ’ τον πατέρα του την εισαγωγική εταιρία, πακέτο με το εμπορικό δαιμόνιο. Ήταν όμως φανερή επάνω του η άνεση του ανθρώπου που δεν ίδρωσε στα νιάτα του.
Η Χρυσάνθη, απ’ την άλλη μεριά, η μάνα του, θα πρέπει στα δικά της τα νιάτα να ήταν γκόμενα πολύ μεγάλου κυβισμού. Ακόμα και τώρα, μετά από δύο παιδιά και δύο γάμους, θα πρέπει να μπαινόβγαινε σε πολλών αρσενικών τα όνειρα. Αν φτιαχνότανε κιόλας, όπως οι μανάδες κάποιων φίλων του, θα ‘τανε πραγματικά καυτή. Γιατί, εντάξει, μάνα του ήτανε, δε σημαίνει πως δεν μπορούσε να την αξιολογήσει σα γυναίκα. Όσο για τις μανάδες των φίλων του, μία τουλάχιστον απ’ αυτές την είχε γνωρίσει… σφαιρικά. Και πήγαινε πάνω από χρόνος που χάρη στις τρυφερές περιποιήσεις της κυρίας Φένιας, ο Άρης είχε πάψει να θεωρεί το γυναικείο σώμα, terra incognita.

Κι ο πατέρας του; Αυτός ήταν άλλη ιστορία… Ήταν το πρότυπό του, ο ήρωάς του. Κι ύστερα ξαφνικά…

Έκλεισε το ξυπνητήρι και γύρισε στο άλλο πλευρό. Προσπάθησε φιλότιμα να ξανακοιμηθεί ξέροντας ότι γα άλλη μια φορά θα χάσει την πρώτη ώρα στο φροντιστήριο. Έτσι κι αλλιώς τη σφαλιάρα απ΄ το Γιάννη, το μαθηματικό, θα την έτρωγε είτε αργούσε είτε όχι. Κι είχε και βαρύ χέρι ο πούστης! Δεν έμοιαζε με μαθηματικό, μάλλον με αποτυχημένο πυγμάχο έμοιαζε, με το χαζό βλέμμα, τις μεγάλες παλάμες και τη σπασμένη μύτη του!
Για να τον σκεφτεί, του ‘φυγε ο ύπνος τελείως. Τεντώθηκε βαριεστημένα. Το κόλπο ήταν να μην ξυπνήσει. Μιας και ξύπνησε δεν είχε νόημα να μένει στο κρεβάτι, ειδικά μ’ αυτόν τον πονοκέφαλο. Καλύτερα να σηκωθεί να φτιάξει έναν καφέ. Είχαν μείνει και κάτι ντόνατς.
Αυτό με το ξενύχτι, τους καφέδες και τα ντόνατς ήταν καινούργιο. Το ‘χανε ξεκινήσει στα διαλείμματα του μαθήματος με τον Κωνσταντίνο και το υιοθέτησε γενικώς. Ολημερίς τρεφόταν με τέτοια, ακόμα και τη νύχτα, που την έβγαζε στην τηλεόραση ή τον υπολογιστή. Γιατί, να το πούμε από μιας αρχής, τελευταία είχε φάει κόλλημα και με το φαν-ρουμ. Κόλλημα και μάλιστα ηλίθιο για κάποιον του επιπέδου του, αλλά –προφανώς- δεν ήταν ο μόνος. Κι ήταν κι αυτές οι δυο τύπισσες…, ειδικά με τη μία γινότανε χτες βράδυ χοντρό παιχνίδι… Πώς τη λέγανε…
Τα μάτια του γύρισαν στο φορητό πού ‘χε απομείνει ανοιχτός όλη νύχτα πλάι του στο κομοδίνο. Με τη ζέστη που έπαιζε τελευταία, δεν θ’ αργούσε να τα τινάξει, αναμμένος όλη τη νύχτα και –πολλές φορές- την ημέρα. Έκανε να σηκώσει το χέρι του στην οθόνη αφής και τότε ένιωσε την κούραση. Τι ώρα κοιμήθηκε πάλι, πέντε, έξι το πρωί; Τώρα ήταν εννέα παρά τέταρτο. Ένιωθε το κορμί του σαν σάκο του μποξ, στον οποίον επιπλέον θα ξεσπούσε εντός ολίγου ο πυγμάχος-μαθηματικός.

Το μουσικό θέμα από τις επικίνδυνες αποστολές αναδύθηκε από άγνωστο ποια πτυχή των στρωσιδιών. Παλεύοντας με τα σεντόνια άκουγε τους τριγμούς των αρθρώσεών του να συνοδεύουν τον ηρωικό πράκτορα Ήθαν Χαντ στην αποστολή εξεύρεσης κινητού τηλεφώνου. Ο Κωνσταντίνος, προφανώς.
«Μαλάκα Κωνσταντίνε, χρειάζομαι επειγόντως διακοπές και γυμναστήριο. Νιώθω σαν τεράστιο ντόνατς με γεύση σκατά!………. Έλα ρε μαλάκα, μίλα, πού είσαι;»
«Πού θες να ‘μαι, εκεί που μ’ έστειλες. Δεν θα πας φροντιστήριο;»
«Βαριέμαι σαν πούστης. Πώς είναι ο καιρός;»
«Πώς θέλεις να είναι, μια χαρά είναι»
«Λέω μήπως η μαλακία μας έκανε τη χάρη να κατέβει νωρίτερα, τουλάχιστον να γλιτώσουμε το τρέξιμο. Θα πάρεις ταξί; Δεν περνάς να με πάρεις;»
«Θα με πάει ο δικός μου, είσαι έτοιμος;»
«Χέσε με ρε μαλάκα! Ακόμα δεν άνοιξε το μάτι μου.»
«Αφού σου λέω ρε Άρη, κόψε τη μαλακία. Δεν την αντέχεις»
«Είσαι αστείος! Στο τσατ ήμουνα όλη νύχτα»
«Γιατί, εγώ τι λέω; Κάτι έχεις βρει εσύ εκεί πέρα, πουτανίτσα… Κάτι έχεις βρει και το κρατάς γα τον εαυτό σου. Πραγματικός φίλος, σε παραδέχομαι… Λολ, θα σε δω κάτω»
«Τον παίρνεις. Θα σε δω κάτω.»

Δεν ήταν γραφτό όμως να τον δει. Γιατί έτσι καθώς σηκωνόταν ο Άρης, έτσι όπως ακούμπησε στο κομοδίνο για να σηκωθεί, η οθόνη του υπολογιστή άναψε μ’ ένα φως που τον τύφλωσε. Θαμπωμένος στην αρχή, δεν μπόρεσε να σημαδέψει σωστά για να κλείσει το παράθυρο του τσατ-ρουμ. Ύστερα, καθώς η όρασή του επανερχόταν, πρόσεξε ότι πάνω στο βασικό παράθυρο ήταν ανοιχτό αυτό της προσωπικής συνομιλίας. Ο νους του πήγε στη χτεσινοβραδινή του γνωριμία, σκύβοντας όμως είδε κάτι πολύ παράξενο.
ΧΧ: νικ-νέιμ ήταν αυτό; Κι αν… δεν μπορεί… ήταν δυνατόν να καταλαβαίνει σωστά; Αυτές οι τρεις λέξεις έλεγαν αυτό που νόμιζε ότι λένε; Μα τότε -τι έπρεπε να κάνει τότε; Το μυαλό του! Έπρεπε να καθαρίσει το μυαλό του! Μια ημερομηνία…, τι μέρα ήταν σήμερα; Και μια διεύθυνση… Ο Χριστός κι η μάνα του!… που θα ‘λεγε κι αυτό το ξανθο-κούδουνο, η Ναταλία!

Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, όσα τα λεπτά της δημοσιότητας κατά Άντυ Γουόρχωλ. Όσο διαρκεί το πεντικιούρ στα τραγοπόδαρα του σατανά. Είχε πλυθεί, είχε φορέσει ό,τι βρήκε μπροστά του, είχε πιει ένα μαύρο υγρό με γεύση καφέ, είχε πάρει ένα ντόνατ στο χέρι και κατρακυλούσε την κατηφόρα προς τη λεωφόρο για να βρει ταξί.

Αν υποθέσουμε ότι ο Ζαν Πωλ Σαρτρ είχε δίκιο, τότε η ευτυχέστερη περίοδος στη ζωή του Άρη Νικολάου είχε μόλις λάβει τέλος.

5 -Οδυσσέας

βρεχε καρέκλες. Από πού ήρθε αυτή η ξαφνική βροχή; Περπατούσε αμέριμνος όταν ξαφνικά άρχισε να βρέχει με το τουλούμι. Φορούσε ένα ψιλό, κοντομάνικο πουκάμισο το οποίο είχε τώρα κολλήσει πάνω του. Μέρος για να προφυλαχτεί δεν έβλεπε πουθενά, ούτε όμως και να κινηθεί μπορούσε. Τα μέλη του είχαν απορροφήσει νερό σαν σφουγγάρια και είχαν γίνει ασήκωτα. Ξύπνησε μουσκεμένος στον ιδρώτα. Από τη ζέστη φυσικά.
Για λίγα δευτερόλεπτα είχε την παράλογη αίσθηση ότι εξακολουθεί ν’ ακούει τον ήχο της βροχής, όμως το φως που έμπαινε από κάποιες χαραμάδες του ρολού, μαζί και η επίγνωση ότι ήταν τέλη του Ιούλη, την διέψευδαν.
Οι σκέψεις άρχισαν να αναδύονται απανωτά: τι είχαν πει για σήμερα; Κάτι για έναν τυφώνα που θα ενέσκηπτε απ’ τη Μαύρη Θάλασσα; Είχε δει κάτι εικόνες στην τηλεόραση πριν από μερικές μέρες. Απίστευτα πράγματα…
Σηκώθηκε αργά και πήγε προς το παράθυρο. Ανεβάζοντας το ρολό αναγκάστηκε να κλείσει τα μάτια. Φως άπλετο, καλοκαιρινό, εισέβαλε στην κάμαρα. Αν η Ιφιγένεια ερχόταν πράγματι καταδώ, δεν είχε ακόμα χτυπήσει την πόρτα.

Το πανεπιστήμιο θα παρέμενε κλειστό. Οι εκεί εκκρεμότητες θα έπρεπε να περιμένουν. Αυτό του έδινε την άνεση να ασχοληθεί με το βιβλίο του, σχετικά με τους Γάλλους στρουκτουραλιστές. Πήγαινε ένας μήνας τώρα που είχε κολλήσει στο κεφάλαιο για το Λακάν. Για έναν εργασιομανή σαν τον Οδυσσέα Δρετάκο μια τέτοια κατάσταση ήταν ασυνήθιστη, όσο και προκλητική. Είχε στείλει την Άννα με τη μικρή στους γονείς της στην Κρήτη για να συγκεντρωθεί απερίσπαστος σ’ αυτή τη δουλειά, όμως τον τελευταίο καιρό κάτι μέσα του είχε αλλάξει. Και το χειρότερο, δεν είχε καμία ιδέα για το τι μπορούσε να είναι αυτό…

Καμία;;

Αυτά τα όνειρα, όπου αισθανόταν ακινητοποιημένος, επανέρχονταν εδώ και λίγες μέρες με ανησυχητική επιμονή. Δεν ήταν σίγουρος για το νόημά τους, ήξερε όμως ότι σχετίζονταν μ’ εκείνην. Εκείνη, που είχε να τη δει σχεδόν είκοσι χρόνια και που, κάποια στιγμή, είχε πιστέψει πως την έβγαλε από τη ζωή του οριστικά. Είχε ξεχάσει ακόμα κι εκείνη τη νύχτα ή, για να ακριβολογούμε, είχε καταφέρει να τη διαγράψει σα να μην υπήρξε ποτέ.

Το κρύο νερό στο ντους τον χτύπησε σαν ρεύμα. Βγαίνοντας ανακάλυψε πως είχε ξεχάσει να πάρει πετσέτα κι έπρεπε να πάει στάζοντας στην κρεβατοκάμαρα για να πάρει μία καθαρή. Περνώντας από το χολ είχε πάλι την παράξενη αίσθηση της βροχής που πέφτει. Εγκλωβισμένος σ’ ένα παράλληλο σύμπαν; Ίσως χρειαζόταν κάτι διαφορετικό, κάτι να του αλλάξει τη διάθεση, ίσως να χρειαζόταν απλά διακοπές. Πόσα χρόνια είχε να κάνει πραγματικές διακοπές;
Αργότερα. Ναι, μπορεί αργότερα. Οι διακοπές θα έπρεπε να περιμένουν λίγο.
Θυμήθηκε ότι έπρεπε να πάρει τηλέφωνο τη Μαρία στον εκδοτικό οίκο κι ακόμα ότι –σκατά– είχε ξεχάσει να πάρει τηλέφωνο την Άννα για την επέτειό τους. Κάτι τέτοια πράγματα, για τον ίδιο ασήμαντα, ήξερε πως εκείνη τα μετρούσε και την πλήγωναν, ίσως γιατί της υπενθύμιζαν πως ο γάμος τους δεν είχε υπάρξει ποτέ κάτι παραπάνω από μία σύμβαση. Μια ευτυχισμένη σύμβαση παρ’ όλα αυτά -μια συμβατικά ευτυχισμένη σύμβαση.

Κοίταξε το πρόσωπό του στον καθρέφτη. Χρειαζόταν ξύρισμα. Συνήθως άφηνε γένια λίγων ημερών, βαριόταν να ξυρίζεται κάθε μέρα. Ανοιχτόχρωμος καθώς ήταν, δεν χτυπούσε πολύ. Έριξε λίγο αφρόλουτρο πάνω στο βρεγμένο πινέλο και, μεθοδικά, άρχισε να απλώνει τη σαπουνάδα στο πρόσωπό του.
Πότε πρωτοξυρίστηκε; Ήταν τότε, μετά τη διάσπαση της τριάδας, μετά από εκείνο το ιστορικό καλοκαίρι στην Κύθνο. Τα μούσια αποτελούσαν γι’ αυτόν ένα σύμβολο, ένα σημείο αυτοπροσδιορισμού: αριστερός, διανοούμενος, αντικομφορμιστής. Όχι πως απέβαλε ποτέ αυτά τα χαρακτηριστικά. Απλώς, η απομάκρυνση από τους άλλους δύο, τον Παναγιώτη και τη Χρυσάνθη, κατά κάποιον τρόπο τον ωρίμασε, αν και δεν συμπαθούσε αυτή τη λέξη. Θα ήταν πιο σωστό να πεις ότι τον οδήγησε σε μια διαφορετική, λιγότερο εξωστρεφή, θεώρηση των πραγμάτων. Ίσως ακόμα να ήταν αυτός ένας αυθόρμητος τρόπος αντίδρασης. Αργότερα, έκοψε και τα μαλλιά.

«Μην ξυριστείς, μ’ αρέσεις έτσι.»
Είχε ακουμπήσει το κεφάλι της στον ώμο του και τον χάιδευε, χωρίζοντας με τα λεπτά της δάχτυλα τις σγουρές τρίχες στο μάγουλό του. Στα εικοσιδύο του, ήταν ήδη άφθονες και μακριές. Για την εμφάνιση -αλλά και τη ρητορική του υπέρ της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς- του είχαν, στα αμφιθέατρα των Πολιτικών Επιστημών, κολλήσει το προσωνύμιο «Μαρξ».
«Ποιος είπε πως σκοπεύω να ξυριστώ;»
Της χαμογέλασε γλυκά κι εκείνη γουργούρισε ναζιάρικα. Ύστερα σηκώθηκε κι έτρεξε στον Παναγιώτη, ο οποίος μόλις έβγαινε από το νερό. Μ’ ένα ξαφνικό σάλτο κρεμάστηκε από πάνω του ρίχνοντάς τον ξανά στη θάλασσα. Ο ήλιος έδυε χαρίζοντας στα νερά της Κύθνου βαθιές ανταύγειες στο χρώμα του ιωδίου.
«Ε, Οδυσσέα, έλα κι εσύ», του φώναξε.
Ο Οδυσσέας «Μαρξ» Δρετάκος σηκώθηκε αργά και πήγε ως την άκρη της αμμουδίτσας. Έτσι την έλεγαν, η αμμουδίτσα μας. Η αλήθεια είναι πως, όταν η θάλασσα φούσκωνε, μετά βίας χωρούσαν να κάθονται μπροστά από τη σκηνή τους χωρίς να βρέχονται. Μια παραλία ιδιωτική, μόνο για τους τρεις τους.
«Υπέροχο, έτσι;», είπε η Χρυσάνθη δείχνοντας γύρω.
«Το καλύτερο!», απάντησε ο Παναγιώτης.
«Εγώ μπορώ να φανταστώ και καλύτερο!», είπε εκείνη. Και, καθώς οι άλλοι την κοιτούσαν περιμένοντας, συνέχισε: «Σ’ ένα ιστιοφόρο. Οι τρεις μας!»
Ήταν δεινή ιστιοπλόος. Ο πατέρας της καπετάνιος, την είχε βάλει από μικρή στα αγωνιστικά. Τους κοιτούσε και τα μάτια της γυάλιζαν. «Το φαντάζεστε;»
Ο Παναγιώτης την αγκάλιασε κι εκείνη τον φίλησε πεταχτά στο στόμα, ύστερα έτρεξε προς τα σκηνή τρέμοντας. Είχε σκοτεινιάσει κι οι φίλοι κοιτάζονταν χωρίς να μπορούν να δουν ο ένας την έκφραση του άλλου. Κι ωστόσο, αυτό που ερχόταν θα πρέπει να το διαισθάνονταν και οι δύο.

Ξέπλυνε το πρόσωπό του και σκουπίστηκε. Επιθεώρησε το αποτέλεσμα, ύστερα βγήκε από το μπάνιο και πήγε στο τηλέφωνο. Η φωνή της Μαρίας ακούστηκε ζεστή και πρόσχαρη όταν του απάντησε: «Κύριε Οδυσσέα, τώρα μόλις σας πήρα, αλλά είναι γυρισμένο στο φαξ. Σας ξύπνησα;»
«Δεν με ξύπνησες, ήμουν στο μπάνιο. Τυχαία σε παίρνω.»
«Για άλλη μια φορά τα μεγάλα πνεύματα συναντιόνται. Αν και εμένα, βέβαια, δεν είναι τόοσο μεγάλο!»
Τον φλερτάριζε; Δεν ήταν η πρώτη φορά που του περνούσε η σκέψη. Αχ, Μαρία, τι ωραία, τι δροσερά που ακούγονται τα εικοσιπέντε σου χρόνια!
«Άκου, Μαρία, θα περάσω να σου αφήσω την αρχική μορφή. Ας πούμε σε καμιά ώρα, είναι εντάξει;»
«Μια χαρούλα. Τελείωσε το περιβόητο κεφάλαιο;»
«Έτσι νομίζω. Με παίδεψε λίγο αλλά τα κατάφερα.»
«Τότε πρέπει να κεράσετε, κύριε Οδυσσέα! Για να γιορτάσουμε τη μεγάλη στιγμή!»
Και γέλασε πάλι, λίγο προσποιητά τούτη τη φορά.
«Καφέ απ’ τον αυτόματο, όπως πάντα! Την καλημέρα μου στο Μιχάλη.»
Ο Μιχάλης Αποστολίδης ήταν ο ιδιοκτήτης και διευθυντής του εκδοτικού οίκου «πηλίκον», ο οποίος εξέδιδε το ομώνυμο επιστημονικό περιοδικό. Η συνεργασία τους είχε εξελιχθεί με τον καθιερωμένο τρόπο: ξεκίνησε με κάποιες δημοσιεύσεις ειδικού ενδιαφέροντος πάνω στο αντικείμενο του Οδυσσέα -τη φιλοσοφία της επιστήμης- και επισφραγίστηκε με την κυκλοφορία του πρώτου βιβλίου του για τον Λουί Αλτουσέρ.
«Καλημέρα και σε σας, κύριε Οδυσσέα. Θα σας περιμένω.»

Έβαλε το ακουστικό στη θέση του και προσπάθησε να δει τη γενική εικόνα. Η ώρα ήταν λίγο μετά τις εννιά το πρωί. Αν έφευγε σε κανένα μισάωρο από την Κυψέλη, θα ήταν στα γραφεία του περιοδικού στις δέκα και πριν το μεσημέρι στη Γλυφάδα. Την ανέβαλε εδώ και μέρες την επίσκεψη στην προσωρινώς ακατοίκητη οικογενειακή εστία, τώρα όμως, με δύο μέρες κλειστό το πανεπιστήμιο ήταν ευκαιρία. Το σπίτι εκεί ήταν πιο δροσερό και με περισσότερες ανέσεις από το ατελιέ των σαράντα τετραγωνικών, όπου εκτός από τη μικρή κουζίνα, ένα γραφείο κι ένα κρεβάτι, όλος ο υπόλοιπος χώρος ήταν κατειλημμένος από στοίβες βιβλίων. Ίσως να πήγαινε και μια βόλτα μέχρι τη θάλασσα, ν’ ανοίξει λίγο το μάτι του. Πριν, όμως, μπορούσε να κάνει επιτέλους το πρώτο τσιγάρο της ημέρας.
Η ετοιμασία του καφέ ήταν υπόθεση λίγων δευτερολέπτων, όσο να καπνίσει δύο τζούρες. Μια κουταλιά νεσκαφέ –σε σκόνη, που διαλύεται εύκολα- μέσα σε κρύο νερό, λίγο ανακάτεμα με το κουτάλι και …ιδού! Η Άννα, η γυναίκα του, ποτέ δεν μπόρεσε να χωνέψει αυτή του την αδιαφορία για τις υλικές απολαύσεις. Για την ακρίβεια, ολόκληρο το πακέτο τής χωρίς εμφανείς αδυναμίες και περιορισμούς προσωπικότητάς του το εύρισκε δύσπεπτο, σχεδόν μη ανθρώπινο. Την αγαπούσε όμως, όπως αγαπάει κανείς κάτι χωρίς λόγο, σχεδόν από πείσμα. Την αγαπούσε με τον τρόπο του, έτσι όπως είχε καταλήξει να αγαπά…

«Το ξέρω ότι μ’ αγαπάς πολύ», του είχε πει την τελευταία φορά που την είδε. «Όπως ξέρω και ότι δεν θα σε ξαναδώ, παρ’ ότι θα το ήθελα όσο τίποτα.» Τότε, άσε το τίποτα και έλα μαζί μου, ήθελε να πει, αλλά δεν το είπε. Τα χείλη τους ήταν τόσο κοντά που σχεδόν ακουμπούσαν.
«Αντίο, Χρυσάνθη…» Του σκέπασε το στόμα.
«Μη!..» Τα όμορφα μάτια της σαν τρομαγμένου πουλιού. «Σε παρακαλώ μην το λες… Το σιχαίνομαι.»
«Όπως επιθυμείς. Όμως το ξέρουμε κι οι δύο.»
«Δεν…; Ίσως, κάποτε…»
«Εγώ σιχαίνομαι τα ίσως και τα κάποτε.»
Της έσφιξε σταθερά τα χέρια. Τα μάτια της γυάλιζαν. Κι ωστόσο η φωνή της ήταν αναπάντεχα σταθερή όταν είπε:
«Αν αυτή είναι η επιθυμία σου, θα τη σεβαστώ.»
Αυτό τον μαλάκωσε. Αυτό, μαζί με την αβάσταχτη ομορφιά της.
«Αν, παρ’ όλα αυτά, συμβεί κάτι, ο,τιδήποτε, που το απεύχομαι… Αν νιώσεις ότι χρειάζεσαι τον Οδυσσέα, απλά…, ανθρώπινα…»
Τον φίλησε στο στόμα, βαθιά, όπως ποτέ πριν.
«Τότε, θα στείλω mayday», είπε κι έφυγε σχεδόν τρέχοντας, κυνηγημένη.
Έφυγε παίρνοντάς του τη γεύση της, τα πάντα. Για λίγο έμειναν οι χτύποι της καρδιάς της να τον συντροφεύουν, ύστερα έσβησαν κι αυτοί. Και, λίγους μήνες αργότερα, παντρεύτηκε τον Παναγιώτη.

Έσβησε το τσιγάρο πιέζοντας δυνατά το άφιλτρο άκρο του. Γύρισε στην κρεβατοκάμαρα. Γδύθηκε τελείως, φόρεσε καθαρό εσώρουχο, ανοιχτόχρωμο βαμβακερό παντελόνι, μπλουζάκι πόλο και τα συνηθισμένα του μαλακά παπούτσια. Πήρε στο ένα χέρι το μπουφάν και το κράνος της μηχανής, στο άλλο το φάκελο με το αντίγραφο του κεφαλαίου για τον Λακάν και βγήκε απ’ το σπίτι. Ή, τουλάχιστον, αυτό είχε σκοπό να κάνει. Γιατί, φτάνοντας στην πόρτα και θέλοντας να επιβεβαιώσει πως τα κλειδιά της μηχανής, που είχαν πάνω τους και τα κλειδιά από τις εξώπορτες των δύο σπιτιών, ήταν μέσα στην τσέπη του μπουφάν, αναγκάστηκε να ακουμπήσει το φάκελο. Χαμένος όπως ήταν στις σκέψεις του, τράβηξε την πόρτα, κατέβηκε τις σκάλες, βγήκε στο δρόμο, περπάτησε μισό τετράγωνο μέχρι τη μηχανή, ξεκλείδωσε το λουκέτο και μόνον όταν σηκώνοντας τη σέλα πήγε να βάλει το έγγραφο μέσα στη θήκη, μόνο τότε κατάλαβε ότι το έγγραφο είχε μείνει πίσω.

Και είναι πραγματικά άξιο προσοχής το ότι, αν εκείνη τη μέρα ο Οδυσσέας Δρετάκος δεν είχε, χαμένος καθώς ήταν στις αναμνήσεις του, ξεχάσει το φάκελο με το αντίγραφο του κεφαλαίου που τόσον καιρό τον είχε παιδέψει, αν δεν το είχε ξεχάσει βγαίνοντας ώστε να υποχρεωθεί να επιστρέψει στο σπίτι της οδού Μαυροματαίων για να το πάρει -και αν δεν είχε επίσης υποχρεωθεί από το εκτυφλωτικό φως του Ιουλίου ν’ ανάψει μπαίνοντας το φως- δεν θα είχε δει το χαρτί του φαξ που σαν ένα τεράστιο κουλουριασμένο φίδι από κυτταρίνη σερνόταν στο πάτωμα του χολ. Του ίδιου αυτού φαξ του οποίου ο μονότονος ήχος θύμιζε βροχή, καθώς ξετυλιγόταν αδιάκοπα επαναλαμβάνοντας απ’ την αρχή ως το τέλος, δεκάδες ή ίσως εκατοντάδες φορές το ίδιο μήνυμα, τη μία μοναδική αυτή λέξη που, τριπλασιασμένη –mayday mayday mayday– σημαίνει άμεση, κατεπείγουσα ανάγκη. Δεν θα είχε σαν τρελός πέσει στα γόνατα ψάχνοντας μέσα στους σωρούς των χαρτιών κάποια πληροφορία, κάποια ένδειξη, δεν θα είχε βγει, πιο χαμένος απ’ ό,τι μπήκε, έξω, στο άγνωστο, σ’ αυτό το μεγάλο, το τεράστιο άγνωστο και –πιθανότατα- δεν θα είχε ποτέ μπλεχτεί σ’ αυτό το απίστευτο κυνήγι των φαντασμάτων.


2 Σχόλια to “το όνειρο της πεταλούδας”

  1. […] συνάντηση #1 [Φώτης] περίληψη προηγούμενου κεφαλαίου: πέντε διαφορετικοί άνθρωποι λαμβάνουν ένα μήνυμα από […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: