Αρχείο για Ν.Βενετσάνου

κείνο που θυμάμαι

Posted in εικόνες-ήχοι-ερεθίσματα with tags , on 28 Αύγουστος, 2008 by trelos

Τη μυρωδιά της καλαμιάς. Πάνω απ’ όλα.

Ν. Βενετσάνου – Στ. Χρυσουλάκη, τα νησιά μας

το μήλο

Posted in στοιχειωμένο ραδιόφωνο with tags , , , , on 5 Ιουλίου, 2008 by trelos

Δύο μεγάλες του αγάπες, Λένα Πλάτωνος και Νένα Βενετσάνου, συν ο λυρισμός και η κιθαριστική δεξιοτεχνία του Νότη Μαυρουδή. Τι άλλο να ζητήσει ο τρελός;

Νότης Μαυρουδής-Λένα Πλάτωνος, το μήλο (τραγ. Νένα Βενετσάνου)

Μήλο σου ρίχνω κι αν θέλεις
κι αν μ’ αγαπάς
δος μου την αγάπη σου

Κράτα το μήλο κι αν θέλεις
κι αν μ’ αγαπάς
μη με πικραίνεις τόσο

Πέτα το μήλο κι αν θέλεις
κι αν δε θέλεις
Η ομορφιά διαβαίνει

Κι άλλο ένα μήλο, άλλη μια Αφροδίτη (αδυναμίες είναι αυτές), μαζί με Πορτοκάλογλου τούτη τη φορά, στίχοι ωμού, εκκωφαντικού ρεαλισμού. (Από το άλμπουμ Καιρός για δύο.)

Νίκος Πορτοκάλογλου, Αφροδίτη Μάνου, το μήλο

Το φως του φεγγαριού σπασμένο απ’ τις κουρτίνες
σε χίλιες ασημένιες σερπαντίνες
το άρωμα του έρωτα σκορπίζει μες στη νύχτα
Κουράστηκα της λέει καληνύχτα

το χέρι της γλιστράει μηχανικά
στο στήθος στο λαιμό του στα μαλλιά
φρόνιμα λέει αυτός και τη φιλάει
γυρνάει στο πλάι

Η ανάσα του σιγά σιγά βαραίνει
και ‘κεινη τον ακούει και σωπαίνει
όμως απόψε πάλι δε νυστάζει
και λύνει τ’ αλογό της και καλπάζει

Και φεύγει για το άγνωστο
παρέα μ’ έναν άγνωστο
το σώμα της λικνίζεται
ντρέπεται βασανίζεται
κι ας είναι η απιστία της
μόνο στη φαντασία της

Στο βάθος οι σκιές του διαδρόμου
και ο μακρινός απόηχος του δρόμου
το ξυπνητήρι δείχνει δώδεκα παρά
κι οι αποπάνω ακόμα παίζουνε χαρτιά
μα η νύχτα προχωράει και εκείνη δεν κοιμάται
που πήγε η ζωη της δε θυμάται

Σηκώνεται προσεκτικά στις μύτες των ποδιών της
και βγαίνει τρομαγμένη απ’τ’ ονειρό της
πηγαίνει στο ψυγείο
το φαγητό είναι κρύο
καλύτερα ένα μήλο λέει
και παίρνει ένα μήλο
το μήλο στο ‘να χέρι
στο άλλο το μαχαίρι

Αφήνει την κουζίνα βιαστικά
μην τύχει και ξυπνήσουν τα παιδιά
και τότε άρχισε να κλαίει στα σκοτεινά
γιατί δεν είχε πια να πάει πουθενά

το φως του φεγγαριού στο χρώμα της κουρτίνας
Κι αυτή με το μαχαίρι της κουζίνας
το αίμα από το στήθος του πετιέται συντριβάνι
στους τοίχους στα σεντόνια στο ταβάνι
τα χέρια της δυο κόκκινα κλαδιά
ανεβοκατεβαίνουν σα σφυριά
δεν κλαίει πια δεν ακούει ούτε μιλάει
χαμογελάει

Πολύ το ευχαριστήθηκε
και έπεσε και κοιμήθηκε
και το πρωί που ξύπνησε
τον χάιδεψε τον φίλησε
που γύρισε απ’ τον θάνατο
να πάει στο μεροκάματο

Το βράδυ πάλι με το φως του φεγγαριού
θα ξαναγίνει μια λεπίδα μαχαιριού
γιατί όπως έλεγε και η μάνα της παλιά
το μήλο πέφτει πάντα κάτω απ’ τη μηλιά