Αρχείο για γυναίκα

τώρα δεν έχω πια

Posted in τηλεφωνητής with tags , , , on 8 Μαΐου, 2008 by trelos

Δ.Παπαδημητρίου-Μ.Αναγνωστάκης, Το Σκάκι

Αν έχεις ένα όμορφο θλιμμένο προσωπάκι , ποιος -πίσω εκεί στα χιλιαεννιακόσια- κι αν τα ματάκια σου μιλούν για νύχτες μοναξιάς, ήμουν εγώ, εγώ που έγραφα τούτες τις λέξεις κι ήσουν εσύ που άκουγες, διαιρεμένη, σκορπισμένη στο χρόνο, στο χτες και στο σήμερα και στο αύριο, ήσουν εσύ. Και ποιος μπορεί να πει τι συνδέει τις ψυχές των ανθρώπων, του άντρα και της γυναίκας, ποιος μπορεί, που σου μιλούσα πάντα μ’ αινίγματα κι εσύ με το χάδι; Τώρα τα μάτια μας, τα χέρια πετάνε μακριά κι όμως ένιωσα -ή έτσι θέλω να πιστεύω- κι αχ πώς να μπορούσαν οι άνθρωποι να λένε αυτό που νιώθουν χωρίς της ευπρέπειας το φίμωτρο! Και πώς να μη σε δω γυναίκα, πώς θα μπορούσε η αγωνία σου να χτυπάει μέσα μου το ίδιο, χωρίς της προαιώνιας σχέσης, της πέρα από συμβάσεις και συναλλαγές, το κάλεσμα; Που μέσα στα λόγια σου ακούω τα λόγια Της και που στα μάτια Της μπορώ -ναι, μπορώ!- να δω τα δικά σου..

Advertisements

Μ’ αγαπάς;

Posted in μονάχα ετούτο τον τρελό with tags , on 14 Φεβρουαρίου, 2008 by trelos

Κάθε νύχτα κατεβάζουν τα μάτια μου σκόνη. Διαβαίνουν αιώνες-οδοστρωτήρες, αλλάζουν τα σχήματα των καιρών. Μ’ αγαπάς;

Ήμουν ό,τι θα υπάρξω, με πήρες μαζί σου, δεν μου άξιζες, μ’ αγαπάς; Εγώ μοναχός, εγώ ο τρελός, ο από τους θεούς καταραμένος, εγώ, ο μόνος υπαίτιος. Την άβυσσο σ’ έντυσα και στο χαμό και στην ταπείνωση σ’ έσυρα, ξεγλιστρούσες, μια στιγμή δεν σε κράτησα, μ’ αγαπάς; Ανασαίνοντας φως, συλλαβίζοντας άστρα, γυναίκα σε πόθησα, σε πήρα, σε σμίλεψα, στου βράχου το χι και το όμικρον μέσα σε κλείδωσα. Φώναζες μη, αντιστέκοσουν κι ως το πρωί του κορμιού σου την έχθρα μου χάριζες που τη βάφτιζα έκσταση. Κι εγώ μαινόμενος, εγώ ανίκητος, εγώ σα σκλάβα σε ντρόπιαζα και σε τάφο βαθύ μες στην έρημο απάνω σου γκρέμισα τις πυραμίδες. M’ αγαπάς; Δυστυχισμένε. Που με καμάκι ορθό σα φτερό καρχαρία, γοργόνα σε μέρωσα. Και στου χρόνου τη φτέρνα, Αντιόπη ξανά, σε γονάτισα. Τη ράβδο και τον πέλεκυ επισείοντάς σου και τη βαλλίστρα. Να με γεννάς και να μου δίνεσαι. Με σφιγμένες γροθιές, εγώ, για ποιον σπέρνω, για ποιον θερίζω, για ποιον το αίμα μου στάζω στα μνήματα; Τους εφιάλτες μου θηρεύω, τους βαφτίζω τροφή που αποθέτω στα πόδια σου, μ’ αγαπάς; Ξιπασμένε. Μες στα μάτια σου αυτά τα πελώρια, τι κρατάς φυλαγμένο για την ύστατη ώρα μου; Πάντα εκεί, στου βωμού τη ματωμένη σιγή σε γυρόφερνα. Και την άκρια του φορέματός σου κρατώντας ψηλά, με το χρωστήρα του πόθου μου θεά σε ζωγράφισα. Κι ήρθαν όλα και χάθηκαν σε μια στιγμή, αιώνες σκοτεινοί, αιώνες δισύλλαβοι μες στην πυρά και μες στον όλεθρο, μ’ αγαπάς;

Και μια ηχώ, σαν πληγή αιωρούμενη, μ’ α_α_άς;

Μ’ α_α_άς;

Φορούσες την άβυσσο.