Αρχείο για Αφροδίτη Μάνου

η αγάπη, ή μήπως ο έρωτας;

Posted in δύσκολες ερωτήσεις with tags , , on 27 Απρίλιος, 2009 by trelos

Κανονικά, αυτή τη στιγμή έπρεπε να δακτυλογραφώ το ένατο κεφάλαιο της πεταλούδας. Όμως, κάποιες φορές προκύπτει κάτι πάνω στο οποίο σκοντάφτουμε ξανά και ξανά λες και προσπαθεί να προκαλέσει την προσοχή μας. Ξέρετε τι εννοώ. Σ’ εμένα άρχισε μ’ έναν Πλατωνικό διάλογο. Συνεχίστηκε μ’ ένα στιγμιότυπο στο δρόμο. Και κατέληξε με την ακρόαση ενός τραγουδιού. Λέω λοιπόν ν’ αναμετρηθώ μαζί του – τώρα- οι περιπέτειες του Οδυσσέα και της παρέας του ας περιμένουν μερικές ώρες.

Το θέμα Αγάπη-Έρωτας είναι τεράστιο κι απ’ όπου να το πιάσεις καίει. Δεν ξέρω καν αν έχω το κουράγιο να ολοκληρώσω έστω τις λίγες αυτές σκέψεις -να τις τινάξω σαν βότσαλα στην επιφάνεια του νερού- που τριγυρνούν στο μυαλό μου. Και, πρώτα-πρώτα, μακριά από ορισμούς (και αφορισμούς). Όπως το καταλαβαίνει κανείς, είναι καλύτερα. Δυο ερωτήσεις μόνο: η αγάπη (όπως ψυχανεμίζεται ο Νίκος Πορτοκάλογλου) ή ο έρωτας κρατά το μαγικό κλειδί; και ποιος από τους δύο είναι ο πιο ανιδιοτελής;

Ας αρχίσω με το τραγούδι. Μου το έφερε η αδερφή μου πριν από κάνα-δυο ώρες: «θέλεις ν’ ακούσεις το τελευταίο σι-ντι του Τσακνή;» Δεν είμαι φαν του, μου είναι ωστόσο συμπαθής και επιπλέον δεν ήθελα να την πληγώσω. Το μάτι μου έπεσε αμέσως στον «κύριο» Φρανσουά Βιγιόν, με τον οποίο έχουμε ήδη αναπτύξει μια σχέση, οπότε πήγα απευθείας σ’ αυτόν. Δεν ξέρω την ιστορία του ποιήματος, φαίνεται ωστόσο πως αντικείμενο εδώ είναι ο Ερωτευμένος, τη σχέση του οποίου με τη σύνεση ο ποιητής αντιμετωπίζει με μια, θαρώ, συμπονετική ειρωνία.

Το μυαλό μου πήγε αμέσως στο Φαίδρο του Πλάτωνα, ένα διάλογο που είχα διαβασμένο πριν από χρόνια και σχεδόν ξεχασμένο. Την περασμένη εβδομάδα που κάτι έψαχνα, ξεφυλλίζοντάς τον επιπόλαια σταμάτησα στο σημείο που παρουσιάζει τον έρωτα ως ένα είδος ιερής μανίας (θεϊκής τρέλλας, για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του σήμερα, σχεδόν του συρμού) μια από τις μανίες εκείνες που τείνουν να φέρουν την ψυχή σε επαφή με το Κάλλος και την πρωταρχική ουσία των πραγμάτων.

Δεν έχω σκοπό να ξεκινήσω εδώ συζήτηση για τις απόψεις και τις παραβολές του μεγάλου φιλοσόφου. Υπάρχουν επ’ αυτού πολύ αξιότεροι από μένα. Θα πω μόνον ότι διαβάζοντας αυτά, η προσέγγισή μου ήταν αρκετά διαφορετική σε σχέση με την πρώτη φορά και η ιδέα της ιερής μανίας αρκετά πιο οικεία. Όλες αυτές τις μέρες, λοιπόν, στριφογυρνούσε στο μυαλό μου, μέχρι σήμερα το πρωί που έτυχε να παρακολουθήσω αυτό το στιγμιότυπο στο δρόμο.

Ήταν μια οικογένεια τσιγγάνων. Με το κλασσικό φορτηγάκι -το ντάτσουν, που λέγαμε κάποτε- γεμάτο παλιά αντικείμενα. Καθώς το αυτοκίνητο είχε σταματήσει για τις καθιερωμένες διαπραγματεύσεις, τα πιτσιρίκια ( τριών-τεσσάρων; ) βρήκαν την ευκαιρία να ξαμοληθούνε στην άσφαλτο, ξυπόλητα φυσικά. Περνώντας, αντιλήφθηκα την καλή γυναίκα (την πελάτισσα) που, σαν και τη δική μου μάνα κάποτε, τους φώναζε να φορέσουν παπούτσια για να μην πατήσουν κανένα γυαλί.

Η πρώτη μου αντίδραση ήταν να διασκεδάσω με την αφέλεια της γυναίκας -η αμέσως επόμενη να αναζητήσω τα κίνητρά της. Αγνή, ανιδιοτελής αγάπη; ( Θα μπορούσε; ) Πίσω από την αντίστοιχη αγωνία της μάνας μου θα μπορούσα εύκολα να βρω το σκουλήκι της ιδιοτέλειας: αν κοπώ, εκείνη θα τρέχει… Κι όμως, η μάνα μου, όπως ακριβώς η γυναικούλα αυτή, το ίδιο θα φώναζε σ’ οποιοδήποτε παιδί. Εκεί, στο σημείο όπου το άμεσο προσωπικό συμφέρον εξαφανίζεται, εκεί θα μπορούσε να στηριχτεί ένα επιχείρημα περί μη ιδιοτέλειας και περί πραγματικής αγάπης …ή μήπως όχι;

Ας προσπαθήσουμε να δούμε την προστατευτικότητά της σαν ένστικτο (μητρική αγάπη κλπ κλπ) που όπως όλα τα ένστικτα λειτουργεί αυτόνομα: η μάνα προβάλλει το δικό της (υπαρκτό ή μη) παιδί στο κάθε παιδί. Αν το κάνουμε αυτό, έχουμε πρόβλημα. Πρόβλημα με την υποτιθέμενη ανιδιοτέλεια. Τα ένστικτα είναι ιδιοτελή από τη φύση τους. Ακόμα και η περίφημη θυσία της μάνας: αν γίνεται από επιλογή, είναι μεγαλειώδης -αν γίνεται από ένστικτο, είναι φυσικός μηχανισμός.

Ας το πιάσουμε λίγο διαφορετικά. Αν υποθέσουμε ότι δεν μιλάμε για προστατευτικότητα -τότε τι άλλο θα μπορούσε να ωθεί μια γυναίκα να «κυνηγά» ένα άγνωστο τσιγγανόπουλο να φορέσει παπούτσια; Μήπως αυτό καθεαυτό το …παπούτσωμα; Η κοινωνική (αλλά και φυσική) ανάγκη της εξομοίωσης; Τότε, η γυναίκα με τη στοργή της βρίσκεται στον αντίποδα εκείνου ο οποίος θ’ αντιμετώπιζε το παιδί με κοροϊδία ή και σιχασιά, έχει όμως παρόμοια κίνητρα: την άρνηση, τη μη αποδοχή της διαφορετικότητάς του. Αφού το δικό της παιδί φορά παπούτσια, όλα τα παιδιά οφείλουν να φορούν.

Μα τότε, θα παρατηρήσει κάποιος, δεν έχει καμιά σχέση με αγάπη, οπότε κακώς το συζητάμε. Κι όμως, εδώ ακριβώς βρίσκεται η δική μου η αμφιβολία. Για σκεφτείτε… Πόσες φορές δεν έτυχε να φερθείτε διαφορετικά απ’ ό,τι ενδεχομένως θα θέλατε, για χάρη ενός ανθρώπου που σας αγαπά; Και πόσες φορές ενδεχομένως είπατε η αγάπη μου θα τον αλλάξει; Καταλαβαίνετε τώρα που το πάω, ο ύπουλος. Κι είστε ίσως έτοιμοι να επαναστατήσετε: ακριβώς επειδή η πραγματική αγάπη είναι ανιδιοτελής, θα όφειλα πράγματι να φέρομαι διαφορετικά απ’ ό,τι θα ήθελα. Και όταν συμβαίνει να κάνω παραχωρήσεις ή ακόμα και να αλλοτριώνομαι ολοκληρωτικά, δεν με εξαναγκάζει η δική του αγάπη για μένα, αλλά η δική μου γι αυτόν.

Δεν θα πω τίποτα επ’ αυτού, επιτρέψτε μου ωστόσο να αμφιβάλλω. Ίσως επειδή έχω δει πάρα πολλές φορές την καλοσυνάτη αυτή αγάπη να χρησιμεύει ως Δούρειος Ίππος ή ίσως επειδή γενικώς είμαι επιφυλακτικός με την ανιδιοτέλεια. Όμως τι γίνεται με τον Έρωτα; Δεν υποτίθεται ότι θα είχαμε μια ωραία, τίμια αντιπαράθεση; Φυσικά, μόνο που το τράβηξα λίγο απόψε και τα μάτια μου κλείνουν. Θα επανέλθω τάχιστα.

Ν.Πορτοκάλογλου, η αγάπη ίσως ξέρει (μαζί: Χ.Αλεξίου, Α.Μάνου)

Ν.Ζουδιαρης- F.Villion, ο κύριος Francois Villion (Δ.Τσακνής)

το μήλο

Posted in στοιχειωμένο ραδιόφωνο with tags , , , , on 5 Ιουλίου, 2008 by trelos

Δύο μεγάλες του αγάπες, Λένα Πλάτωνος και Νένα Βενετσάνου, συν ο λυρισμός και η κιθαριστική δεξιοτεχνία του Νότη Μαυρουδή. Τι άλλο να ζητήσει ο τρελός;

Νότης Μαυρουδής-Λένα Πλάτωνος, το μήλο (τραγ. Νένα Βενετσάνου)

Μήλο σου ρίχνω κι αν θέλεις
κι αν μ’ αγαπάς
δος μου την αγάπη σου

Κράτα το μήλο κι αν θέλεις
κι αν μ’ αγαπάς
μη με πικραίνεις τόσο

Πέτα το μήλο κι αν θέλεις
κι αν δε θέλεις
Η ομορφιά διαβαίνει

Κι άλλο ένα μήλο, άλλη μια Αφροδίτη (αδυναμίες είναι αυτές), μαζί με Πορτοκάλογλου τούτη τη φορά, στίχοι ωμού, εκκωφαντικού ρεαλισμού. (Από το άλμπουμ Καιρός για δύο.)

Νίκος Πορτοκάλογλου, Αφροδίτη Μάνου, το μήλο

Το φως του φεγγαριού σπασμένο απ’ τις κουρτίνες
σε χίλιες ασημένιες σερπαντίνες
το άρωμα του έρωτα σκορπίζει μες στη νύχτα
Κουράστηκα της λέει καληνύχτα

το χέρι της γλιστράει μηχανικά
στο στήθος στο λαιμό του στα μαλλιά
φρόνιμα λέει αυτός και τη φιλάει
γυρνάει στο πλάι

Η ανάσα του σιγά σιγά βαραίνει
και ‘κεινη τον ακούει και σωπαίνει
όμως απόψε πάλι δε νυστάζει
και λύνει τ’ αλογό της και καλπάζει

Και φεύγει για το άγνωστο
παρέα μ’ έναν άγνωστο
το σώμα της λικνίζεται
ντρέπεται βασανίζεται
κι ας είναι η απιστία της
μόνο στη φαντασία της

Στο βάθος οι σκιές του διαδρόμου
και ο μακρινός απόηχος του δρόμου
το ξυπνητήρι δείχνει δώδεκα παρά
κι οι αποπάνω ακόμα παίζουνε χαρτιά
μα η νύχτα προχωράει και εκείνη δεν κοιμάται
που πήγε η ζωη της δε θυμάται

Σηκώνεται προσεκτικά στις μύτες των ποδιών της
και βγαίνει τρομαγμένη απ’τ’ ονειρό της
πηγαίνει στο ψυγείο
το φαγητό είναι κρύο
καλύτερα ένα μήλο λέει
και παίρνει ένα μήλο
το μήλο στο ‘να χέρι
στο άλλο το μαχαίρι

Αφήνει την κουζίνα βιαστικά
μην τύχει και ξυπνήσουν τα παιδιά
και τότε άρχισε να κλαίει στα σκοτεινά
γιατί δεν είχε πια να πάει πουθενά

το φως του φεγγαριού στο χρώμα της κουρτίνας
Κι αυτή με το μαχαίρι της κουζίνας
το αίμα από το στήθος του πετιέται συντριβάνι
στους τοίχους στα σεντόνια στο ταβάνι
τα χέρια της δυο κόκκινα κλαδιά
ανεβοκατεβαίνουν σα σφυριά
δεν κλαίει πια δεν ακούει ούτε μιλάει
χαμογελάει

Πολύ το ευχαριστήθηκε
και έπεσε και κοιμήθηκε
και το πρωί που ξύπνησε
τον χάιδεψε τον φίλησε
που γύρισε απ’ τον θάνατο
να πάει στο μεροκάματο

Το βράδυ πάλι με το φως του φεγγαριού
θα ξαναγίνει μια λεπίδα μαχαιριού
γιατί όπως έλεγε και η μάνα της παλιά
το μήλο πέφτει πάντα κάτω απ’ τη μηλιά

στοιχειωμένο ραδιόφωνο

Posted in στοιχειωμένο ραδιόφωνο with tags , , on 24 Ιουνίου, 2008 by trelos

Έχω ένα ραδιόφωνο παλιό, στοιχειωμένο. Όταν όλοι κοιμούνται, αρχίζει να παίζει μονάχο του εκείνα τ΄αδικημένα τραγούδια. Μικρά αριστουργήματα, καταδικασμένα στην αφάνεια απ’ την αδιαφορία και τη μυωπία των παραγωγών, εντελώς άγνωστα στον κόσμο τον πολύ κι ακόμα -πολλά εξ αυτών- άγνωστα για χρόνια μέχρι και στον τρελό, που περνιέται για γνώστης, πανάθεμά τον!

Νίκ. Καλλίτση-Αντ. Κολυβά, χαμήλωσε (τραγ. Αφροδ. Μάνου)

χαμήλωσε
από ψηλά δεν ζωγραφίζονται τα όνειρα
δεν διακρίνεται η αλήθεια -χαμήλωσε
μην σφίγγεις
τα χρώματα πολύ μην σφίγγεις μες στη χούφτα σου
δεν βλέπεις που το κόκκινο θέλει να δραπετεύσει;
Ξεκρέμασε
τις φλόγες απ’ τις υψικάμινους
και τη σκουριά των καραβιών απ’ το λαιμό σου
και πήγαινε
ανάμεσά τους κατάλευκος
με το πουκάμισό σου ανοιγμένο

(Αντώνης Κολυβάς)

Το συγκεκριμένο τραγούδι επιλέχτηκε σχεδόν στην τύχη. Ο δίσκος περιέχει 10 διαμάντια.