Αρχείο για Οδ.Ελύτης

Οδυσσέας Ελύτης: ο αναρχικός γεωμέτρης της αθωότητας

Posted in οι μεγάλοι μου δάσκαλοί with tags on 18 Μαρτίου, 2008 by trelos

odysseas-elytis.jpg






Γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911 και έσβησε σαν σήμερα, στις 18 Μαρτίου του 1996. Τα αποσπάσματα που ακολουθούν είναι από συνομιλία του ποιητή με τον Δημήτρη Άναλι, η οποία δημοσιεύτηκε στα γαλλικά, στο περιοδικό «Reperes» της Λωζάννης, και αναδημοσιεύτηκε στα ελληνικά στο τεύχος αρ.27 της «λέξης», το Σεπτέμβριο του 1983.


Για την ποιητική λειτουργία, τους σκοπούς και τις μεθόδους της

Νευρασθενής ο ίδιος στα είκοσί μου χρόνια, δεν εννοούσα να βλέπω την ποίηση σαν καταφύγιο νευρασθενών. Ήξερα ότι η ομοιοπαθητική μέθοδος είχε μεγάλη ισχύ. Ότι αρκούσε να πω ευθέως τον πόνο μου για νά ‘χω τη γενική επιδοκιμασία. Όμως ένιωθα ότι μ’ αυτόν τον τρόπο, αλήθεια, προδίδω και το όραμα που είχα προφτάσει να εγγράψω στα παιδικά μου χρόνια, χάρη στην ελληνική φύση και το ήθος της ελληνικής γλώσσας, όπως το έβλεπα ν’ αναδίνεται από τα κείμενα των προγόνων μου -και τη δύναμη της φαντασίας όπως μου την είχε μεταδώσει μια σειρά ρηξικέλευθων πνευμάτων, από τον William Blake έως τον Andre Breton. Ένιωθα τέλος να προδίδω -και αυτό είναι το πιο σημαντικό- τη δυνατότητα που είχε δοθεί στον άνθρωπο ν’ αποκαθιστά στην ατομική κλίμακα την υπέρβαση που άλλοτε μόνον στην ομαδική κλίμακα μπορούσαν να του προσφέρουν οι θρησκείες.

Για την προνομιακή μεγαλοαστική του καταγωγή

Θα ήταν ανόητο να μην παραδεχθώ την προνομιακή θέση που μου έδωσε από πολλές απόψεις το γεγονός ότι ανήκα σε μια μεγαλοαστική οικογένεια. Πρόκειται όμως για ένα γεγονός εν πολλοίς απατηλό. Στην πραγματικότητα, η παιδική μου ηλικία διαμορφώθηκε μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα καταθληπτική. Εάν εξαιρέσω μερικά φωτεινά διαλείμματα – που γι’ αυτά θα σας μιλήσω παρακάτω – δεν θυμάμαι παρά πένθη της οικογένειας, μαυροντυμένους συγγενείς, επαναστάσεις, βομβαρδισμούς από στόλους ξένων δυνάμεων, διωγμούς του πατέρα μου που ήταν αντίθετος με το Παλάτι. Βλέπετε την εποχή εκείνη οι αστοί -πρέπει να το παραδεχτούμε- ακολουθούσαν μια πολιτεία που δικαίωνε την ύπαρξή τους. Στις μέρες μας είναι που αποξενώθηκαν απ’ ο,τιδήποτε δεν είναι κέρδος υλικό κι έχουν, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, υπογράψει την καταδίκη τους. Στα δεκαοχτώ μου χρόνια λοιπόν, εάν εκφραζόμουν αυτοβιογραφικά, μπορείτε να φανταστείτε τι μαύρα ποιήματα θα είχα γράψει. Ο νους μου όμως εμένα ήταν αλλού…Καλώς ή κακώς υπήρχε σχηματισμένος μέσα μου ένας μύθος πέραν του πιθανού ή του απίθανου, που έπρεπε, με κάθε ποίημα -όπως ένα κτίριο με κάθε πέτρα- να λαμβάνει υπόσταση, να υλοποιείται και συνάμα ν’ αποσπάται από μένα, θέλω να πω από την προσωπική μου περίπτωση. Να γιατί δεν έγραφα στο Λονδίνο για ομίχλες και στο Παρίσι για μετρό, αλλά…έβαζα τα θεμέλια του «Άξιον Εστί» και αργότερα ολοκλήρωνα έργα όπως το «Φωτόδεντρο» ή το «Μονόγραμμα». Με γνώμονα πάντοτε την καθαρότητα.

Για τα ελληνικά νησιά

Αυτό που έβλεπα δεν ήταν με κανένα τρόπο απλώς «τοπίο». Ήταν ένα αλφάβητο από φυσικά στοιχεία που αργότερα θα ζητούσα να βρω την ηθική τους αντιστοιχία στο πνεύμα. Και όχι μόνον, αλλά με τη βοήθειά τους να σχηματίσω συλλαβές, λέξεις, φράσεις, στίχους, έτσι που η μεταμόρφωση του ψυχικού ν’ αποδίδει τη μεταμόρφωση του φυσικού κόσμου που ίσια-ίσια παρακολουθούσα…Να ποια ήταν η αρχή: μια μοναδικότητα και αυτή πάνω στο διαρκές της γίγνεσθαι.

Τι εννοεί με τον όρο γεωμέτρηση στην ποίηση

Με τον όρο «γεωμετρία» δεν αναφέρομαι στη μορφή, πόσο μάλλον στη στιχουργία. Ο τρόπος που αντιλαμβάνεσαι και χειρίζεσαι τα υλικά σου, η λειτουργία σου η ψυχική, ένα είδος αιθρίας των νοημάτων και των εικόνων -όπως ακριβώς στη ζωγραφική- αυτό είναι που με ενδιαφέρει.

Για την ελληνική γλώσσα

Κάθε ποιητής πραγματώνεται μέσα από τη γλώσσα του. Και ακόμα πιο βαθιά: μεσ’ από το δεύτερο και το τρίτο στρώμα της γλώσσας του. Στο κεφάλαιο αυτό, είναι η αλήθεια, ο Έλληνας -ο σε όλα του άτυχος- βγαίνει τυχερός. Καμιά γλώσσα δεν διαθέτει μια τέτοιαν απέραντη προοπτική προς τα πίσω και -το κυριότερο- με αδιάπαστη συνέχεια. Δεν το λέω με υπερηφάνεια, το λέω με δέος, αφού οι ευθύνες του ποιητή σε μια τέτοια περίπτωση πολλαπλασιάζονται…Βλέπετε όμως, συμβαίνει να είμαστε μια χώρα μικρή. Και το γεγονός ότι η γεωγραφική πραγματικότητα δεν συμπίπτει με την ιστορική, προξενεί άγχος. Πολλοί δραματοποιούν αυτή τη διάσταση και, από την άποψή τους έχουνε δίκιο. Η δική μου στηρίζεται αλλού. Ίσως επειδή μ’ ενδιαφέρει μόνον το θεωρητικά δίκαιο. Και δεν είναι θεωρητικά δίκαιο τα μεγέθη, εδαφικά ή πληθυσμιακά -μεγέθη που αποτελούν σκέτες ποσότητες- να κάνουν την ευτυχία των λαών. Μπορεί να υπερτερούν στην εκάστοτε παρούσα στιγμή και στο πεδίο της ισχύος, αλλά στο πεδίο το ηθικό η ποιότητα που είναι στο χέρι του κάθε ατόμο, ακόμη και του πλέον αδύνατου, είναι η μόνη που αντέχει και επιβιοί. Αυτό μ’ ενδιαφέρει. Και σας το λέω, πιστέψτε με, όχι καθόλου σαν ιδεολόγος χιμαιρικός αλλά σαν πρακτικός άνθρωπος. Επειδή ο ποιητής, πιστεύω είναι στο βάθος πιο ρεαλιστής απ’ όλους αυτούς που τον φαντάζονται στα σύννεφα. Μόνο που ξέρει ότι και τα σύννεφα κι αυτά είναι μια πραγματικότητα, για τους άλλους εσσαεί απλησίαστη.

Για την εισαγωγή λέξεων από άλλες γλώσσες στο «φωτόδεντρο»

Την Ελλάδα δεν την είδα ποτέ σαν ένας εθνικιστής, αλλά σαν πηγή της γλώσσας που χειρίζομαι από το ένα μέρος και από το άλλο σαν παρακαταθήκη μοναδικών εμπειριών σε πλήρη συστοιχία με τα όνειρά μου. Στα δύο τελευταία μου βιβλία, μετατοπίζομαι από τη φύση στην πολιτεία και μάλιστα στη σύγχρονη «κοσμοπολίτικη πολιτεία». Μια τέτοια κίνηση, φυσικό ήτανε να μου επιβάλλει έναν αριθμό λέξεων που ή δεν έχουν το αντίστοιχό τους στα ελληνικά ή και που αν το έχουν, δεν κατορθώνουν να δώσουν την αίσθηση που επιδιώκω. Είμαι λάτρης της ελληνικής αλλά διόλου καθαρολόγος. Ξέρω ότι είναι μια γλώσσα διαποτισμένη από τις ρίζες ξένων γλωσών σε όσο βαθμό και οι άλλες γλώσσες είναι διαποτισμένες από ρίζες ελληνικές. «Τρώγε την πρόοδο με τα φλούδια και με τα κουκούτσια της», που έλεγα στη «Μαρία Νεφέλη» .

Για τη μερίδα της κριτικής που του καταλογίζει απόσταση από την πραγματικότητα

Ο ποιητής δεχόμαστε ότι εκφράζει τη γύρω του πραγματικότητα. Στα έργα του, που αποτελούν ένα είδος εσωτερικού ημερολογίου, καταγράφει τις ψυχικές του αντιδράσεις που, βέβαια, είναι οδυνηρές, αφού ζητούν ν’ αποδώσουν τη δυσαρμονία του με το φυσικό και κοινωνικό του περιβάλλον. Στον βαθμό μάλιστα που η θλίψη του ή η διαμαρτυρία του είναι οξύτερες, αξιολογείται και η ποιότητα της ευαισθησίας του. Οπόταν εγώ, με τέτοια κριτήρια, ευρέθηκα να είμαι τέρας αναισθησίας, άμοιρος των δεινών που μαστίζουν την ανθρωπότητα, με άλλα λόγια ένας απερίσκεπτος έφηβος που τα βρίσκει όλα ωραία και τα εξυμνεί. Ενώ εγώ ήμουν, απλά και μόνον, ένας χημικός που έβαζε λίγο βόρειον άνεμο, λίγο λουλακί θαλάσσης, λίγο δέρμα νέας κοπέλας, λίγη κατάνυξη αγιότητας, για να βγάλει το αποτέλεσμα που η ζωή του στερούσε…Σημειωτέον ότι τα «υλικά» που είχα βαλθεί να επικαλούμαι δεν ήταν διόλου φανταστικά πράγματα. Υπήρχαν δοσμένα από την ίδια τη ζωή -πλην καταδικασμένα σε αδράνεια από τους ίδιους τους ανθρώπους, από την άγνοια και τις προκαταλήψεις αιώνων. Προς μια τέτοια κατεύθυνση γύρευα νά ‘μαι, πραγματικά, ένας επαναστάτης και όχι καθόλου προς την κατεύθυνση των πολιτικών προγραμμάτων που αργά ή γρήγορα καταλήγουν στη συμβατικότητα….Εξάλλου, από τους Αιολείς προγόνους της ιδιαίτερης πατρίδας μου, της Λέσβου, έχω κρατήσει τη φυσιοκρατική αντίληψη των πραγμάτων, όσο είναι αυτή δυνατή στις ημέρες μας. Έπλασα έναν μύθο με άξονα το φως και τον έρωτα έως θανάτου. Πρόκειται για μιαν εμπειρία που με το να διαψεύδεται από τη ζωή δεν σημαίνει ότι είναι λιγότερο πραγματική…Πρέπει να το καταλάβουμε ότι ο ποιητής ποιεί . Εάν θέλει να βγάζει από το μαύρο, μαύρο -λογαριασμός δικός του. Αναλαμβάνει το βάρος της ευθύνης που αναλογεί στην ψυχή του. Εμένα, όπως σας είπα και στην αρχή, μου αναλογεί το λευκό . Και σας εξομολογούμαι πως η κατεργασία του λευκού μέρους της ψυχής είναι πιο σκληρή κι από του μαρμάρου.

Πού τάσσεται πολιτικά

Έχω..από λίαν ενωρίς ταχθεί με το μέρος της αθωότητας και ισχυρίζομαι ότι έφτασε ο καιρός να σημειωθεί μια κινητοποίηση των επαναστατικών της δυνάμεων που είναι, πιστεύω, εαν όχι περισσότερο, τουλάχιστον εξίσου ισχυρές με τις δυνάμεις του «πονηρού». Υπολανθάνει επί γης ένας παράδεισος που έχει κι αυτός τα δικαιώματά του.Προσπαθώ να τραβήξω το παραπέτασμα, να δω πέραν του απαγορευμένου. Ότι δεν μιλώ τη γλώσσα του Ιησού ή του Μαρξ, δεν σημαίνει πως έχω λιγότερους λόγους ν’ αντιστρατεύομαι την υπάρχουσα τάξη του κόσμου…Υπάρχει μια μεταφυσική των αισθήσεων που με τραβά και που μοιάζει παράλογη μέσα σ’ αυτή την εποχή των μονομερών δογματισμών. Παρ’ όλ’ αυτά, τη διαγνώσανε κάποτε οι Ίωνες και, πριν απ’ αυτούς, έφτασαν ως και να την αγγίξουν οι Κρήτες της Μινωικής εποχής και, μετά απ’ αυτούς, οι Ετρούσκοι. Κάθε τους μύνημα, βαρύ από ύλη, έφτασε και με την εγγραφή του «θείου» επάνω του -κι ας μη μας τρομάζει η λέξη. Λοιπόν στα μέτρα μου, τα πολύ μικρά ομολογώ (κι όχι από ταπεινοφροσύνη, απλώς από συνείδηση της αδυναμίας μου σαν μονάδας, σαν ατόμου) προς τα εκεί τείνω καταμόναχος. Όταν γράφω και γράφω πολύ αργά, πολύ αποσπασματικά και ανορθόδοξα- επιδιώκω να βλέπω καθαρά, όσο είναι δυνατόν, το φυσικό σαν μη-φυσικό και το μη-φυσικό σαν φυσικό, έτσι που το αποτέλεσμα νά ‘ναι μια φωτοκόπια της ψυχοσωματικής μου προβολής εν αδήλω τόπω και χρόνω. Βέβαια, εκείνοι που μου προσάπτουν ότι δεν ανήκω σε καμιά πολιτική παράταξη, όταν τ’ ακούνε αυτά πιστεύουν ότι αεροβατώ. Δεν αεροβατώ. Μιλώ τη γλώσσα της τέχνης μου. Και δεν υπάρχει κόμμα πολιτικό που να την καταλαβαίνει, πόσο μάλλον να την εκπροσωπεί. Χώρια που δεν πιστεύω στα κόμματα και αποβλέπω σε μιαν οργάνωση της κοινωνίας τέτοια που να μην εξαρτάται από τα κόμματα. Μα -θα μου πείτε- είσαστε αναρχικός; Ναι γιατί όχι; Μπορεί να μην ρίχνω βόμβες ούτε να κάνω παθητική αντίσταση. Αλλά ορθώνομαι αντιμέτωπος προς όλες τις Εξουσίες όταν διακηρύσσω τα δικαιώματα του ανθρώπου στην ευτυχία του -μια ευτυχία που δεν χωράει στα καλούπια ούτε του Καπιταλισμού ούτε του Μαρξισμού. Πάνω σ’ αυτήν την «αφέλεια» επιτρέψτε μου να σας θυμίσω μια φράση ενός κατ’ εξοχήν ανθρώπου της δράσης, του Ναπολέοντα, όπως βρήκα να την αναφέρει ο Albert Camus: «Εκείνο που μου αρέσει σ’ αυτόν τον κόσμο, είναι η πλήρης ανικανότητα της δύναμης να στεριώσει κάτι γερό. Δύο είναι οι δυνάμεις σ’ αυτόν τον κόσμο: το ξίφος και το πνεύμα. Ε, λοιπόν, ανέκαθεν το ξίφος, σε τελική κατάληξη, νικήθηκε από το πνεύμα».

Advertisements