κεφάλαιο 7 – περιμένοντας την Ιφιγένεια

1 – Φώτης

bat9kατάλαβες; Κέην. Όπως Μάικλ Κέην. Στα αγγλικά γράφεται Cane, δηλαδή Κάνε. Όπως κάνε όρεξη. Όπως κάνε μας τη χάρη. Και Νας, όπως Νάσος. Όπως να σε πάρει και να σε… Καλά, εντάξει, κατάλαβα –και λοιπόν; Και λοιπόν, όλο μαζί: Κανένας. Τι κανένας; Κανένας απολύτως! Ποιος είναι αυτός; Μα, ο Οδυσσέας φυσικά. Ο Οδυσσέας δεν είναι κανένας, ο Οδυσσέας είναι κάποιος. Ναι, αλλά ο ίδιος είπε ότι είναι κανένας, δηλαδή ότι δεν είναι κανένας. Κατάλαβες; Μπερδεύτηκα. Σε ποιον το είπε; Στον Πολύφημο. Ποιος είναι πάλι αυτός; Αυτός είναι –ήταν– ένας Κύκλωπας, δηλαδή μυθικός άντρας –και τι άντρας, άντρακλας! Θεριό! Μ’ ένα μάτι μόνο, στο κούτελο. Ήθελε να σκοτώσει τον Οδυσσέα, αλλά αυτός του την έφερε. Ο Κανένας; Έτσι του είπε ότι τον λένε. Για να του τη φέρει. Κατάλαβες; Μάλιστα κυρία δασκάλα. Τι κατάλαβες; Εε… όλα αυτά… Ποια αυτά; Αυτά που είπατε… τα κατάλαβα όλα. Έλα λοιπόν Φώτη, πες μας αυτά που κατάλαβες, φώτισέ μας! Μη γελάτε οι υπόλοιποι, ησυχία! Θα μας πεις ή… Δεν μπορώ κυρία, οι άλλοι γελάνε, με κοροϊδεύουν. Γιατί σε κοροϊδεύουν Φώτη, μπορείς να μας πεις γιατί; Ε, που να ξέρω κυρία, αν το ήξερα θα ήμουν σοφός, αν το ήξερα θα ήμουν εγώ ο δάσκαλος και θα ‘ρχόμουν στο σχολείο για να μάθω στα παιδιά τις απαντήσεις, όχι για να τα ρωτάω συνέχεια. Δηλαδή, δεν ξέρω τη δουλειά μου; Δεν εννοούσα αυτό κυρία. Τι εννοούσες Φώτη, για πες μας. Εσύ θα μάθαινες στα παιδιά τις απαντήσεις, ενώ εγώ… εγώ δεν σας τις μαθαίνω, σωστά; Αυτό δεν εννοούσες; Γιατί δεν μιλάς; Γιατί δεν μας φωτίζεις τώρα Φώτη; Μίλα λοιπόν! Σε ρωτάω τι…

«Τι με ρώτησες; Συγγνώμη, δεν πρόσεχα.»
«Ρωτάω», επανέλαβε ο Άρης, «γι’ αυτό που έλεγες πριν στην πλατεία, αν το εννοούσες…»
«Ποιο απ’ όλα;»
Ανασηκώθηκε στο κάθισμά του προσπαθώντας να συγκεντρωθεί σ’ αυτό που του έλεγαν. Από την ώρα που έφυγαν τα κορίτσια, είχε πέσει σε μια παράξενη αφασία γεμάτη παλαβά ονειροπολήματα. Η άδεια καφετέρια, οι συνταξιδιώτες του, η επερχόμενη καταιγίδα -ή ό,τι άλλο ήταν αυτό- είχαν γίνει αίφνης πολύ μακρινά. Ήταν πάλι μόνος του και τίποτα –οσοδήποτε αλλόκοτο- δεν είχε σημασία.
«Για το όνειρο», είπε ο Άρης. «Για το αν θα μπορούσαν όλα αυτά να είναι μόνο ένα όνειρο. Φανταστήκαμε ότι αστειευόσουν.»
«Εε… ναι, δηλαδή όχι, δεν αστειευόμουν. Αναρωτιόμουν… Και τώρα αναρωτιέμαι…»
Πάντα είχε μια δυσκολία όταν έπρεπε να εξηγήσει κάτι, μια σκέψη του. Έτσι και τότε, στο σχολείο, μ’ εκείνη τη δασκάλα, φώτισέ μας Φώτη του έλεγε χαμογελώντας, τ’ άλλα παιδιά γελούσαν κι αυτουνού η γλώσσα δενότανε κόμπος. Πού να ‘ταν τώρα αυτή η δασκάλα; Τι είχαν απογίνει εκείνα τα παιδιά;

«Εννοείς, όπως όταν σκεφτόμαστε μέσα στον ύπνο μας ότι αυτό είναι ένα όνειρο και μετά από λίγο ξυπνάμε;» βοήθησε ο Άρης.
«Ναι, κάτι τέτοιο. Πώς είμαστε σίγουροι ότι είμαστε ξύπνιοι;»
Τελειώνοντας τη φράση του ο Φώτης στράφηκε στον Οδυσσέα, σα να απηύθυνε την ερώτηση ειδικά σ’ εκείνον. Στο πρόσωπο του Οδυσσέα σχηματίστηκε το γνωστό χαμόγελο.
«Σαν τον Κινέζο, που δεν ήξερε αν είναι πεταλούδα», είπε ο Άρης.
«Ποιον Κινέζο;» ρώτησε ο Φώτης. «Συγγνώμη, δεν το ξέρω αυτό.»

Δεν το ξέρει αυτό. Συγγνώμη. Δεν το ξέρει. Έναν Κινέζο. Ή Κανέναν; Έναν κινέζο Οδυσσέα που τον λένε Κανένα. Έτσι είπε στον Περίφημο. Ποιον Περίφημο; Μα, το μυθικό τέρας! Όχι, όχι τέρας, άνθρωπος ήταν, ψηλός, γίγαντας μ’ ένα μάτι. Και όχι Περίφημος, όχι… Πολύφημος ήταν, ναι, ένας κύκλωπας, αυτό ήταν, ένας κινέζος κύκλωπας με μεγάλα πολύχρωμα φτερά σαν πεταλούδα. Φώτη, Φώτη, τα’ χεις μπερδέψει, τίποτα δεν έχεις μάθει, ακόμα κι ένα παιδί σαν τον Άρη ξέρει περισσότερα από σένα, ο καθένας ξέρει περισσότερα, μα όχι, όχι ο Οδυσσέας, αυτός δεν ήταν ο Καθένας αλλά ο Κανένας, συγκεντρώσου Φώτη, προσπάθησε να συγκεντρωθείς, το είπαμε αυτό, το εξηγήσαμε, αυτός ο Κέην έκανε μόνο ένα αστείο, κάπως χοντρό αστείο βέβαια, μα δεν είναι μόνον αυτός, είναι όλο αυτό το παράξενο σκηνικό, όλο αυτό το όνειρο που δεν είναι όνειρο, παρά μόνο μια πεταλούδα που ήθελε να είναι Κινέζος… ή νόμιζε… ή τουλάχιστον… όχι, όχι και πάλι όχι, ξύπνα Φώτη, συγκεντρώσου, πού το έχεις το μυαλό σου παιδί μου, πάλι ξέχασες το μπουφάν σου στο σχολείο, καμιά μέρα θα ξεχάσεις κι εσένα τον ίδιο, σε λίγο δεν θα ξέρεις πια πότε ονειρεύεσαι και πότε είσαι ξύπνιος, δεν θα ξέρεις αν είσαι ο Τσουάνγκ Τσου που ονειρεύτηκε την πεταλούδα ή η πεταλούδα που ονειρεύτηκε πως ήταν ο Τσουάνγκ Τσου…

«Και τι λέει η ιστορία; Πώς τελειώνει;»
«Δεν ξέρω», είπε ο Άρης, «δεν ξέρω καν αν υπάρχει ιστορία, πέρα από το γεγονός ότι ο Τσουάνγκ Τσου θυμόταν καθαρά τον εαυτό του ως πεταλούδα και στη συνέχεια ως άνθρωπο και δεν ήξερε να πει αν ο άνθρωπος ονειρεύτηκε την πεταλούδα, ή αν η πεταλούδα ονειρευόταν πως είναι άνθρωπος. Υποτίθεται ότι το νόημα είναι αυτή ακριβώς η ερώτηση –αν ο κόσμος υπάρχει πραγματικά. Και αν η πραγματικότητά του είναι πιο πραγματική από την πραγματικότητα του ονείρου.»
«Περίμενε γιατί με μπερδεύεις», είπε ο Φώτης, που ωστόσο φαινόταν περισσότερο συνεπαρμένος παρά μπερδεμένος. «Αυτοί οι Κινέζοι, απ’ όσο ξέρω, ήταν σοφοί άνθρωποι, έτσι; Και λέγανε ότι αυτό που ζούμε αυτή τη στιγμή θα μπορούσε να είναι ένα όνειρο;»
«Τουλάχιστον, αυτό έχω καταλάβει εγώ», είπε ο Άρης.
«Εσύ τι λες, Οδυσσέα;»
Για μια ακόμα φορά ο Φώτης είχε στραφεί γεμάτος προσδοκία στον αμίλητο τρίτο της συντροφιάς.
«Εγώ… λέω να κάνω τον Κινέζο», είπε ο Οδυσσέας γελώντας μέσα απ’ τα μουστάκια του. «Μιλώντας για σοφία, είναι η πιο σοφή επιλογή.»
«Εννοείς ότι δεν έχεις άποψη επί του θέματος;»
«Εννοώ ότι γνωρίζω τη σχετική φιλολογία και τη βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Αλλά δεν θέλω να σας πω μπούρδες. Όπως θα ‘λεγε ένας Γερμανός σοφός, γι αυτά που δεν μπορεί κανείς να μιλήσει, είναι καλύτερα να σιωπά.»
«Ωραία», είπε ο Άρης. «Τώρα κάνει το Γερμανό.»
«Εγώ πάντως θα επιμείνω κι ας πω και μπούρδες», είπε ο Φώτης. «Αν υποθέσουμε πως όλη αυτή η ιστορία είναι ένα όνειρο, τότε εξηγούνται πολλά…»
«Περίμενε», είπε ο Άρης. «Εννοείς, αν όλη μας η ζωή είναι ένα όνειρο; Ή μόνο τα σημερινά γεγονότα;»
«Εννοώ…» Ο Φώτης φάνηκε να πέφτει απότομα. «Δεν ξέρω τι εννοώ. Όχι, ναι, εννοώ σήμερα, δηλαδή αυτά τα τελευταία, οι τυφώνες και τα μηνύματα και τα ταξίδια… Όλα αυτά τα παράλογα.»
«Ναι, αλλά η ιστορία με τον τυφώνα έχει αρχίσει εδώ και μέρες», είπε ο Άρης.
«Και πού το ξέρουμε αυτό;» είπε ο Φώτης ξαναβρίσκοντας τον οίστρο του. «Οι μέρες αυτές είναι μέσα στο μυαλό μας και το μυαλό μας είναι στο παρόν. Είμαι μια πεταλούδα που ονειρεύεται ότι πριν από μέρες άκουσε στην τηλεόραση ότι…»
«Αα, καλό!» Ο Άρης κοίταζε τώρα το Φώτη με σεβασμό. «Αυτό δεν το είχα σκεφτεί.»
«Τι;» έκανε ο Οδυσσέας στο Φώτη που είχε στραφεί σ’ αυτόν σαν παιδί που περιμένει τον έπαινο απ’ το δάσκαλο. «Εγώ, είπαμε. Κινέζος. Ευχαρίστως πάντως να σας τσιμπήσω, αν νομίζετε ότι θα φέρει κάποιο αποτέλεσμα.»

Ο Φώτης έγειρε πίσω προβληματισμένος. Ένας Κινέζος που νομίζει πως είναι πεταλούδα. Κι ένας Οδυσσέας που νομίζει πως είναι Κινέζος. Και τότε, ποιος είναι πραγματικά ο Οδυσσέας; Μήπως ο Οδυσσέας είσαι εσύ Φώτη; Μα, αν είσαι ο Οδυσσέας, αυτό θα πει… αυτό θα πει πως είσαι ο Κανένας, Φώτη… ο Κανένας. Την σκέφτηκες αυτή την πιθανότητα, Φώτη; Όχι, κυρία δασκάλα, δεν την σκέφτηκα. Κακώς, πολύ κακώς… Γιατί είναι κι αυτή μια πιθανότητα, Φώτη. Ο Κανένας


2 – Ελίνα

bat9hτουαλέτα φαινόταν καθαρή και περιποιημένη. Καλού-κακού την πέρασε μ’ ένα αντισηπτικό μαντηλάκι που κουβαλούσε μαζί της. Δεν ήταν από κείνες τις μανιακές που δεν πάνε σε ξένη τουαλέτα και που, αν αναγκαστούν, σκαρφαλώνουν ολόκληρες πάνω, δεν είχε όμως και διάθεση να ρισκάρει καμιά ουρολοίμωξη. Σκούπισε προσεκτικά το προσεκτικά αποτριχωμένο μουνάκι της –είχε συνηθίσει στη χαλάουα από μικρή- κουμπώθηκε και τράβηξε το νερό. Βγαίνοντας χάρισε ένα δειλό χαμόγελο στην Αλεξάνδρα που είχε βγει πρώτη και (την περίμενε; ) την κοιτούσε αμήχανα και καθυστέρησε στο νιπτήρα όσο χρειαζόταν για να πλυθεί και να βεβαιωθεί ότι η μάσκαρα είναι στη θέση της κι ότι δεν έχει γίνει σαν κλόουν.

(Πάντα φοβόσουνα τους κλόουν, Μαριλένα. Από μικρή φοβόσουν τους φανταχτερούς ανθρώπους, τις φανταχτερές βιτρίνες, τις φανταχτερές λέξεις -κάθε τι το έντονο και το υπερβολικό- και προσπαθούσες να μην ξεχωρίζεις, στο ντύσιμο, στο βάψιμο και στ’ αντικείμενα που σε προσδιόριζαν. Και μόνο σε αντιστάθμισμα (γιατί, κατά τ’ άλλα, ανάγκη είχες βαθιά να ξεχωρίζεις) ήταν οι τρόποι σου φανταχτεροί και τα καμώματα κι όπως οι θεατρίνες, πού ‘χουν τον κόσμο για σκηνή, δεν ένιωθες επιτήδευση καμία, γιατί ό,τι στους άλλους έδειχνε ολότελα επίπλαστο, για σένα ήτανε γλώσσα του σώματος και της ψυχής –η ίδια, σα να λέμε, η φύση σου.
Και είσαι δω τώρα νιώθοντας κυκλωμένη από δαύτους. Κάτι σ’ ενοχλεί, κάτι μονότονα εξακολουθητικό βρέχει μέσα σου. Κάποτε φόραγες πολύχρωμα γυαλιά, κάποτε είχες για μάτια δυο καλειδοσκόπια -μέσα από κείνα κοίταζες τον κόσμο και ξεφώνιζες. Γυρνούσες την πλάτη σ’ ο,τιδήποτε στριφνό –απειλούσες. Απειλούσες το μαύρο του κόσμου, τη νύχτα, τους σκυφτούς διαβάτες, το Θεό… Κι ωστόσο προσευχόσουνα, με πάθος και με πείσμα, έλεγες Πιστεύω στο Θεό κι έβαζες κείνο το κεφαλαίο πι σαν προειδοποίηση, σαν οφείλεις να υπάρχεις, κάτι, οφείλεις γιατί σε χρειάζομαι.
Κι είσαι εδώ πάλι νιώθοντας γεμάτη μάτια, μάτια που σε κοιτάζουν από μέσα, μάτια που φωνάζουν είσαι ψεύτικη, όλα είναι ψεύτικα, παραδώσου! Και θέλεις να παραδοθείς, να παραδοθείς στους κλόουν και στα ψεύτικα χαμόγελά τους, στην αδιαφορία για όλους και για όλα, να γίνεις μια κυρία κι όλα εκείνα που φοβόσουν, που πάντα έτρεμες μήπως οι άλλοι διαβάσουνε στα μάτια σου και προπάντων εκείνος, εκείνος… πάντα εκείνος…)

«Να σε ρωτήσω κάτι;»
Τινάχτηκε. Η Αλεξάνδρα είχε σταθεί στην πόρτα και την κοίταζε. Ότι απευθυνόταν σ’ εκείνην ήταν προφανές, δεν υπήρχε κανείς άλλος απ’ τις δυο τους.
«Φυσικά», ανταποκρίθηκε καλοσυνάτα.
Η Αλεξάνδρα έμεινε μια στιγμή διστακτική, ύστερα:
«Πριν, στο αυτοκίνητο… έβαλες εσύ ένα πενηντάρικο στην τσέπη μου;»
Τι ιδέα!
«Όχι βέβαια, γιατί;»
«Έτσι… τίποτα… Νόμιζα πως δεν είχα πάρει λεφτά, ίσως έκανα λάθος. Σίγουρα έκανα λάθος.»
«Ωραίο λάθος! Τέτοια λάθη να ‘κανα κι εγώ!» είπε κάνοντας εκείνο το χαρακτηριστικό ήχο με τη γλώσσα στον ουρανίσκο, που για όσους τη γνώριζαν ενείχε θέση κλεισίματος του ματιού. Και, χαμογελώντας άνετα τούτη τη φορά, βγήκε πρώτη απ’ τις τουαλέτες.

Στο μπαρ, ο Δημήτρης με την κοπέλα είχαν ένα ζεστό τετ-α-τετ. Απ’ τα παράθυρα μπορούσε να δει την έρημη πλατεία και να αισθανθεί μια παράξενη ησυχία μέσα απ’ την ακινησία των δέντρων. Στο τραπέζι τους, ο Φώτης με τον Άρη και τον Οδυσσέα φαίνονταν απορροφημένοι σε μια αρκετά ζωηρή συζήτηση. Κατά τα άλλα, η αίθουσα ήταν το ίδιο άδεια αλλά περισσότερο σκοτεινή απ’ όσο την άφησε, γεγονός που δεν έδειχνε να ενοχλεί κανέναν. Προχώρησε αποφασιστικά και κάθισε με θόρυβο προσπαθώντας να τραβήξει την προσοχή της παρέας.
«Τι έχασα;» ρώτησε καρφώνοντας το Φώτη που φαινόταν έτοιμος να πάρει το λόγο, κόβοντάς του τη φόρα κι αφήνοντάς τον να την κοιτάζει με μια αξιολύπητη αμηχανία.
«Ο Φώτης μας ανέπτυσσε μια πολύ ενδιαφέρουσα θεωρία για την κατάσταση που βιώνουμε όλοι μας», ανέλαβε να βοηθήσει ο Οδυσσέας. «Αναρωτιόταν αν θα μπορούσε να είναι ένα όνειρο κι εμείς οι πρωταγωνιστές του.»
«Το έλεγες και πριν», είπε η Ελίνα. «Νόμιζα ότι αστειευόσουν.»
«Δεν αστειεύομαι καθόλου», είπε ο Φώτης. «Εξετάζω ένα ενδεχόμενο. Ίσως ακούγεται απίστευτο, απίστευτα όμως είναι κι όλα αυτά που συμβαίνουν.»
Η Ελίνα τον κοίταξε σκεφτική.
«Μ’ αρέσει αυτό το ενδεχόμενο», είπε στο τέλος. «Να ξυπνήσουμε κάποια στιγμή απαλλαγμένοι απ’ αυτόν τον κωλοεφιάλτη!»

«Ποιος να ξυπνήσει;»
Η Αλεξάνδρα επέστρεφε εκείνη τη στιγμή, με τα μαλλιά να στάζουν πάνω στη μπλούζα της. Κάθισε στην καρέκλα και τα τράβηξε πίσω από τ’ αυτιά για να μην την ενοχλούν. Πόσο πιο όμορφη ήταν πριν! Η Ελίνα συγκρατήθηκε απ’ το να περάσει τα δάχτυλά της μέσα στα μαλλιά της άλλης και να της τα ανακατέψει. Καθώς κανείς δεν απαντούσε, η Αλεξάνδρα συνέχισε:
«Πάλι για όνειρα λέτε; Εγώ πάντως, καλού-κακού, έβαλα το κεφάλι κάτω από τη βρύση και μου πάτησα μερικές δυνατές τσιμπιές χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Αν όλο αυτό είναι ένα όνειρο, τότε δεν είναι δικό μου», είπε χαμογελώντας για να δείξει ότι αστειεύεται. Και πάλι, κανείς δε μίλησε. «Τι;» ρώτησε το Φώτη που την κοιτούσε αποσβολωμένος.
«Αυτό, ομολογώ πως δεν το σκέφτηκα», είπε εκείνος.
«Τι δεν σκέφτηκες;» ρώτησε με καινούργιο ενδιαφέρον ο Άρης.
«Τίνος είναι το όνειρο. Εννοώ, αν είναι όνειρο… Θεωρούσα αυτονόητο πως είμαι εγώ… δηλαδή ο… αυτός που ονειρεύεται, ο Κινέζος που λέγαμε…»
«Α, το ξέρετε κι εσείς αυτό με…»
«Περίμενε, Ελίνα», την έκοψε απότομα ο Άρης. Και ξαναγυρνώντας στο Φώτη: «Υπονοείς ότι όλα αυτά –κι εμείς μαζί- είναι μέρος του δικού σου ονείρου; Ότι είμαστε όλοι μέσα στο μυαλό σου;»
Ο Φώτης φάνηκε να διστάζει.
«Βασικά… υποθέτω πως ναι. Αυτό δεν είναι το νόημα της κουβέντας;»
«Εξαρτάται πώς το βλέπει κανείς», απάντησε ο Άρης. «Για μένα, το νόημα της κουβέντας είναι πως όλα αυτά που συμβαίνουν βρίσκονται –ενδεχομένως– μέσα στο δικό μου κεφάλι κι εσείς είστε μέρος του δικού μου ονείρου, μη γελάς ρε Οδυσσέα γαμώτη μου!»
«Δεν καταλαβαίνω τι γίνεται» είπε η Αλεξάνδρα. «Μιλάτε αστεία ή σοβαρά;» Στράφηκε με ελπίδα στον Οδυσσέα, ο οποίος κοιτούσε μια τον Άρη και μια το Φώτη με ύφος σα να διασκέδαζε με την ψυχή του. «Οδυσσέα, πες μου ότι δεν τα πιστεύετε στ’ αλήθεια όλ’ αυτά.»
«Ποια αυτά;» ρώτησε ο Οδυσσέας προσπαθώντας να πάρει σοβαρό ύφος.
«Μα είναι δυνατόν να βλέπουμε όλοι το ίδιο όνειρο;» φώναξε η Αλεξάνδρα ανεβάζοντας τον τόνο.
«Απ’ ό,τι έχω καταλάβει, κανείς δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο», είπε ήρεμα ο Οδυσσέας. «Όσο για το τι πιστεύουμε στ’ αλήθεια… Η αλήθεια είναι πολύ μεγάλη κουβέντα, πολύ περισσότερο υπό τις παρούσες συνθήκες. Ας πούμε ότι ελέγχουμε διάφορες πιθανότητες. Έχεις να προτείνεις κάτι καλύτερο;»
Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε αποθαρρυμένη. Έμοιαζε τόσο χαμένη και αβοήθητη που η Ελίνα τη λυπήθηκε.
«Κάτι έλεγες για χρονοταξιδιώτες», είπε στον Άρη.
Εκείνος πήρε ένα ψευτοαδιάφορο ύφος.
«Είπα εγώ τέτοιο πράγμα;»
«Ναι, το είπες. Αν αρχίσαμε να εξετάζουμε διάφορα παλαβά σενάρια, γιατί να μην το εξετάσουμε κι αυτό;»
«Γιατί δεν εξηγεί απολύτως τίποτα», παρενέβη ο Οδυσσέας. «Βλέπεις είναι ακόμα Τετάρτη.»
«Τι εννοείς;» ρώτησε η Ελίνα.
«Εννοώ πως ξεκινήσαμε στις 27 Ιουλίου και εξακολουθούμε να έχουμε 27 Ιουλίου. Ο αστυνόμος είπε ότι ο Χρηστάρας βρέθηκε τη Δευτέρα, στις 25. Το χρονικό άλμα θα αποτελούσε εξήγηση αν είχαμε ξεκινήσει στις 25 που βρέθηκε νεκρός ο Χρηστάρας ή και νωρίτερα. Θα συμπεραίναμε τότε πως αφού τον βρήκαμε, στη συνέχεια πηδήσαμε δυο μέρες και βρεθήκαμε στις 27 που είμαστε τώρα. Με δεδομένο όμως ότι ξεκινήσαμε σήμερα, δεν μπορώ να φανταστώ ποια χρονικά σλάλομ θα επέτρεπαν στην Αλεξάνδρα και το Φώτη να τον προλάβουν ζωντανό –δεν ξέρω πότε– ως οδηγό του ταξί, στη συνέχεια να κινδυνέψουμε όλοι μαζί απ’ τη νταλίκα του προχτές και να ξαναβρεθούμε στο σήμερα απ’ όπου ξεκινήσαμε. Ακόμα κι αν πιστεύαμε στη δυνατότητα τέτοιων αλμάτων και πάλι δεν βγαίνει νόημα. Εξάλλου…». Σταμάτησε.
«Τι;» ρώτησε η Ελίνα.
«Εξάλλου τα άλματα στο χρόνο, ενώ είναι εξαιρετικά ασυνήθιστα στον –σε εισαγωγικά- πραγματικό κόσμο, είναι πολύ συνηθισμένα στα όνειρα», είπε χαμογελώντας. «Οπότε…»

«Πάλι εκεί καταλήξαμε!» είπε η Ελίνα με απόγνωση


3 – Αλεξάνδρα

νσταση!»

Ένιωθε τόσο κουρασμένη και τόσο ζαλισμένη που για μια στιγμή νόμισε πως ήταν κάποιος άλλος που είχε μιλήσει. Μόνο όταν είδε τα μάτια όλων καρφωμένα πάνω της περιμένοντας τη συνέχεια, συνειδητοποίησε πως ήταν η δική της φωνή αυτή που έσπασε τη σιωπή.
Εντάξει λοιπόν…

«Απ’ ό,τι φαίνεται δεν αστειεύεστε κι εγώ δεν μπορώ άλλο ν’ ακούω για τα όνειρα λες και…»
Σταμάτησε. Κάτι ήθελε να πει αλλά το ‘χανε. Ένιωθε το απόγευμα να κυλάει μέσα της, να τη ναρκώνει. Ίσως έπρεπε να παραγγείλει άλλον ένα φραπέ αντί να μασάει τόση ώρα το καλαμάκι. Το ‘ριξε νευρικά μέσα στο ποτήρι κι έγειρε πίσω στο κάθισμά της. Κοίταξε σταθερά τον Οδυσσέα που φαινόταν προσηλωμένος πάνω της -ύστερα έσκυψε με αποφασιστικότητα πάλι μπροστά.
«Μπορεί να τα λέτε αυτά για να περάσει η ώρα –το ίδιο μου κάνει. Αντιμετωπίζετε το όνειρο λες και είναι μια λογική εξήγηση σε κάτι παράδοξο, σαν εκείνους που ερμηνεύουν τα ανεξήγητα αποδίδοντάς τα στους εξωγήινους ή στα πνεύματα ή, δεν ξέρω, στο Θεό. Σε κάποιον τέλος πάντων που να μπορούμε να δεχτούμε ότι δεν υπακούει στους δικούς μας νόμους. Αν είναι αυτό το πρόβλημά μας, τότε εντάξει, ας πούμε ότι όλα αυτά είναι ένα όνειρο να ξεμπερδεύουμε. Κι ο κόσμος κι η ζωή το ίδιο –κι όσα δεν καταλαβαίνουμε, ή καταλαβαίνουμε αλλά δεν μας αρέσουν, να τα φορτώσουμε, έτσι είναι τι να κάνουμε, στα όνειρα και να μην ξανασχοληθούμε μαζί τους.»
Πήρε ανάσα. Είχε μιλήσει με ταχύτητα σα να φοβόταν τις αντιδράσεις, ωστόσο κανένας δεν αντέδρασε. Ο Οδυσσέας την κοιτούσε πάντα με προσήλωση, η Ελίνα συνοφρυωμένη, ο Άρης κάπως αδιάφορα.
Ο Φώτης στριφογυρνούσε μια χαρτοπετσέτα.
«Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις», είπε στο τέλος. «Τι σχέση έχουν οι εξωγήινοι;»
«Ήταν απλώς ένα παράδειγμα», είπε εκνευρισμένη. «Αντικαθιστούμε το ένα ανεξήγητο με ένα άλλο. Με κάτι το οποίο δεν μπορούμε να ελέγξουμε και συνεπώς μας απαλλάσσει απ’ την ευθύνη.»
«Μας απαλλάσσει; Ποιους απαλλάσσει;» Τώρα φαινόταν ο Φώτης εκνευρισμένος. «Τι σχέση έχει η ευθύνη; Επειδή προσπαθούμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει; Επειδή λέω πως μ’ ενδιαφέρουν τα όνειρα, πάει να πει ότι προσπαθώ ν’ απαλλαγώ από… από…»
Η Αλεξάνδρα κατάλαβε πως είχε θίξει κάποια ευαίσθητη χορδή κι έσπευσε να επανορθώσει.
«Φώτη, με παρεξήγησες. Δεν είναι εκεί η ουσία της σκέψης μου. Δεν υπάρχει καμία μομφή –απορία εξέφρασα. Τι σχέση έχουν τα όνειρα και τ’ ανακατεύουμε; Επειδή δεν μπορούμε να εξηγήσουμε λογικά τις συμπτώσεις; Οι οποίες μάλιστα –απ’ ό,τι φαίνεται- δεν είναι καν συμπτώσεις; Ένας ανώμαλος που του αρέσουν τα παιχνίδια. Και λοιπόν; Ο κόσμος είναι γεμάτος ανώμαλους…»

Χρειαζόταν έναν καφέ. Έψαξε με το βλέμμα την κοπέλα, η οποία δεν φαινόταν πουθενά. Ούτε κι ο Δημήτρης βέβαια. Πού είχαν πάει; Στην τηλεόραση τοίχου κάποιοι μιλούσαν χωρίς φωνή. Απ’ τα ηχεία ακουγόταν πολύ χαμηλά κάτι σε λάτιν. Παρατήρησε ότι αντί για το καλαμάκι τώρα έπαιζε με τον αναπτήρα. Τι έκανε εκεί μέσα; Τι έκαναν όλοι τους;

«Επέτρεψέ μου να διαφωνήσω.» Ήταν ο Οδυσσέας που πήρε το λόγο.
«Το θέμα μας δεν είναι ούτε ο ανώμαλος, ούτε ο τρόπος με τον οποίο συνέλεξε τις πληροφορίες που μας αφορούν. Το θέμα μας είναι αυτή η απόκοσμη –αν μπορώ να το πω έτσι- ιστορία με τον τυφώνα κι αυτή η εντελώς εξωπραγματική φάση με τη νταλίκα και τον οδηγό της.» Σταμάτησε κοιτώντας τα βρεγμένα μαλλιά της. «Έριχνες νερό στο κεφάλι σου είπες.»
«Για να ξελαμπικάρω. Προσπαθώ να καταλάβω τι γίνεται, όπως κι εσείς. Μέσα σε κάποια πλαίσια όμως… Το να λέμε ότι ονειρευόμαστε δεν βοηθάει σε τίποτα», φούντωσε πάλι η Αλεξάνδρα. «Είναι, δεν ξέρω, σα να λες πως η ζωή είναι παράξενη, δεν είναι δημιουργικό, καταλαβαίνεις τι σου λέω;»
«Καταλαβαίνω πολύ καλά», είπε ο Οδυσσέας. Στα χείλη του άνθιζε ένα στοργικό χαμόγελο. «Δεν συμφωνώ όμως. Κάθε προσπάθεια ανάλυσης του προβλήματος είναι δημιουργική. Πρέπει ν’ ανακαλύψεις τη δομή του, τους νόμους που το διέπουν, πριν προσπαθήσεις να το επιλύσεις. Για τον κόσμο του ονείρου γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα, υποθέτουμε ωστόσο πως υπακούει σε κάποιους νόμους διαφορετικούς απ’ αυτούς με τους οποίους είναι εξοικειωμένη η συνείδηση. Ένας απ’ αυτούς είναι ότι επιτρέπει τοποχρονικές ασυνέχειες…»
«Εκεί ακριβώς ήθελα να καταλήξω», τον έκοψε η Αλεξάνδρα. «Σ’ αυτές τις περιβόητες ασυνέχειες. Τα όνειρα είναι γεμάτα με τέτοιου είδους χάσματα, τα οποία δεν είναι απλώς άλματα στο χρόνο. Αυτό δεν σημαίνει υποχρεωτικά πως η δομή του ονείρου είναι ασυνεχής –ασυνεχή την αντιλαμβάνεται η συνείδηση. Είναι όπως όταν επισκέπτεται κανείς μια άγνωστη πόλη. Στην αρχή, τα διάφορα σημεία της πόλης φαίνονται αποκομμένα, ασυνάρτητα, λείπει το πλέγμα των σχέσεων που τα συνδέει. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος μετακινείται μονίμως μεταξύ δύο ή τριών σημείων μέσω της ίδιας πάντα διαδρομής, χωρίς χάρτη, χωρίς άποψη για τη σύνδεση των σημείων αυτών μέσα στη γεωγραφία της πόλης. Ο άνθρωπος αυτός λειτουργεί ακολουθώντας ένα πρότυπο και κάθε παρεκτροπή απ’ αυτό, κάθε απώλεια προσανατολισμού, του δημιουργεί το αίσθημα της ασυνέχειας, νομίζει ας πούμε ότι κινείται προς το Β και ξαφνικά βρίσκεται πίσω στο Α. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει συνέχεια, απλά ο ίδιος αγνοεί τους συσχετισμούς που την καθορίζουν.»

Κατάλαβε πως είχε παρασυρθεί και χτυπούσε με τον αναπτήρα την επιφάνεια του τραπεζιού. Σταμάτησε αμήχανη και γεμάτη ένταση κοιτάζοντας ένα προς ένα τα σιωπηλά γύρω της πρόσωπα. Κατέληξε στο Φώτη.
«Χημεία είπες ότι σπούδασες», τη ρώτησε εκείνος.
«Βιολογία.»

Και ξαφνικά ήταν πάλι εκεί, πίσω, στις μαραθώνιες συνεδριάσεις, τις λογομαχίες και τις αντεγκλήσεις γύρω από τα φοιτητικά έδρανα, τους ατέλειωτους τσακωμούς με τον πατέρα της, τις πιέσεις, την απουσία στοιχειώδους επικοινωνίας, τις αγχώδεις, εξουσιαστικές πρώτες σχέσεις με διάφορα αλαζονικά καθάρματα και τις συζητήσεις με το Φοίβο, τον μόνο εκτός από τη Μπέτυ που την καταλάβαινε, αλλά και που προσπαθούσε να της ανοίξει έναν κόσμο ασταθή, ρευστό, γεμάτο μεταφυσικά διλήμματα και συγκρούσεις. Δεν μπορούσε να ζήσει σ’ έναν τέτοιο κόσμο, τη γέμιζε άγχος και τρόμο. Γι αυτό κρατούσε πάντα το Φοίβο διακριτικά σε απόσταση, γι αυτό, παρ’ όλη την αδυναμία που του είχε και παρ’ όλες τις παραινέσεις της Μπέτυς, αρνιόταν πεισματικά να ολισθήσει σε κάτι πιο βαθύ μαζί του. Φοβόταν όλα όσα αυτός αντιπροσώπευε, τη διαρκή ανησυχία του, την ονειροπόληση και την αγάπη του για την οντολογική φιλοσοφία και την ποίηση. Εκείνη είχε ανάγκη από στέρεα πράγματα, τα πόδια της είχαν ρίζες στη γη, τη νευρίαζε η συνήθειά του να περπατάει κοιτώντας τ’ αστέρια. Κι η ειρωνεία της τύχης την έριξε εδώ, σ’ αυτήν την αλλόκοτη περιπέτεια, όπου τα πάντα φαίνονταν ρευστά και διάχυτα, βυθισμένα σε μια μυστηριώδη αχλύ και συντροφιά με ανθρώπους που, λες για να την εκνευρίσουν περισσότερο, εννοούσαν να ανακατεύουν όλη την ώρα τη ζωή με το όνειρο.
Τι άλλο θ’ ακούσω σήμερα, αναρωτήθηκε.

Και δικαίως, μιας που ο Άρης δεν είχε ακόμα ανοίξει το στόμα του.

4 – Άρης

bat9mας μπέρδεψες για τα καλά», είπε η Ελίνα.
Απευθυνόταν στην Αλεξάνδρα η οποία μετά από ένα χειμαρρώδες ξέσπασμα είχε σωπάσει αποτραβηγμένη σε μια απ’ τις αγαπημένες της σιωπές.

Τη συμπαθούσε όλο και πιο πολύ την Αλεξάνδρα, αυτό τον αγέρωχο αυθορμητισμό της, του θύμιζε τη μάνα του τη Χρυσάνθη –να ‘τη ξανά η σύγκριση, αναπόφευκτη.
Η Ελίνα, αντιθέτως, είχε αρχίσει να του χτυπάει στα νεύρα. Αυτός ο επιδεικτικός τρόπος με τον οποίο προσπαθούσε να πλησιάσει την άλλη του ήταν ανυπόφορος. Δεν κρατώ κακία, παθούσα είμαι κι εγώ, εκείνος φταίει για όλα, σα να έλεγε. Στην τσαχπινιά και στα σκέρτσα του θύμιζε εκείνο το ξανθό, τη Ναταλία, τον εκνεύριζε και τον ερέθιζε ταυτόχρονα. Ενώ η Αλεξάνδρα είχε κάτι το σκοτεινό και μυστηριώδες, κάτι που σε προκαλούσε να το ανακαλύψεις.

«Αν ψάχνουμε το αδύνατο σημείο στη θεωρία του Φώτη, συγγνώμη αλλά υπάρχει ένα πιο σοβαρό απ’ αυτά τα μπερδεμένα με τις συνέχειες και τις ασυνέχειες», είπε τελικά. Ανταπέδωσε το βλέμμα στην Αλεξάνδρα –ύστερα στράφηκε στο Φώτη.
«Κρίμα, γιατί μου άρεσε πολύ η θεωρία σου», πρόσθεσε.

Άφησε να κυλήσουν μερικές στιγμές , απολαμβάνοντας εκ των προτέρων την εντύπωση. Τα ματάκια της Ελίνας είχαν στενέψει και τον κοιτούσαν προκλητικά. Οκ, μωρό μου, αφού σ’ αρέσουν τα παιχνίδια, ας παίξουμε!
«Όπως μας έλεγε νωρίτερα ο προφέσορ», εδώ γύρισε προς τον Οδυσσέα, «τα περισσότερα όνειρα κρύβουν κάτι λιγότερο ή περισσότερο συγκαλυμμένα ερωτικό.» Έκανε μια εκφραστική παύση. «Τα δικά μου –και λόγω ηλικίας, καταλαβαίνεται- μπορώ να σας βεβαιώσω ότι είναι πάντα ερωτικά και διόλου συγκαλυμμένα.»
«Και τι σχέση έχει αυτό;» ρώτησε η Ελίνα.
«Έχει μεγάλη. Είμαι εδώ τόσες ώρες με δυο ωραίες, νέες γυναίκες κι ακόμα δεν έχει παίξει τίποτα.»
«Ορίστε;» Τα μάτια της Ελίνας ήταν γεμάτα γνήσια, ανυπόκριτη έκπληξη. «Σαν τι να παίξει δηλαδή;»
«Δεν καταλαβαίνεις πού το πάει;» παρενέβη η Αλεξάνδρα. «Αφού δεν του έκατσε καμιά μας ως τώρα…»
«Και ούτε πρόκειται!»
Ήταν ιδέα του ή οι μύτες των δύο κοριτσιών είχαν υψωθεί κατά μερικά χιλιοστά η καθεμία;
«Μην το παίρνετε προσωπικά, δεν έχει να κάνει με σας. Κι ούτε έχω πρόθεση να σας προσβάλλω.»
«Δεν τις προσβάλλεις», επενέβη συμφιλιωτικά ο Οδυσσέας, «τις φέρνεις, όμως, σε δύσκολη θέση. Και, ενδεχομένως, αμφιβάλλουν για το κίνητρό σου να συνεισφέρεις δημιουργικά στη συζήτηση.»
«Δεν βλέπω το λόγο να έρχονται σε δύσκολη θέση. Δεν περιμένω κάποια απάντηση, απλά μια διαπίστωση κάνω. Φυσικά πράγματα είναι αυτά.»

Το ήξερε ότι θα έπιανε. Αμέσως τις είδε να μαζεύονται, αν και τα πρόσωπα παρέμειναν σφιγμένα.
«Και αν το καλοσκεφτείτε», συνέχισε, «θα δείτε πως έχω δίκιο.»
«Δίκιο, ως προς τι;» ξαναπιάστηκε η Ελίνα. «Το ότι δεν λειτουργούμε, εγώ κι η Αλεξάνδρα, ως σεξουαλικά αντικείμενα, όπως μας θέλετε, ίσως σημαίνει πράγματι πως αυτό δεν είναι ένα αντρικό όνειρο. Και για να μην αδικήσω το Φώτη και τον Οδυσσέα, θα ήταν καλύτερα μάλλον να πω ότι δεν είναι το όνειρο ενός εφήβου που έχει μονίμως μέσα στο κεφάλι του το σεξ.»

Δεν είχε σκοπό να το συνεχίσει αλλά αυτή τον προκαλούσε με τη μύτη της που σηκωνόταν όλο και περισσότερο.
«Θέλεις να πεις ότι το δικό σου δεν είναι εκεί;» είπε. «Θα μου φαινόταν τουλάχιστον παράξενο και… όχι παράξενο, απλά υποκριτικό!»
Η Ελίνα του χάρισε ένα χαμόγελο.
«Αναρωτιέμαι τι θα ‘λεγες αν είχες πρόθεση να μας προσβάλλεις», είπε.
«Απλά γνωρίζω, όπως όλοι, πόση υποκρισία υπάρχει γύρω απ’ το θέμα του σεξ. Πρέπει μονίμως άλλα να σκέφτεσαι, άλλα να λες και άλλα να εννοείς. Υποτίθεται πως ζούμε στον εικοστό πρώτο αιώνα, γαμώτο!»
«Δεν έχει να κάνει ο αιώνας», είπε η Αλεξάνδρα που φαινόταν –παραδόξως- πιο άνετη απ’ την Ελίνα, λες και το θέμα την ενδιέφερε επιστημονικά. Ίσως, πάλι, προσπαθούσε απλά να τον καλοπιάσει. «Κάθε κοινωνία έχει τα δικά της ταμπού. Υπάρχουν κοινωνίες, κατά τ’ άλλα πρωτόγονες, οι οποίες στα ζητήματα του σεξ είναι πολύ πιο προχωρημένες απ’ τη δική μας. Προχωρημένες, βέβαια, όπως το εννοείς εσύ –πιο ανεκτικές, με λιγότερα ταμπού…»
«Όπως το εννοώ εγώ. Για σένα δεν είναι προχωρημένες, δηλαδή; Προτιμάς αυτήν την κοροϊδία, τις καθωσπρέπει κυράτσες με τους φουσκωμένους ευνούχους; Αυτές που λένε θα ξεσαλώσω μέχρι τα τριάντα και μετά θα νοικοκυρευτώ; Εννοώντας πως είναι πρόθυμες να αποπλανηθούν, αρκεί να αξίζει τον κόπο; Πούλα μου γοητεία κι αγάπες και λουλούδια, στην ανάγκη πότισέ με δυο σφηνάκια παραπάνω και φέρσου σαν να ήμουν πουτάνα, αρκεί να μην φαίνεται έτσι;»

Θυμήθηκε τη Φένια, τη μάνα εκείνου του συμμαθητή του, πρόπερσι. Πόσο διαφορετική, πόσο γυναίκα φαινόταν όταν κλείνονταν οι δυο τους στην κρεβατοκάμαρα… σα να πετούσε μια μάσκα. Πόσο τον είχε τρελάνει την πρώτη φορά που ένιωσε αυτή την αλλαγή –τα χέρια της πάνω του, ξαφνικά χέρια θηλυκού στο κορμί ενός άντρα, χωρίς ετικέτες, χωρίς πειθαναγκασμούς…
Κάθε γυναίκα, του ‘χε πει, κρύβει μια ξεκωλιάρα βρώμα μέσα της. Όμως πριν την πεις ξεκωλιάρα βρώμα κι άλλες τέτοιες προστυχιές που γουστάρεις, βεβαιώσου πρώτα ότι συνομιλείς μαζί της. Γιατί η άλλη, η κυρία, δεν θα τις ανεχτεί, δεν επιτρέπεται να τις ανέχεται.

«Δεν ξέρω για ποιες γυναίκες μιλάς, αλλάζουν τα πράγματα και μερικές φορές δεν ξέρω αν ο κόσμος είναι ακόμα όπως τον άφησα. Στην εποχή μου», η Αλεξάνδρα τόνισε ειρωνικά αυτό το τελευταίο, «θέλαμε ο άλλος να νιώθει κάτι για μας, γουστάραμε παραμύθι, πώς το λένε!» Έτριψε το μέτωπό της κουρασμένα. «Νομίζω, πάντως, πως καταλαβαίνω τι εννοείς για τον καθωσπρεπισμό και την αποπλάνηση –κι ίσως, τελικά, να έχεις δίκιο. Τα ένστικτα υπάρχουν για όλους, ίσως σε μας να είναι πιο περιορισμένα, πιο εντοπισμένα χρονικά με βάση τον έμμηνο κύκλο. Και, ίσως, πιο υποβαθμισμένα εξαιτίας του φυσικού και του κοινωνικού μας ρόλου. Εσείς είστε οι κυνηγοί –ή όχι; Θέλω να πω, το να κάνουμε και λίγο τις δύσκολες έχει κι αυτό τη σημασία του. Από κει και πέρα, όπως είπα και πριν, κάθε κοινωνία έχει τα δικά της ταμπού και το σύστημα που τα καθορίζει δεν είναι τόσο απλό στο να αναλυθεί. Τα πάντα επιδρούν σ’ αυτό: οι οικονομικές σχέσεις, η θρησκεία, τα βιώματα της κοινωνίας όπως πόλεμοι, κρίσεις, επιδημίες, ζητήματα επιβίωσης… Σαφώς μια κοινωνία με λυμένα όλα τα άλλα προβλήματα θα ήταν όχι μόνο πιο ελαστική αλλά και πιο αχαλίνωτη, για να το πω ωμά, στα ζητήματα του σεξ…»
Ξαφνικά σταμάτησε. Κοιτούσε τόσο αμήχανα γύρω της την παρέα που την άκουγε με προσοχή κι ήταν τόσο γλυκιά, τόσο ανεπιτήδευτα όμορφη! Ένιωσε παράλογα κολακευμένος γιατί όλο αυτό το λογύδριο το απηύθυνε σ’ αυτόν… Από πού ξεκινήσαμε και πού καταλήξαμε, σκέφτηκε.

Πλάκα θα ‘χε να ερωτευτεί τη γυναίκα του πατέρα του.

5 – Οδυσσέας

bat9mέσα στο όνειρο που δεν είναι όνειρο, ο Οδυσσέας χαμογελάει σαν μανδαρίνος. Φυσικά δεν έχει ιδέα για το πώς χαμογελούν οι Μανδαρίνοι –αυτή η συζήτηση για τους Κινέζους είναι που του δημιούργησε το συνειρμό. Άκουγε το Φώτη να υπερασπίζεται το συλλογισμό του, τον Άρη μισοαστεία-μισοσοβαρά να τον ενθαρρύνει, την Αλεξάνδρα να εξανίσταται. Τι σκεφτόταν ο ίδιος, τι πίστευε;

«Για τον κόσμο του ονείρου γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα, υποθέτουμε ωστόσο πως υπακούει…»

Μάλλον τίποτα. Απολάμβανε την όλη κατάσταση σαν να έκανε, παρά τη θέλησή του, τις διακοπές που ζητούσε το ίδιο εκείνο πρωί. Αν ήταν στ’ αλήθεια όνειρο, τότε είχε πετύχει το σκοπό του, αυτόν τον κοινό σκοπό που έχουν συνήθως τα όνειρα: ικανοποιούσε την επιθυμία του με τον πιο ολοκληρωτικό τρόπο. Μακριά από τη ρουτίνα του και το ασφυκτικό σύμπαν του Ζακ Λακάν, το οποίο σύμπαν, ειρήσθω εν παρόδω, είχε ως βασικό αντικείμενο –ή, τουλάχιστον, ένα από τα πολλά- την ψυχανάλυση άρα και τα όνειρα. Και ακριβώς το τρίτο κεφάλαιο, που τόσο τον είχε παιδέψει, είχε άμεση σχέση με ορισμένα όνειρα και την ερμηνεία τους υπό το αυστηρό πρίσμα του Γάλλου στρουκτουραλιστή. Πόσο τυχαίο μπορούσε να είναι κάτι τέτοιο; Πόσο αλήθεια;

«Τα όνειρα είναι γεμάτα με τέτοιου είδους χάσματα, τα οποία δεν είναι απλώς άλματα στο χρόνο. Αυτό δεν σημαίνει υποχρεωτικά…»

Από την άλλη, βέβαια, το να δει κανείς τη ζωή σαν όνειρο ακουγόταν πολύ βολικά δελεαστικό.
Η γυναίκα του, η Άννα, του έλεγε συχνά ότι της δίνει αυτήν την εντύπωση. Ότι αυτός, υποτίθεται, ζούσε τις καταστάσεις επιδερμικά, όπως σε ένα όνειρο απ’ το οποίο αργά ή γρήγορα περιμένει να ξυπνήσει. Την αποστασιοποίησή του, σε αντίθεση προς τους δικούς της δραματισμούς, τον στοχαστικό τρόπο με τον οποίο αυτός αντιμετώπιζε τις καταστάσεις, εκείνη τα χαρακτήριζε ιστοριοποίηση της ζωής ή και μυθιστοριοποίησή της.

«Όπως μας έλεγε νωρίτερα ο προφέσορ…»

Η Άννα… Τριαντάριζε όταν τη γνώρισε σ’ εκείνο το πάρτι. Ήταν τόσο όμορφη, τόσο γλυκιά στα εικοσιπέντε της, χωρισμένη ήδη μ’ ένα παιδί, ένα κοριτσάκι δύο ετών, την Κατερίνα.
Πόσα χρόνια; Χρόνια σαν ύπνος γλυκός -ένα όνειρο, αγαπητέ Φώτη, η ζωή. Ένα όνειρο…

«Δεν καταλαβαίνεις πού το πάει; Αφού δεν του έκατσε καμιά μας ως τώρα…»

Κι ωστόσο, πόσο πιο απλή είναι η ζωή στα όνειρα. Πόσο πιο άμεση και πιο αρμονικά συνδεδεμένη με τη φύση των ανθρώπων. Χωρίς πολύπλοκες διαπραγματεύσεις, χωρίς αναστολές…

«Δεν τις προσβάλλεις, τις φέρνεις, όμως, σε δύσκολη θέση. Και, ενδεχομένως, αμφιβάλλουν για το κίνητρό σου να συνεισφέρεις δημιουργικά στη συζήτηση.»

Αναλογίστηκε τις παράξενες σχέσεις που είχαν αναπτυχθεί ανάμεσα στα μέλη της ομάδας. Η πιο άνετη φαινόταν να είναι ανάμεσα στον Άρη και στο Φώτη. Μεταξύ Άρη και Ελίνας η πιο τεταμένη. Όσο για την Ελίνα με την Αλεξάνδρα… αυτή κι αν ήταν δύσκολη. Η μικρή φαινόταν καθαρά να προσπαθεί να κερδίσει τη συμπάθεια της άλλης. Ενοχές; Μάλλον, αν έκρινε κι από κείνη την ανεξήγητη χειρονομία με το πενηντάρικο.
Καθισμένος όπως ήταν πίσω τους, είχε παρακολουθήσει έκπληκτος όλο το σκηνικό. Την Ελίνα γερμένη στο παράθυρο με τα μάτια κλειστά σαν να κοιμάται. Νωρίτερα, η Αλεξάνδρα είχε παραπονεθεί πως δεν πήρε μαζί της λεφτά. Σε κάποια στιγμή που δεν την προσέχει, η μικρή της σπρώχνει στην τσέπη ένα χαρτονόμισμα στο χρώμα του βερύκοκου. Πιο ύστερα, η Αλεξάνδρα το ανακαλύπτει και δεν πιστεύει στην τύχη της –μάλλον το θεωρεί ξεχασμένο εκεί, τι άλλο να πιστέψει; Στην καλή σαμαρίτισσα, η οποία στο παρελθόν πήγε να της πάρει τον άντρα;
Και, για να έλθουμε ξανά στο θέμα μας, μια τόσο παράξενη χειρονομία θα μπορούσε να έχει θέση σ’ ένα όνειρο; Προφανώς, ναι. Όμως τι σόι όνειρο θα μπορούσε να είναι αυτό στο οποίο πέντε άνθρωποι ονειρεύονται από κοινού; Γιατί, αν υποθέσουμε ότι ήταν όντως όλα αυτά ένα όνειρο, τότε είτε ονειρεύονταν όλοι μαζί συγχρονισμένα, είτε μόνον αυτός. Η τρίτη δυνατότητα, το να αποτελεί δηλαδή ο ίδιος τμήμα του ονείρου κάποιου άλλου, του φαινόταν εντελώς γελοία και απαράδεκτη.

«Πολύ ωραία, τελικά το φέραμε στην κοινωνιολογία. Τέσσερις τ’ απόγευμα, τι ακούω η γυναίκα!» Η Ελίνα στριφογυρνούσε πάνω στην καρέκλα προσπαθώντας να βολευτεί. «Μια χαρά αυτό το καφέ, να μην είμαστε κι αχάριστοι, χάθηκε μόνο να ‘τανε έτσι λίγο πιο lounge βρε παιδί μου, ν’ αράξω κάπου το βασανισμένο μου κορμί;» Κι έσκασε ένα από τα γελάκια της.
Όλοι φαίνονταν κουρασμένοι και άκεφοι. Ο αέρας είχε αποκτήσει ξανά κάτι από τη ράθυμη ατμόσφαιρα του καλοκαιριού. Ως και τα σύννεφα είχαν αρχίσει ν’ ανοίγουν και οι πρώτες θαμπές ακτίνες έδιναν εισχωρώντας στην αίθουσα κάτι το εξωπραγματικό.
«Η Ιφιγένεια φαίνεται πως δεν μας καταδέχτηκε», σχολίαζε τώρα η Ελίνα σουφρώνοντας τα χείλη. Σηκώθηκε απ’ την καρέκλα κι άρχισε να κόβει βόλτες με χορευτικά βήματα. Απέμεινε να την κοιτάζει να αιωρείται στην άυλη ατμόσφαιρα.
«Ο Οδυσσέας μας μοιάζει πραγματικά να βρίσκεται χαμένος σε κάποιο όνειρο…Τι να σου κάνω που δεν έχω το μπλοκ με τα μολύβια μου, Οδυσσέα, θα σε ζωγράφιζα τώρα.»

Αυτό το κορίτσι δεν σταματούσε ποτέ. Αχ, Ελίνα, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες –κι ένας θεός ξέρει αν δεν είσαι στ’ αλήθεια πλασμένη για πρωταγωνίστρια- τον πρώτο ρόλο είναι φανερό πως σου τον έχει πάρει η Αλεξάνδρα. Ο Φώτης είναι και πάλι καρφωμένος πάνω της προσπαθώντας αδέξια να μην το δείχνει. Ο Άρης, επιφυλακτικός στην αρχή, τώρα φαίνεται όχι μόνο να την έχει αποδεχτεί αλλά να προσπαθεί και να κερδίσει το ενδιαφέρον της. Ακόμα κι εσύ Ελίνα, περισσότερο για κείνην δίνεις τη μικρή σου παράσταση, μόνο που εκείνη είναι κάπου αλλού και δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία σε τίποτα και σε κανέναν.

Κι εσύ, Οδυσσέα; Εσύ, που ξέρεις να αναλύεις τόσο καλά τις σκέψεις και τα συναισθήματα των άλλων, δεν θα μας πεις εσύ τι αισθάνεσαι γι’ αυτήν, τι σημαίνει για σένα η Αλεξάνδρα; Όχι; Κλειστά χαρτιά λοιπόν, πολύ καλά, αν και δεν σου ταιριάζει καθόλου. Ίσως δεν θέλεις να χαλάσεις το μυστήριο. Ή… πώς είπες; Το όνειρο; Πολύ σωστά. Δεν θέλεις να χαλάσεις το όνειρο…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: