κεφάλαιο 8 – εκμυστηρεύσεις


…θα τον πάω φορές χιλιάδες από χιλιάδες δρόμους (*)

batterfly-19cebbοιπόν, τι κάνουμε;»

Η Ελίνα ξανάπεσε βαριά πάνω στην καρέκλα. Η φωνή της, που είχε την ξέπνοη μουσικότητα του φλάουτου, διατηρούσε κάτι απ’ την παιδιάστικη ορμή του κλαρινέτου. Σε αντίθεση με την υπόλοιπη ομήγυρη, φαινόταν γεμάτη ενέργεια –το είδος της ενέργειας που δεν έχει να κάνει με φρεσκάδα αλλά με υπερδιέγερση.

«Τι μπορούμε να κάνουμε;» ρώτησε ο Φώτης.
«Δεν ξέρω… Ο καιρός φαίνεται ν’ ανοίγει. Ίσως πέρασε ο κίνδυνος…, ίσως…»
«Θα πρέπει να μάθουμε με βεβαιότητα», τη διέκοψε ο Οδυσσέας στρεφόμενος στην τηλεόραση. «Ενδεχομένως από κάποιο τοπικό κανάλι ή…»
Το μάτι του έπεσε στο λάπτοπ με τις μουσικές λίστες στη γωνία του μπαρ. «Λογικά, θα υπάρχει σύνδεση», είπε κινούμενος διστακτικά προς το άνοιγμα της μπάρας. «Και μιας που η αρμόδια απουσιάζει…»
«Έχω σήμα!» ακούστηκε ξαφνικά –ζωηρή μετά από πολλή ώρα- η φωνή της Αλεξάνδρας.

Όλοι στράφηκαν προς το μέρος της. Εκείνη απομακρύνθηκε παίζοντας με τα πλήκτρα του τηλεφώνου της και μουρμουρίζοντας κάτι για τη μπαταρία.
Η Ελίνα κι ο Άρης έσπευσαν στα κινητά τους, ο δε Φώτης, θυμούμενος το δικό του μέσα στο ακινητοποιημένο σέατ τριακόσια τόσα χιλιόμετρα μακριά, ακολούθησε τον Οδυσσέα πίσω από τον πάγκο.
«Ξέρεις να το χειρίζεσαι αυτό το πράγμα;» είπε δείχνοντας τον υπολογιστή.
«Τα βασικά», απάντησε άκεφα ο Οδυσσέας προσπαθώντας να ξεμπερδέψει το ποντίκι.
Επικράτησε μια γενικευμένη έξαψη. Η Αλεξάνδρα σε μια γωνιά να μιλά στο τηλέφωνο καπνίζοντας. Ο Άρης να προσπαθεί να καλέσει ξανά και ξανά κι ύστερα απογοητευμένος να πληκτρολογεί κάποιο μήνυμα. Η Ελίνα να βηματίζει πάνω κάτω γρυλίζοντας: «άντε μωρή, σήκωσέ το!» Ένας μακρυμάλλης με φαλακρίτσα και σκουλαρίκι μπήκε σε μια στιγμή, κάτι ρώτησε για κάποιον Τάσο, δεν είδε από πουθενά ανταπόκριση και ξανάφυγε. Τα πράγματα αποκτούσαν ήχο και οσμή, η ζωή γυρνούσε σελίδα στην παρτιτούρα της.

«Δεν το σηκώνει», είπε με παράπονο η Ελίνα και με τρόπο που προδίκαζε το ενδιαφέρον τουλάχιστον ενός εκ των υπολοίπων.
Οι υπόλοιποι, ωστόσο, φαίνονταν ξεκομμένοι, καθένας στον δικό του κόσμο. Μόνον ο Φώτης με τον Οδυσσέα είχαν μια στοιχειώδη επικοινωνία, καθώς επιβεβαίωναν στο Ίντερνετ το προφανές: ότι για λόγους –αντιθέτως- καθόλου προφανείς, ο κίνδυνος είχε απομακρυνθεί.

«Τι κάνουμε λοιπόν; Επιστρέφουμε;»
Για μια ακόμα φορά ο Φώτης ανέθετε την πρωτοβουλία στον Οδυσσέα. Και για μια ακόμα ματαιωνόταν, τούτη τη φορά χωρίς αινιγματικά χαμόγελα και αστειάκια, καθώς ο άλλος παρέμεινε βυθισμένος σε σκέψεις.
Πιο αποφασιστική απ’ όλους φάνηκε ξαφνικά η Αλεξάνδρα δηλώνοντας ότι θα πήγαινε μέχρι το λιμάνι να δει τα δρομολόγια των πλοίων.
«Έχω μια φίλη στην Κεφαλονιά», συμπλήρωσε. «Αφού φτάσαμε ως εδώ, λέω να πάω να την επισκεφθώ.»
«Τυχερή», είπε η Ελίνα. Η δικιά μου η φιλενάδα έχει ένα εξοχικό στη Νέα Μάκρη κι ούτε που απαντάει. «Έχει και το μωρό…»
«Να έρθω μαζί σου;» ρώτησε ο Άρης την Αλεξάνδρα. «Αν μείνω λίγο ακόμα εδώ μέσα θ’ αρρωστήσω.»
«Φυσικά, κανένα πρόβλημα. Θα ‘χω και παρέα», απάντησε η Αλεξάνδρα. Και στρεφόμενη προς την Ελίνα: «Θα μου δώσεις το τηλέφωνό σου;»
«Και βέβαια!» απάντησε η άλλη πρόσχαρα. «Άρη, μπορείς να το σημειώσεις κι εσύ αν θέλεις.»

Μετά την ανταλλαγή των τηλεφώνων και την αποχώρηση των δύο, η Ελίνα ανέλαβε πρωτοβουλία.
«Τι λέτε, πάμε να καθίσουμε έξω;» παρακίνησε το Φώτη και τον Οδυσσέα. «Θα μουχλιάσουμε εδώ μέσα. Εγώ αναλαμβάνω τα εφόδια.»
Με τα τελευταία αυτά λόγια, πέρασε με άνεση πίσω απ’ τον πάγκο του μπαρ αναζητώντας το στιγμιαίο καφέ.
«Φραπέ για όλους;» ρώτησε.
«Για μένα σκέτο», είπε ο Οδυσσέας.
«Εγώ μόνο ένα ποτήρι νερό», είπε ο Φώτης. Κι ύστερα μετανιώνοντας: «Όχι, περίμενε, θα βάλω μια κανάτα να σε βοηθήσω». Και πέρασε με τη σειρά του πίσω από τη μπάρα.

Πέντε λεπτά αργότερα, κάθονταν οι τρεις τους σ’ ένα τραπέζι κάτω απ’ την τέντα.
Η κίνηση στο δρόμο είχε βρει τους συνηθισμένους ρυθμούς της: νεαρά ζευγάρια και μανάδες με καροτσάκια, συνταξιούχοι που περιδιάβαιναν φιλοσοφώντας, νεαροπαρέες που φλυαρούσαν και αλληλοπειράζονταν, ο καρπουζάς που διαλαλούσε την πραμάτεια του… Τίποτα δεν θύμιζε την προηγούμενη ερήμωση.
«Σαν τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή», σχολίασε η Ελίνα.
Είχε ανεβάσει τα πόδια σε μια καρέκλα κι είχε τραβήξει τα μαλλιά της μπροστά στο πρόσωπο, παρατηρώντας μέσα από αυτά τον κόσμο που περνούσε μπροστά της.
«Πάντως, πολύ παράξενη ήταν αυτή η εξέλιξη», συμπλήρωσε.
«Πολύ παράξενη πράγματι», συμφώνησε ο Οδυσσέας. «Φαίνεται πως ο τυφώνας εκτονώθηκε απρόσμενα λίγο πριν φτάσει εδώ.»
«Θα γεμίσουν τα κανάλια ειδικούς και δήθεν που θα λένε το μακρύ και το κοντό τους», είπε ο Φώτης κάνοντας μια κίνηση με το χέρι του.
«Σ’ ενοχλεί ο καπνός μου, συγγνώμη», είπε η Ελίνα και μάζεψε το τσιγάρο που είχε αφήσει στο τασάκι. Τράβηξε μια ρουφηξιά και το ‘σβησε. Ύστερα στράφηκε ξανά στο Φώτη: «Δεν κάπνιζες ποτέ;»
«Κάπνιζα αλλά το ‘κοψα, είναι λίγοι μήνες», απάντησε εκείνος.
«Μπράβο σου που τα κατάφερες –φαντάζομαι δεν θα ήταν εύκολο», είπε η Ελίνα.
«Με τον τρόπο που έγινε, τελικά, ήταν. Εννοώ.. ήταν εύκολο, πολύ εύκολο, μόνο που θα προτιμούσα να μη γινόταν έτσι…»
«Ωχ, κάποια πληγή έξυσα πάλι… Μπράβο Ελίνα», είπε συγχαίροντας τώρα τον εαυτό της. «Καλά λένε πως όσο πιο πολύ μιλάς, τόσο περισσότερες γκάφες κάνεις.»
«Δεν πειράζει», είπε ευγενικά ο Φώτης. «Δεν φταις εσύ. Πού να ξέρεις ότι ο άλλος κόβει το τσιγάρο για να μην του θυμίζει…» Άφησε τη φράση μετέωρη.
Έμειναν για λίγο αμίλητοι. Ο αέρας αντηχούσε τζιτζίκια, μοτοσικλέτες και κόρνες αυτοκινήτων. Στο τέλος, ήταν η Ελίνα που έσπασε τη σιωπή.

«Λοιπόν, αρχηγέ…» Στράφηκε στον Οδυσσέα. «Περιμένουμε μια απόφαση.»
Ο Οδυσσέας έτριψε το μουστάκι του.
«Εγώ θα την πάρω αυτή;» ρώτησε.
Η Ελίνα ξανατράβηξε την κουρτίνα της.
«Εσύ δεν είσαι ο πολυμήχανος καπετάνιος μας;» του αντιγύρισε ναζιάρικα την ερώτηση.
Παρ’ όλα αυτά το διαισθανόταν πως η ατμόσφαιρα είχε βαρύνει. Κι ο Οδυσσέας ακούστηκε αναπάντεχα στομφώδης όταν είπε:
«Δεν ξέρω εσείς τι λόγο έχετε σ’ αυτήν την ιστορία, όμως ο δικός μου ίσως είναι ζωής και θανάτου. Δεν μπορώ να κάνω πίσω αν δεν σιγουρευτώ.»
Η Ελίνα καθυστέρησε λίγο, αιφνιδιασμένη.
«Η κοπέλα που έλεγες;» είπε τελικά.
«Είπα πως πρόκειται για κοπέλα;»
«Εγώ έτσι κατάλαβα.» Και βλέποντας πως ο άλλος δεν σκοπεύει να συνεχίσει: «Πιστεύεις ότι έχει πράγματι σχέση με τις οδηγίες αυτού του τρελού;»
«Δεν ξέρω τι πιστεύω», είπε απρόθυμα ο Οδυσσέας, «δεν έχω ιδέα… Ίσως -κατά βάθος- ελπίζω να την ξαναδώ… Ίσως πάλι…»
Σταμάτησε. Η Ελίνα είχε γείρει μπροστά και τον κοιτούσε αμίλητη.
«Ίσως, απλώς, να απολαμβάνω το ταξίδι. Νιώθω πως της χρωστάω ένα ταξίδι.»
«Την αγαπούσες πολύ;»
«Περισσότερο από κάθε τι.»

Τα μάτια του Οδυσσέα είχαν μικρύνει, δυο μικρές σκιές στο δυνατό καλοκαιρινό φως. Η Ελίνα μπροστά του, στην άκρη της τέντας με τον ήλιο που χαμήλωνε πίσω απ’ το κεφάλι της, φορούσε ένα στεφάνι από νοσταλγία και φως. Δυο παιδιά που περνούσαν τσακώνονταν για το ποδόσφαιρο, ένα κορίτσι γύρω στα δεκάξι χαμογελούσε μ’ ένα κινητό στο χέρι.

«Ήταν η Χρυσάνθη, έτσι;» Η φωνή της Ελίνας ακούστηκε μαλακή και απόμακρη. «Γι αυτό δεν μίλησες μπροστά στον Άρη.»
«Ήταν, ναι. Η Χρυσάνθη.»
«Και παντρεύτηκε τον Παναγιώτη…» Δίστασε. «Ήσασταν φίλοι με τον Παναγιώτη; Εννοώ… πραγματικοί φίλοι;»
Η Ελίνα έπιασε το χέρι του Οδυσσέα. Φαινόταν τεράστιο μέσα στο δικό της. «Αν δεν θέλεις να μου πεις, το καταλαβαίνω. Δεν έπρεπε να τα ρωτάω αυτά…»

Ο Οδυσσέας πήρε βαθιά ανάσα. Με τα πυκνά, σκούρα καστανά μαλλιά του που ξάνοιγαν ήδη στο γκρίζο, το μουστάκι και την κασετίνα με τα άφιλτρα, θύμιζε αριστερό συγγραφέα ή σκηνοθέτη της δεκαετίας του ’70. Είχε αφαιρεθεί να κοιτάζει το παιχνίδι του φωτός στα μαλλιά της Ελίνας. Ταξιδεύοντας. Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι ν’ αποφασίσει να μιλήσει. Ύστερα, τράβηξε απαλά το χέρι του κι έπιασε τα τσιγάρα. Πήρε ένα κι απόμεινε να το κοιτάζει με απορία. Όταν τελικά μίλησε, η φωνή του είχε μια παράξενη ηρεμία.
«Στην ψυχολογία αυτό ονομάζεται καθήλωση. Συνήθως δυσκολεύομαι να το παραδεχτώ, υπάρχουν ωστόσο στιγμές που εγκαταλείπομαι – αυτή, νομίζω, είναι η σωστή λέξη- που βυθίζομαι στο παρελθόν με μια ηδονική εγκατάλειψη.»
Στράφηκε στο Φώτη.
«Είναι παράξενος ο τρόπος που αγκιστρώνεται κανείς σε πράγματα ή σε συνήθειες. Σε ιδέες. Ετεροπροσδιορισμός… Εσύ έκοψες το τσιγάρο –εγώ το ξεκίνησα. Αγκιστρώθηκα στη μελέτη, στον ακτιβισμό, στη διδασκαλία. Ο Παναγιώτης…», ξαναγύρισε στην Ελίνα, «ο Παναγιώτης, ναι, ήταν φίλος μου, όσο κι αν το αμφισβήτησα αργότερα… κι εγώ, έτσι αθόρυβα, τον έβγαλα απ’ τη ζωή μου. Όπως κι εκείνη. Κομμάτι-κομμάτι συνέθεσα αυτό που θα ήμουν, αυτό που τελικά θα γινόμουν… Απ’ αυτήν την άποψη…» Σταμάτησε.
«Απ’ αυτήν την άποψη…;» τον παρακίνησε η Ελίνα.
«Απ’ αυτήν την άποψη», συνέχισε χαμογελώντας, «ένα όνειρο που εκφράζει την επιθυμία της απόδρασης, ένα όνειρο που μεταβιβάζει την ανάγκη της σωτηρίας από το δικό μου το πρόσωπο στο δικό της, ένα τέτοιο όνειρο θα ήταν τουλάχιστον, οφείλω να ομολογήσω, συνεπές…» Και, σηκώνοντας θεατρικά τα χέρια, ξαναείπε: «Απολύτως συνεπές.»

Στο πρόσωπο του Φώτη απλώθηκε μια ξαφνική ευφορία πριν καταλήξει σ’ ένα μελαγχολικό χαμόγελο.
«Κάτι αντίστοιχο», είπε, «θα μπορούσε ωραιότατα να συμβαίνει και μ’ εμένα. Μόνο που, στην περίπτωσή μου, δεν θα επρόκειτο για απόδραση από κάτι, αλλά για το ακριβώς αντίθετο.»
Σταμάτησε, λες και, στην περίπτωσή του, αυτό ήταν το περισσότερο που μπορούσε να ειπωθεί.
«Πολύ μυστηριώδης δήλωση, καλέ μου Φώτη», είπε η Ελίνα, «κι εμένα τα μυστήρια, ξέρεις, με τρελαίνουν. Είναι να μην μου κάνεις την αρχή, να μη με βάλεις στο τριπάκι… Μετά δεν μπορώ να ησυχάσω.»
Ο Φώτης στριφογύρισε αμήχανα –κοίταξε τα πόδια του, τον ουρανό της τέντας, ύστερα ξανά τα πόδια του. Στο τέλος
«Δεν ξέρω, δεν μπορώ αυτή τη στιγμή», είπε. «Ίσως αργότερα… όταν θα έχουμε γνωριστεί καλύτερα.»
«Καλά, εντάξει», είπε μουτρωμένα η Ελίνα. «Δεν έγινε τίποτα. Εγώ μονάχα που θα τσουρουφλίζομαι, δεν πειράζει, μη νιώθεις ένοχος.»
Ο Φώτης την κοίταξε με δυσπιστία. Ύστερα γύρισε στον Οδυσσέα. Συλλογισμένος εκείνος, σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. Σειρά σου τώρα, δεν γλιτώνεις, σα να έλεγε.
«Κοίταξε», είπε στο τέλος, «ήταν να παντρευτούμε, εντάξει; Κι ύστερα… Έφυγε δυο μέρες πριν, χωρίς εξήγηση. Έτσι τουλάχιστον έλεγα, έτσι ήθελα να πιστεύω. Το απέφευγα. Τώρα όμως θέλω να καταλάβω…»
«Και το ταξίδι…», ξεκίνησε η Ελίνα –ύστερα τα μάτια της άστραψαν. «Το μήνυμα που πήρες…, το μήνυμα απ’ αυτόν το μαλάκα, αν ήταν απ’ αυτόν… Είχε σχέση μ’ αυτό που λες, έτσι; Ό,τι ήταν αυτό, τέλος πάντων…»
«Μμμ, ναι, μάλλον. Νομίζω πως…»

Ό,τι κι αν νόμιζε, έγινε παρελθόν.
«Γαμώτο», είπε η Ελίνα, ξαφνιασμένη κι αυτή απ’ το χαρακτηριστικό βόμβο της δόνησης. Ακολούθησε το σόλο ενός βιολιού καθώς εκείνη κοιτούσε την οθόνη του κινητού της.
«Έλα, Αλεξάνδρα» είπε ενώ σηκωνόταν απ’ την καρέκλα. «Δεν σ’ ακούω καθαρά, τι είπες; …κάνει διακοπές… ναι; ναι, τώρα σ’ ακούω, πες μου… τι λες; …Αλεξάνδρα;»
Ξανακάθισε απογοητευμένη δοκιμάζοντας να καλέσει εκείνη, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
«Ίσως πρέπει να κατεβούμε στο λιμάνι», είπε τελικά. «Φαίνεται πως ο Άρης κάτι βρήκε.»


(*) Βλαδ. Μαγιακόφσκι, στων σπονδύλων τον αυλό, μτφρ Οδ.Ελύτης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: