κεφάλαιο 9 – εκμυστηρεύσεις (και άλλες)

baterfly-5cf831υνολικά ήταν τέσσερις. Όμως, μόνον οι δύο φαίνονταν να έχουν αντίληψη ο ένας της παρουσίας του άλλου. Στέκονταν όρθιοι στο χείλος της προκυμαίας, μπροστά σε κατάρτια που λικνίζονταν ελαφρά, κάτω από έναν ουρανό που ολοένα και καθάριζε.
Τι συζητούσαν; Αν ρωτούσες τους άλλους δύο δεν θα μπορούσαν να σου πουν. Κρατούσαν μια διακριτική απόσταση, ο ένας σε ύψος και ο άλλος σε βάθος.

«Μας αφήνεις, λοιπόν», είπε ο Άρης.
Η Αλεξάνδρα είχε το βλέμμα που δεν κοιτάζει ακριβώς τα παπούτσια ή το τσιμέντο της προκυμαίας αλλά κάποιο απροσδιόριστο ανάμεσα.
«Πάνω που αρχίσαμε να γνωριζόμαστε.»

Σήκωσε το κεφάλι της. Μέσα απ’ τα γυαλιά του ήλιου συνάντησε το βλέμμα του Άρη και του το ανταπέδωσε σταθερά.
«Δεν φάνηκες να χαίρεσαι και τόσο για τη γνωριμία», είπε.
«Εγώ;» Ο Άρης φόρεσε το πιο cool χαμόγελο του ρεπερτορίου του. «Έτσι έδειξα;»
Τράβηξε το βλέμμα του, στρέφοντας προς το δάσος των καταρτιών. Όμως όχι αρκετά ψηλά. Δεν μπορούσε να δει το κοράκι.

«Έδειξες», είπε η Αλεξάνδρα, «σα να είχες μετακομίσει νοερά στη Γροιλανδία. Ή κάπου εξίσου παγωμένα
Έβγαλε κάτι απ’ την τσέπη της.
«Θες μια τσίχλα;» είπε προτείνοντας το κουτάκι.
Ο Άρης κούνησε αφηρημένα το κεφάλι. Ύστερα άπλωσε το χέρι του.
«Δυόσμος είναι;» ρώτησε. «Θα πάρω μία, ευχαριστώ.» Κι έστρεψε πάλι το ενδιαφέρον του στα σκάφη μπροστά του.
«Εντάξει, δεν θέλω να σου παραστήσω το μάγκα», είπε στο τέλος. «Στο κάτω-κάτω, δεν μου χρωστάς εξηγήσεις για τίποτα. Ο καθένας αυτό που μπορεί και του χρειάζεται διεκδικεί. Κι ο πατέρας μου, που τον έφτυσα όλ’ αυτά τα χρόνια, ήταν τουλάχιστον ξεκάθαρος και δεν προσπάθησε να εξαπατήσει κανέναν. Κι ούτε θ’ αρχίσω τις ηθικολογίες και τα κλαψουρίσματα, ότι δεν ήτανε -και καλά- σωστό κι ότι δεν είχε το δικαίωμα και μαλακίες…»
«Εγώ, πάντως, αν τα έλεγες αυτά δεν θα σ’ αδικούσα», είπε η Αλεξάνδρα. «Θα σε καταλάβαινα.»
«Καλοσύνη σου», είπε ο Άρης. Έκανε μια φιλότιμη προσπάθεια να την κοιτάξει αλλά, όπως εκείνη είχε έρθει τώρα απ’ την πλευρά του ήλιου, το δυνατό φως τον υποχρέωσε να ξαναστραφεί προς τη θάλασσα.
«Το αστείο είναι ότι ποτέ δεν θύμωσα πραγματικά μαζί του. Νομίζω πως πάντα περίμενα ότι θα ξαναγυρίσει… Πως είναι μονάχα θέμα χρόνου…»

Το κοράκι άκουγε με απάθεια. Καθόταν ήσυχα-ήσυχα πάνω στα ξάρτια κι αν το ενοχλούσε η ανθρώπινη φλυαρία από κάτω του, δεν το έδειχνε. Σε μια στιγμή μόνο που σήκωσε το ένα του πόδι κι ύστερα το ξανακατέβασε. Τίποτα περισσότερο.

«Κάτι παρόμοιο, ξέρεις, πίστευε κι εκείνος για σένα», είπε η Αλεξάνδρα. «Πως η άρνησή σου είναι πείσμα, ένα είδος ηθικού εκβιασμού, κι ότι στο τέλος θα τον καταλάβαινες… θα το αποδεχόσουν. Φαίνεται όμως πως ήσουνα πιο πεισματάρης απ’ ό,τι περίμενε. Και οι δυο είστε πεισματάρηδες… Συχνά του έλεγα πως εκείνος πρέπει να κάνει το πρώτο βήμα αλλά δεν τολμούσε… Φοβότανε.»
«Τι φοβότανε;»
«Την απόρριψη… Έτσι, τουλάχιστον, λέω εγώ. Δε βρίσκω άλλη εξήγηση.»
«Μπορεί να έχεις δίκιο», είπε ο Άρης. «Κι εγώ μάλλον από την πλευρά μου, κάποια στιγμή…» Έκοψε τη φράση του στη μέση. «Ξέρεις κάτι; Είναι πολύ περίεργο, αλλά αυτά τα μηνύματα που πήραμε… Μοιάζουν με φάρσα, όμως ήταν… πώς να το πω… το δικό μου μήνυμα ήταν σαν κάτι που περίμενα, κάτι που ευχόμουν… καταλαβαίνεις, μέσα μου… χωρίς να το λέω.»
«Ήταν μήνυμα από κείνον;» ρώτησε η Αλεξάνδρα.
«Έτσι πίστεψα… Σίγουρα κάποιος ήθελε να το πιστέψω. Ακούγεται τελείως τρελό, γιατί, βλέπεις, μιλούσε για κάτι που ξέραμε οι δυο μας, μόνο οι δυο μας…»
«Καταλαβαίνω», είπε σκεφτική η Αλεξάνδρα. «Όλα αυτά μοιάζουν τόσο…»
Έψαξε τη λέξη.
«Απίθανα», είπε στο τέλος.

Σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Το βλέμμα του, γεμάτο ένταση, σαν κάτι που ζητά διέξοδο.
«Ήταν σαν έκκληση για βοήθεια, είπες νωρίτερα…», ξεκίνησε η Αλεξάνδρα αφήνοντας τη φράση της να αιωρείται.

Σιωπή.

(Το κοράκι δεν έδειξε να ενοχλείται. Ούτε κι ο τέταρτος της παρέας, ο οποίος ήταν έτσι κι αλλιώς εξοικειωμένος μαζί της.)

«Δεν πειράζει», είπε τέλος η Αλεξάνδρα. «Καταλαβαίνω ότι…»
Κάτι στο ύφος του τη σταμάτησε.
«Είναι κάτι που δεν το έχω πει πουθενά», είπε τελικά ο Άρης. «Μπορεί όμως και να το ξέρεις ήδη.»
«Εγώ;» απόρησε η Αλεξάνδρα. «Από πού κι ως… Εννοείς από κείνον;»
«Εννοώ από κείνον… αν και δεν το πιστεύω. Ήταν το μυστικό μας. Ούτε η μάνα μου το έμαθε ποτέ.»
«Κοίτα, αν νομίζεις…»
«Όχι, δεν πειράζει», είπε ο Άρης. «Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει λόγος πια…» Κι ύστερα πιο αποφασιστικά: «Συνέβη όταν ήμουν δέκα χρονών. Στο ψάρεμα. Πηγαίναμε μαζί υποβρύχιο, εκείνος με το ψαροντούφεκο κι εγώ με μια μικρή τρίαινα για χταπόδια. Μια μέρα ψαρεύαμε, κάπου προς το Σούνιο. Ήταν ένα χταπόδι, ποτέ πριν δεν μας είχε τύχει τόσο μεγάλο –και το βρήκα εγώ. Ενθουσιάστηκα. Δεν είπα τίποτα, δε ζήτησα βοήθεια, ήθελα να φανώ σπουδαίος στα μάτια του. Άπειρος όπως ήμουν, πήγα να το πιάσω με το χέρι κι αυτό σφίχτηκε και με κράτησε κάτω. Πανικοβλήθηκα. Ένιωθα να μου τελειώνει ο αέρας, να μ’ εγκαταλείπουν οι δυνάμεις μου… ότι θα λιποθυμούσα. Ύστερα, ξαφνικά, ένιωσα κάποιον να μου τραβά τη μάσκα και να κολλάει κάτι στο στόμα μου, ένιωσα αέρα ξανά. Σε δευτερόλεπτα με απελευθέρωσε. Ανεβαίνοντας είδα ότι κρατούσα την κινητή σημαδούρα, ξεφούσκωτη πια και με τη βαλβίδα κατεστραμμένη.»
Πήρε ανάσα, βαθιά, με το κεφάλι σκυμμένο. Πήγε να συνεχίσει μα η φωνή του σκάλωνε.
«Ήταν απίστευτη η ταχύτητα που αντέδρασε. Έβγαλε και το χταπόδι…»
Απομακρύνθηκε μερικά βήματα κοιτώντας τη θάλασσα. Ξαναγύρισε. Τα μάτια του έλαμπαν όταν είπε:
«Όπως καταλαβαίνεις, για μένα δεν ήταν πια ένας άνθρωπος. Ήταν ένας επίγειος θεός… Δεν είπε ποτέ τίποτα, ρε γαμώτο… Τίποτα… Ούτε στη μάνα μου ούτε πουθενά. Είμαι σίγουρος.»
«Τι έγραφε το μήνυμα;» ρώτησε η Αλεξάνδρα.
«Δεν έχω αέρα.»
«Μόνο αυτό; Χωρίς υπογραφή;»
«Αυτό είναι ακόμα πιο παράξενο. Δεν ήρθε με μέιλ αλλά σαν μήνυμα στο τσατ. Η υπογραφή, τελείως δικτυακή, ήταν εξ-εξ, δύο χι δηλαδή… Πολλές φορές, όταν βγαίναμε κι εκείνος χτυπούσε τα χταπόδια στα βράχια τον έλεγα, γι’ αστείο, Χταποδοχτύπα…»
Η Αλεξάνδρα τον κοιτούσε με δυσπιστία.
«Ξέρω», της είπε, «σου ακούγεται κουλό… κι εμένα έτσι μου φάνηκε. Όμως δεν υπάρχει άλλη εξήγηση, μόνο εκείνος θα μπορούσε να στείλει κάτι τέτοιο. Κι ήταν γραμμένο ελληνικά. Στην ηλικία μου γράφουν όλοι γκρίκλις.»
«Άρη, κάποιος μας κάνει πλάκα… χοντρή πλάκα!»
«Σώπα!»
«Ακόμα κι αν ήταν του Πάνου αυτό το μήνυμα, τα άλλα δεν μπορεί να είναι δικά του. Δεν είναι υπερβολική σύμπτωση;»
«Δεν πιστεύω στις συμπτώσεις», είπε ο Άρης. «Όχι τέτοιου είδους τουλάχιστον. Αυτό όμως δεν αποκλείει, το δικό μου μήνυμα να είναι πράγματι από κείνον.»

Η Αλεξάνδρα κοίταξε το ρολόι της.
«Έξι και τέταρτο», είπε κάνοντας μισή στροφή. «Πάμε προς τα πρακτορεία;»
Ο αθέατος της τετράδας αναδεύτηκε.
«Κρυώνεις;» ρώτησε ο Άρης.
«Όχι. Κάτι ένιωσα… Δεν ξέρω.»
«Απ’ την πείνα θα ‘ναι. Και μένα με κόβει.»
«Όχι, δεν είναι αυτό.»
Ξεκίνησαν αργά κατά μήκος της προκυμαίας
«Τι θα κάνουμε;» ρώτησε η Αλεξάνδρα. «Εννοώ το βράδυ. Δεν το ‘χουμε συζητήσει καθόλου.»
Ο Άρης σήκωσε τους ώμους. Ύστερα κατάλαβε ότι δεν είχε ακούσει την ερώτηση και κοντοστάθηκε.
«Αλεξάνδρα», είπε.
«Τι;» είπε σταματώντας κι εκείνη.
«Τι έλεγε το δικό σου μήνυμα;»
«Είναι πολύ προσωπικό.» Φάνηκε να το σκέφτεται. «Πρέπει να σου εξηγήσω.»
«Εξήγησέ μου.»
Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε έκπληκτη. Η φωνή του ήταν μαλακή και προστατευτική, φωνή μεγάλου αδελφού. Της χαμογέλασε. Ύστερα ξεκίνησε πάλι.
«Ας προχωράμε», είπε.
Η Αλεξάνδρα ξεκίνησε δίπλα του. «Είσαι παράξενο αγόρι», είπε μόνο.

Για λίγο δεν μίλησαν. Εκείνη το δούλευε μέσα της.
Είμαι έγκυος, ετοιμαζόταν να πει.
Ή μήπως το είπε;
Στεκόταν δυο βήματα πίσω της, άφωνος. Την κοιτούσε;
Ήταν έκπληξη αυτή στα μάτια του ή φόβος; Τρέλα, θυμός, απελπισία;
Όρμησε κατά πάνω της και -σα να πέρασε από μέσα της- γύρισε και τον είδε να τρέχει, μα ήταν εκείνος που έτρεχε μπροστά ή η προκυμαία, με όλα της τα πλεούμενα και την Αλεξάνδρα μαζί φεύγανε προς τα πίσω;
Τον έβλεπε να φεύγει σαν κάτι αλλόκοτα μαύρο να τον κυνηγούσε κι ύστερα ξαφνικά κατάλαβε ότι δεν τον έβλεπε πια, έτσι απλά εκείνος χάθηκε στο φως κι αυτή στεκόταν μόνη της καταμεσής στην άδεια προκυμαία.

«Άρη!» φώναξε.
Της απάντησε ένα κρώξιμο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: