Archive for the το όνειρο της πεταλούδας Category

στο μάτι του κυκλώνα #3 [Αλεξάνδρα]

Posted in το όνειρο της πεταλούδας on 27 Ιουλίου, 2009 by trelos

batterfly-15Πείτε μου, δεσποινίς.»

Είχε σηκώσει τα μάτια της από τα έντυπα που συμπλήρωνε και την κοιτούσε εξεταστικά. Μικροκαμωμένο γκομενάκι αλλά νόστιμο. Η φουστίτσα που φορούσε, μόλις που κάλυπτε το εσώρουχο (υποθέτοντας –καλοπροαίρετα- ότι υπήρχε τέτοιο.)
«Ξέρετε… Θέλω να σας ζητήσω μια χάρη.»
Είχε σκύψει ελαφρά προς το μέρος της κι έκανε κάτι με τις (έντονα μαύρες) βλεφαρίδες της.
Η Αλεξάνδρα έσκυψε επίσης. Συνωμοτικά.
«Έχουν κάτι τα μάτια σας;» ρώτησε χαμηλόφωνα.
«Τα μάτια μου; Όχι.»
«Σαν να πετάνε…»
«Όχι, βέβαια. Πώς σας ήρθε;»
«Έχετε κάποιο… τικ;»
«Τικ; Εγώ; Καλέ τι λέτε;»
«Και γιατί μιλάτε σιγά;»
«Εγώ μιλάω σιγά;» Φώναζε. «Εσείς μιλάτε σιγά.»
«Σας παρακαλώ, δεσποινίς. Μη φωνάζετε.» Έσκυψε ξανά στα χαρτιά της. «Προσπαθώ να κάνω τη δουλειά μου.»
«Με συγχωρείτε.» Τούτη τη φορά ακούστηκε γλυκιά –η ίδια η γλύκα. Άρχισε τα κόλπα πάλι, σκέφτηκε η Αλεξάνδρα, αλλά δεν θα της κάνω τη χάρη. Συνέχισε να παριστάνει ότι συμπληρώνει έντυπα. Θα σε φτιάξω εγώ, πουτανάκι.
«Κύριε…» Η φωνή της Ελίνας ακουγόταν τώρα παρακλητική. «Γιατί δεν με κοιτάτε;»
Κύριε; Καινούργιο κόλπο; Και τι ήταν αυτό το σούσουρο που ακουγόταν; Εντάξει λοιπόν. Μια γρήγορη ματιά, δήθεν αδιάφορη και… δεν είμαστε καλά!
Είχε βγάλει τα ρούχα της και τα είχε ακουμπήσει πάνω στο γκισέ. Στεκόταν εκεί μπροστά φορώντας το κιλοτάκι της και μοιράζοντας απολογητικά χαμόγελα στους υπόλοιπους πελάτες του ταχυδρομείου που την κοιτούσαν (και κάποιοι την έδειχναν) σοκαρισμένοι.
«Θέλω να στείλω αυτά εδώ…» Έδειχνε τα ρούχα της.
Η Αλεξάνδρα την κοίταξε ειρωνικά.
«Πού να τα στείλεις, καλή μου;»
«Σ’ εκείνην. Στην Αλεξάνδρα.»
«Στην Αλεξάνδρεια. Έχετε συγγενείς;»
«Όχι Αλεξάνδρεια. Αλεξάνδρα… Είναι φίλη μου.»
«Φίλη σας. Κι αυτή η φίλη σας… δεν έχει επώνυμο;»
«Έχει, αλλά δεν το ξέρω. Ίσως Νικολάου. Αλεξάνδρα Νικολάου. Πρέπει να της στείλω τα ρούχα μου. Τα χρειάζεται.»
Δεν έπρεπε να εκνευριστεί. Το ήξερε. Ήταν λάθος.
«Νικολάου;» Η Αλεξάνδρα σηκώθηκε όρθια. «Τι λες κοπέλα μου! Τ’ όνομά μου είναι Σωτηροπούλου. Τ’ ακούς; Σω-τη-ρο-πού-λου! Και ποιος σου είπε ότι χρειάζομαι τα κουρέλια σου;»

Ήταν λάθος. Το ήξερε καθώς στήριζε τα χέρια της στο γραφείο, καθώς σηκωνόταν όρθια, το ήξερε, αλλά ήταν ήδη πολύ αργά. Κανείς δεν κοιτούσε πλέον την Ελίνα. Όλος ο κόσμος κοιτούσε τώρα αυτήν (αυτόν; ) φανερά διασκεδάζοντας. Γελούσαν.
Σε αργή κίνηση. Σήκωσε. Τα χέρια. Τρεμάμενα, μεγάλα αντρικά χέρια. Έπιασε το κεφάλι της (το κεφάλι του; ) Μια επαφή λείου δέρματος. Πασπάτεψε το γυμνό κρανίο. Ύστερα το τριχωτό στέρνο. Το αντρικό εσώρουχο –το μόνο της ρούχο- που δεν μπορούσε να κρύψει τη στύση της. Όλοι γελούσαν.
«Είναι μόνο ένα όνειρο», σκέφτηκε.
Ύστερα σκέφτηκε ένα όνομα.
Κι ύστερα ξύπνησε.

Η Ελίνα κοιμόταν δίπλα της. Με το γυμνό της στήθος, δίχρωμο απ’ το σημάδι του μαγιό, το κιλοτάκι τόσο μικροσκοπικό ώστε άφηνε να διακρίνεται η άκρη ενός τατουάζ (μιας πεταλούδας; ) στην ηβική χώρα.
Έξω φαινόταν ακόμα σκοτάδι. Διψούσε κι ήθελε τουαλέτα. Η τουαλέτα ήταν εύκολη –δίπλα στην καμπίνα. Έπρεπε να σηκωθεί, βέβαια.

Τι όνειρο κι αυτό! Ονειρεύτηκε τον εαυτό της στη θέση εκείνου του μαλάκα στο ταχυδρομείο. Και το δικό της ρόλο τον έπαιζε –άκου φίλε μου!- η Ελίνα. Μυστήριο πράγμα τα όνειρα.
Θυμήθηκε την κουβέντα που είχε ξεκινήσει –ποιος ήταν; ο Άρης;- πως θα μπορούσε, λέει, όλα αυτά να τα ονειρεύονται… Και μήπως κι αυτή η ίδια, μέσα στον ύπνο της προ ολίγου, το ίδιο –είναι όνειρο- δεν σκέφτηκε; Ύστερα, βέβαια, ξύπνησε, αλλά πού; Εδώ μέσα, στην Αλεξάνδρεια, δίπλα στην Ελίνα. Όχι σπίτι της (όπως πολύ θα ήθελε!) Η Αλεξάνδρεια, αυτή δυστυχώς δεν ήταν όνειρο. Ούτε οι πέντε τους. Ειδάλλως, θα έπρεπε να δεχτούμε (τι ήταν αυτό το κούνημα ξαφνικά; ) ότι έβλεπε ένα όνειρο μέσα σ’ ένα άλλο. Σαν εκείνες τις κούκλες…

Προσπάθησε να σηκωθεί. Ένιωσε μια ζάλη και ξανάπεσε πίσω. Βαθιά εισπνοή –αργή εκπνοή. Το είχε αυτό το πρόβλημα από μικρή. Της έπεφτε η πίεση. Κατάλαβε την Ελίνα να τεντώνεται δίπλα της –το ένα πόδι της σκαρφάλωσε πάνω στο αριστερό πόδι της Αλεξάνδρας. Χαμογελούσε.

Δεν θυμόταν πώς βρέθηκε στην τουαλέτα… Θυμόταν να τραβιέται απαλά και την Ελίνα να μουρμουρίζει γελώντας στον ύπνο της. Θυμόταν να σηκώνεται αργά κι ύστερα… Τίποτα. Θα πρέπει να την πήρε ο ύπνος στη λεκάνη.
Ανασηκώθηκε προσεκτικά μες στο σκοτάδι. Γιατί δεν άναψε ένα φως; Είχε ουρήσει ή όχι; Ένιωθε ακόμα την κύστη της γεμάτη, όμως όσο και να προσπαθούσε δεν έβγαινε τίποτα. Κοντοστάθηκε. Τι έπρεπε να κάνει; Κάτι της διέφευγε, σίγουρα κάτι της διέφευγε.
Βρέθηκε παραπατώντας στο σαλόνι. Ζαλιζόταν ακόμα. Αλλού πατούσε κι άλλού…
…βρισκόταν. Ξαφνικά. Πάνω σε ένα μαλακό σώμα. (Αντρικό!) Το πρόσωπό της, τα χείλη της, συνάντησαν κάτι απαλό και ζεστό (αναμφισβήτητα, έναν αντρικό λαιμό). Μια ζεστή ανάσα μες στο αυτί της.
«Το ήξερα», είπε ο Άρης.
«Τι… Τι ήξερες;» Προσπάθησε να σηκωθεί.
«Ότι θα έλθεις. Αυτό τράβα το όσο θες, μόνο βγάλε το δάχτυλο απ’ το μάτι μου.»
Αυτό, ποιο αυτό;
«Δεν…το… επίτηδες… Σκόνταψα στο κρεβάτι σου. Τι είναι αυτό που τραβάω;»
«Αυτό που τραβάς είναι το πουλί μου. Και είσαι στο κρεβάτι μου. Και είσαι τελείως γυμνή.»
«Καλέ τι…»
Ήταν γυμνή!
«Δεν… Συγγνώμη. Κουνούσε πολύ και…» Προσπαθούσε να σηκωθεί ή όχι; «Γιατί με σκέπασες;»
«Εγώ σε σκέπασα; Και, ενημερωτικά, είμαστε μέσα στο λιμάνι. Δεμένοι. Το μόνο που κουνάει είναι το πράμα μου
στα χέρια σου. Αν συνεχίσεις…»
Συνειδητοποίησε ότι αυτό που τραβολογούσε ήταν πράγματι το… Γαμώτο. Γιατί δεν τη χάιδευε, αντί να μιλάει συνέχεια; Σηκώθηκε απότομα. (Η πίεση, Αλεξάνδρα!)
«Κι εγώ σου λέω πως κουνάει. Κουνάει τρελά.»
Τυλιγμένη στο σεντόνι και σκουντουφλώντας, κινήθηκε προς το αμυδρό φως που ερχόταν απ’ τη φάλκα.
«Γαμώ τις σκάλες μου! Πώς ανοίγει αυτό το πράγμα;»
Ένιωσε τα χέρια του να την τυλίγουν, να διατρέχουν το κορμί της πάνω απ’ το σεντόνι. Τα χείλη του να ζητούν τα δικά της. Μόνο, μη μου βάλεις γλώσσα, σκέφτηκε.
Δεν της έβαλε.
«Κουνάει στ’ αλήθεια», είπε ο Άρης ανοίγοντας το κάλυμμα και μισοβγαίνοντας στην κουβέρτα. «Κάτι δεν πάει καλά.»
Ανέβηκε πίσω του. Τίποτα δεν πήγαινε καλά. Δεν φαίνονταν φώτα. Ούτε λιμάνι. Ούτε αστέρια. Μόνο ένα θαμπό σκούρο φως εκεί όπου θα πρέπει να βρισκόταν το φεγγάρι. Τα κύματα έσκαγαν με δύναμη στα πλευρά του σκάφους πιτσιλώντας την στο πρόσωπο. Αδύνατον, σκέφτηκε. Αυτό δεν συμβαίνει. Πρέπει να ξυπνήσω, να ξυπνήσω πραγματικά.

Πρώτα ένιωσε τα σεντόνια. Απαλά, προστατευτικά, βαμβακερά σεντόνια. Ύστερα τη γλυκιά χαλαρότητα του ξυπνήματος. Άκουσε τη φωνή του Άρη, σαν απόηχο του ονείρου της ή… Κάποιος την κουνούσε. Είχε ξημερώσει; Ένα καμπανάκι χτύπησε μέσα στο κεφάλι της.
Άνοιξε τα μάτια. Το φως της καμπίνας ήταν αναμμένο. Το πρόσωπο της Ελίνας την κοιτούσε γεμάτο έξαψη. Ένιωθε ακόμα…
«Αλεξάνδρα! …Ξύπνα!»
…πιτσιλισμένη.

«Ταξιδεύουμε!»

στο μάτι του κυκλώνα #2[Ελίνα]

Posted in το όνειρο της πεταλούδας on 12 Ιουλίου, 2009 by trelos

bat-14Πάμε να περπατήσουμε λίγο;»

Η Ελίνα κοίταξε την Αλεξάνδρα έκπληκτη. Για μια στιγμή φάνηκε σαστισμένη –αυτή, η τόσο ετοιμόλογη!– απ’ τη συγκίνηση.
«Απ’ το στόμα μου το πήρες», είπε.

Τι την είχε πιάσει; Τέτοια ταραχή, ούτε ο πιο γαμάτος γκόμενος δεν θα της δημιουργούσε.
«Να πάρω τα τσιγάρα μου…, συγγνώμη Οδυσσέα…»
Σκαρφάλωσε σχεδόν επάνω του στην προσπάθεια να πιάσει τα τσιγάρα και το κινητό της, τραβήχτηκε όμως αμέσως, αντιστεκόμενη στον πειρασμό κάποιου σκέρτσου, με το στήθος της τόσο κοντά στο πρόσωπό του. Στη βιασύνη της τράνταξε και το τραπεζάκι-σκακιέρα ρίχνοντας τα μισά κομμάτια κάτω. Την έπιασε ένας πανικός κι άρχισε τις συγγνώμες.
«Δεν έγινε τίποτα», την καθησύχασε ο Οδυσσέας. «Μικρό το κακό.»

Αυτός ο άντρας! Έτσι της ήρθε να του τραβήξει ένα ρουφηχτό φιλί. Ήξερε όμως ότι την έξαψη τη χρωστούσε περισσότερο στην άλλη, παρά σ’ αυτόν.
Στην άλλη… Έπιανε συνέχεια τον εαυτό της να σκέφτεται την Αλεξάνδρα μ’ έναν τρόπο, σαν κάποιου είδους φλερτ να παιζόταν αναμεταξύ τους. Παράξενο, αν σκεφτόσουν ότι το μόνο που τις συνέδεε ήταν μια παλιά αντιζηλία και το αρρωστημένο παιχνίδι ενός ανώνυμου φαρσέρ.

Τελικά, το φιλί το έστειλε από μακριά, γενικά προς τους τρεις άντρες, ενώ ο Άρης την επέπληττε με προσποιητή αγανάκτηση.
«Καλά που είμαστε στην αρχή της παρτίδας…»
Η Αλεξάνδρα είχε περάσει ήδη στην προκυμαία και βάδιζε αργά προς την κατεύθυνση του λιμανιού. Κάποια στιγμή την είδε να σταματά για ν’ ανάψει τσιγάρο..

«Απίστευτη βραδιά, έτσι;» είπε φτάνοντας δίπλα της. Τα φώτα σε συνδυασμό με την ερημιά έκαναν την προκυμαία να μοιάζει ψεύτικη, σαν σκηνικό. «Όλη η μέρα ήταν απίστευτη, αλλά κι αυτή η κατάληξη! Να κοιμηθούμε μαζί στο σκάφος…, τέλειο; Και ποιος ξέρει τι μας περιμένει ακόμα… Φαντάζεσαι, λέει, να πάρει αυτός ο τύπος τηλέφωνο και να πει ν’ ανοίξουμε πανιά για Ιθάκη; Ή κάπου αλλού, όλα να τα περιμένεις!»
Σταμάτησε απότομα. Η Αλεξάνδρα κοίταζε αλλού, αμφέβαλε αν την είχε καν προσέξει.
«Αλεξάνδρα;»
«Τι;»
«Είσαι καλά; Τρέχει τίποτα;»
«Ε; Όχι, τι να τρέχει;» ρώτησε η Αλεξάνδρα άκεφα.
«Σε είδα έτσι σκεφτική…» είπε η Ελίνα αποθαρρυμένη. Κι ύστερα, αναζητώντας τον προηγούμενο ενθουσιασμό της: «Καλά, η μακαρονάδα σου ήταν τέλεια. Αν σ’ είχα συγκάτοικο θα ‘χα γίνει εκατό κιλά.» Συγκάτοικο; Τι μαλακίες έλεγε; «Έχω τρέλα με τις μακαρονάδες», συμπλήρωσε.
«Όπως κι ο Πάνος», είπε η Αλεξάνδρα αδιάφορα. «Στην πραγματικότητα, από κείνον έμαθα να τις φτιάχνω. Αν και αυτή, βέβαια, ήταν ολίγον προκάτ.»
Γι’ αυτό λοιπόν την κάλεσε; Για να «συζητήσουν» για κείνον;
Σα να κατάλαβε την απογοήτευσή της η Αλεξάνδρα στάθηκε και γύρισε προς το μέρος της. Τα όμορφα μάτια της καρφώθηκαν για μια στιγμή πάνω της, ύστερα ξαναπήραν τη συνηθισμένη τους απόμακρη έκφραση.
«Μη νοιώθεις αμήχανα», είπε, «είναι ήδη παρελθόν για μένα. Έκλαψα, πένθησα, τώρα έχω άλλα στο μυαλό μου…»
Σαν τι άλλα, δηλαδή;
«Καταλαβαίνω τι εννοείς», είπε η Ελίνα. Κάπως έτσι νιώθω κι εγώ. Αν και, βέβαια», βιάστηκε να διορθώσει, «ξέρω πως δεν είναι το ίδιο. Εννοώ, η σχέση μας… Για σένα ήταν σίγουρα πιο δύσκολο.»
Ελίνα, βούλωσ’ το επιτέλους κορίτσι μου!
«Κοίτα, Ελίνα», η Αλεξάνδρα φάνηκε να διαλέγει προσεκτικά τα λόγια της, «δεν σου πρότεινα να περπατήσουμε για ν’ αναμοχλεύσω τα παλιά. Αν κα η παρούσα κατάσταση δεν βοηθάει, το τελευταίο πράγμα που θέλω αυτή τη στιγμή είναι ν’ αρχίσω ν’ ασχολούμαι με το Νικολάου. Λάθος μου που τον ανέφερα, αλλά ήταν αυθόρμητο. Μια ανοησία της στιγμής.»
Όπως πρωτύτερα, η Ελίνα ένιωσε μια απρόσμενη συγκίνηση.
«Σ’ ευχαριστώ», είπε.
«Για ποιο λόγο;»
«Που μου μιλάς έτσι ξεκάθαρα. Ανοιχτά.»
Η Αλεξάνδρα γύρισε κι ακούμπησε το χέρι στο μπράτσο της. Έμεινε έτσι να την κοιτάζει διστακτικά, φαίνεται όμως ότι διάβασε τη χαρά στα μάτια της Ελίνας, γιατί, εντελώς αναπάντεχα, άνοιξε τα χέρια και την αγκάλιασε.
«Κατά βάθος, είμαστε ίδιες», της ψιθύρισε. «Το ίδιο ανασφαλείς και ευάλωτες. Στην αρχή μίσησα τόσο πολύ τα νάζια σου…, όλες αυτές τις πουτανιές… Ζήλεψα , θα πεις…»
Η Ελίνα δεν έβγαζε άχνα.
«Τώρα ξέρω πως είναι η άμυνά σου. Δε μου λες, η καρδιά σου κάνει έτσι;»
Τραβήχτηκε. «Πάει να σπάσει», είπε ντροπιασμένη.
Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε. (Το έκανε τόσο σπάνια!)
«Νιώθω κουρασμένη και μπερδεμένη. Ένα τσιγάρο είπα να κάνω κι αυτό το πέταξα.» Ύστερα, φανερά ζορισμένη: «Πάμε», είπε, «πριν μας πάρουν τα ζουμιά.»

«Στάσου, περίμενε!»
Ποιος φώναξε; Ήταν η δική της φωνή; Η Αλεξάνδρα, που είχε ήδη αρχίσει ν’ απομακρύνεται, κοντοστάθηκε. Το πρόσωπό της ήταν πάλι αδιαπέραστο. Όμως η Ελίνα χρειαζόταν το άλλο, κείνο που τη φώτισε μια στιγμή σαν φάρος. Αχ, και να ξανάβλεπε κείνο το χαμόγελο! Πώς ήθελε να το κρατήσει!
Σε μια στιγμή μέσα τα ‘νιωσε όλα. Συνειδητοποίησε πόσο της έλειπε η Ειρήνη, πόση ανάγκη το ‘χε να την αγαπούν και να την προσέχουν. Να τη νοιάζονται.
«Θέλω πολύ να είμαι φίλη σου, Αλεξάνδρα.»
Είπε και της έσκασε ένα φιλί, τόσο κοντά στο στόμα που η άλλη ταράχτηκε.
«Τρελή», την άκουσε να λέει καθώς παίρνανε πάλι το δρόμο. Έγειρε στο πλάι και την κοίταξε: χαμογελούσε!

Αργότερα, το ίδιο βράδυ, ξαπλωμένες στην πρυμιά καμπίνα πλάι-πλάι, ήταν η σειρά της Ελίνας να χαμογελάσει. Ένα γλυκό αίσθημα θριάμβου, ανάμεικτο με τρυφερότητα την πλημμύρισε.
Πρέπει να ηρεμήσεις, είπε στον εαυτό της, αλλιώς δεν σε βλέπω να κοιμάσαι απόψε.
Ένα-ένα τα περιστατικά της μέρας άρχισαν ν’ αναδύονται στο μυαλό της. Το μήνυμα στο μέιλμποξ και η αγανάκτησή της, το ραντεβού στην Πατησίων, η συνάντηση με τον Οδυσσέα και η γνωριμία με τους υπόλοιπους, το φορτηγάκι και η απίστευτα παράλογη πρόταση να ξεκινήσουν μ’ αυτό για τον Ισθμό, η ακόμα πιο απίστευτα παράλογη συγκατάθεση όλων τους, το ταξίδι προς την Πάτρα, η ανακάλυψη του στοιχείου που τους συνδέει, η περιπέτεια με τη νταλίκα-φάντασμα κι όλο εκείνο το κουλό σκηνικό και, τέλος, η Αλεξάνδρεια…
Κι η Αλεξάνδρα μου, σκέφτηκε, νιώθοντας λίγο ανόητη γι’ αυτό το «μου».
Προσπάθησε να θυμηθεί πώς ήταν τότε, όταν το όνομα αυτό ήταν στο μυαλό της τόσο μισητό. Αδύνατον. Σα να ‘χε περάσει ένα σφουγγάρι και… Της ήρθανε πάλι τα λόγια του Φώτη: «Κι αν όλα αυτά δεν είναι παρά ένα όνειρο;» Πώς το είπε ακριβώς; Κι ο Άρης έλεγε για κείνον τον Κινέζο που δεν ήξερε αν ονειρεύτηκε ή αν ήταν όντως πεταλούδα, μα γίνονται αυτά τα πράγματα;

Άγγιξε απαλά το γυμνό ώμο της Αλεξάνδρας και την ένιωσε ν’ αναδεύεται δίπλα της. Ψιθύρισε τ’ όνομά της αλλά δεν πήρε απάντηση. Η ανάσα της ήταν βαριά -είχε αποκοιμηθεί αμέσως, εμ βέβαια με τέτοια κούραση…
Ήταν δυνατόν να την ονειρεύεται να κοιμάται; Ή μήπως ήταν η Αλεξάνδρα που ονειρευόταν -κι αυτή, η Ελίνα, ξύπνια μέσα στης Αλεξάνδρας το όνειρο; Δύσκολα μου βάζετε, κύριε Κινέζε μου!
Ξαφνικά, μια παράδοξη ερώτηση την κυρίεψε. Αν είναι όνειρο όλα αυτά, τότε τι όνειρο είναι; Ξεκίνησε σαν εφιάλτης κι όμως…
Στο αχνό φως που έμπαινε απ’ το φινιστρίνι, είδε πάλι τον ώμο της Αλεξάνδρας, μαζί με ένα μέρος απ’ την πλάτη της που ήταν στη σκιά. Προσπάθησε να θυμηθεί τα λόγια του Άρη: «Αν ήταν όνειρο δικό μου θα ‘χε ήδη παιχτεί κάτι με μια απ’ τις δυο σας…» Ή κάτι τέτοιο. Κι ωστόσο ήταν το ζεστό σώμα της Αλεξάνδρας που κολλούσε τώρα επάνω της, καθώς γυρνούσε μες στον ύπνο της και το γυμνό της στήθος ξεσκεπαζόταν κι έλαμπε αμαρτωλά (πώς της ήρθε πάλι αυτή η λέξη; ) λίγα μόλις εκατοστά απ’ το πρόσωπό της. Προσπάθησε να σκεφτεί αν η υγρασία στα σκέλια της ήταν φρέσκια ή κάτι –ιδρώτας- που ένιωθε κι από πριν, αν όμως ήθελε να βεβαιωθεί πραγματικά έπρεπε να βάλει το χέρι εκεί κι αυτό μπορεί ν’ αποδεικνυόταν αμαρτωλά επικίνδυνο.
«Μήπως τελικά είμαι λεσβία;» αναρωτήθηκε.

Θυμήθηκε την Ειρήνη και τα γέλια που κάνανε, πώς κοροϊδεύανε τις μανάδες τους που ανησυχούσαν για τη φιλία τους την κολλητή. Όμως, μ’ εκείνο το κορίτσι (τη Τζένη) στην εκδρομή… κάτι είχε παιχτεί τότε ε; -μα ήταν κι οι δυο τους μεθυσμένες, μετρούσε;

Στ’ αλήθεια, έχεις τρελαθεί τελείως, σκέφτηκε.
Κι αποκοιμήθηκε.

στο μάτι του κυκλώνα #1 [Φώτης]

Posted in το όνειρο της πεταλούδας on 19 Ιουνίου, 2009 by trelos

bat-14Γ--ιατί δεν τρως το άλογο;»

Ο Άρης του χάρισε ένα βλέμμα οίκτου. Το ήξερε αυτό το βλέμμα. Το θυμόταν καλά. Έτσι τον κοιτούσε συνήθως ο μακαρίτης όταν ζούσε. Με οίκτο.

Τον χάσανε νωρίς το πατέρα του –ίσα που θα ‘κλεινε τα πενήντα. Θηρίο. Μα θηρίο χειρότερο ήταν η αρρώστια, τον έφαγε σε μια βδομάδα από μέσα, τον διέλυσε. Κάπνιζε, βέβαια, του σκοτωμού.

Από μικρό, το Φώτη τον είχε για άχρηστο. Τον είχε ακούσει κάνα-δυο φορές να ρωτάει τη μάνα του αν ήταν σίγουρα δικό του παιδί. Ραλίστας. Έκανε το αυτοκίνητο φύλλο-φτερό για την πλάκα του. Το τελευταίο, μόνο, δεν πρόλαβε να το χαρεί. Του κουτιού, βαμμένο και φτιαγμένο, του ‘μεινε του Φώτη το καθαρόαιμο, να πληρώνει τις δόσεις και να πηγαινοέρχεται Καλλιθέα-Μπραχάμι μουγκρίζοντας.

«Δεν μ’ αρέσει το κρέας τους», είπε ο Άρης σκύβοντας ξανά στη σκακιέρα. «Κι αυτό ειδικά θα μου πέσει βαρύ.» Έμεινε για λίγο έτσι ακίνητος.
«Φου επί ζήτα επτά, σαχ», είπε στο τέλος και σήκωσε το κεφάλι σα να περίμενε την έγκριση του αντιπάλου του.
«Ενδιαφέρον», είπε ο Οδυσσέας. «Το μέτρησες καλά;»
«Όχι», είπε ο Άρης μετακινώντας τον αξιωματικό του.

Δεν το καταλάβαινε αυτό το παιχνίδι. Σαν παιδί είχε μάθει βέβαια τους κανόνες, αλλά δεν έτυχε να παίξει ποτέ. Για την ακρίβεια, έπαιξε μια φορά με τη Στεφανία και έχασε, κάτω από το αποδοκιμαστικό βλέμμα του πατέρα του. Σε αντίθεση με το Φώτη, η αδερφή του, αν και μικρότερη, ήταν το καμάρι της οικογένειας.

Απέσπασε την προσοχή του απ’ την επιτραπέζια μονομαχία κι απέμεινε να χαζεύει την κίνηση στη μαρίνα. Αρκετά σκάφη είχαν φως κι έβλεπες ανθρώπους να ρεμβάζουν ή να συζητούν χαμηλόφωνα. Κάπου στο βάθος, μια κατάφωτη θαλαμηγός υπενθύμιζε ότι πάντα κάποιοι στέκουν ψηλότερα. Η βραδιά ήταν ειδυλλιακή. Πού είχαν πάει τα κορίτσια;

Η Αλεξάνδρα είχε κάνει θαύματα στη μικρή κουζίνα. Είχαν μαζέψει την τέντα της πρύμνης κι είχαν ανοίξει ένα σπαστό τραπεζάκι για ν’ ακουμπάνε τα ποτήρια τους. Άνοιξαν κι ένα μπουκάλι κρασί που υπήρχε στο ψυγείο. Όλα ήταν σαν… όνειρο.

«Να μου κάνετε τη χάρη να μην ξαναπιάσουμε αυτή τη συζήτηση!»
Ήταν η Αλεξάνδρα που άσκησε το βέτο. Για κάποιο λόγο αυτή η συζήτηση φαινόταν να την ενοχλεί -όχι πως για τις άλλες πετούσε τη σκούφια της.

«Ναι, παιδιά, μην αρχίσουμε πάλι», σιγοντάρισε η Ελίνα. «Ακόμα κι αν με πείσετε ότι αυτή τη στιγμή είμαι ήδη στο κρεββάτι μου και μας ονειρεύομαι, το σώμα μου θα εξακολουθεί να διαμαρτύρεται, οπότε καλύτερα ν’ αφήσουμε τα όνειρα και να σκεφτούμε την πεζή πραγματικότητα.» Και, στρεφόμενη προς τον Άρη: «Υπάρχει μια ερώτηση για τον αγαπημένο μας αμφιτρύονα και κάποιος πρέπει…»
«Αν δεν μας ενοχλεί το στρίμωγμα, βολευόμαστε όλοι», την πρόλαβε εκείνος. «Τα αγοράκια μπροστά, τα κοριτσάκια πίσω κι εγώ στη μέση, εδώ στο σαλόνι. Σε περίπτωση που επιστρέψουν οι γονείς μου, καλό είναι να δουν εμένα πρώτο.»
«Ε, όχι να σε ρίξουμε και στον καναπέ…» έκανε τη δύσκολη η Ελίνα.
Ο Άρης την κοίταξε σκεφτικός σαν να εξέταζε εναλλακτικές λύσεις.
«Ίσως αν με πέρνατε ανάμεσά σας…»
«Είσαι πολύ πούστης», είπε απλά εκείνη.
«Ευχαριστώ. Μην ανησυχείτε, ο καναπές αυτός ενώνεται με τον απέναντι και γίνεται κρεββάτι. Έχει τύχει να κοιμηθούν οκτώ άτομα στο σκάφος.» Και, βλέποντας την απορία τους, συμπλήρωσε: «Τα δύο, νήπια.»
«Α, πες το έτσι! Έμαθε να κοιμάται το γλυκό μου ανάμεσα στους μεγάλους και θέλει στοργή.»

Αυτό το κορίτσι! Όταν άρχιζε το παιχνίδι, δεν ήξερε πού να σταματήσει.

«Δεν εννοούσα εμένα», είπε ξερά ο Άρης. «Όταν η μάνα μου γνώρισε το Μιχάλη, εγώ ήμουν δεκατριών… Κάπως μεγάλος για να κοιμάμαι στο κρεββάτι τους.»
«Εντάξει, δεν είπα τίποτα κακό», αμύνθηκε η Ελίνα. «Νόμιζα ότι κάνουμε πλάκα.»

Εκεί απάνω -ίσως για να χαλαρώσει την ατμόσφαιρα- πέταξε ο Οδυσσέας το άσχετο:
«Ο Μιχάλης… παίζει σκάκι;»
Τον κοίταξαν απορρημένοι.
«Και ο Μιχάλης», απάντησε ο Άρης. «Λες για το τραπεζάκι…»
Τότε, μόλις, το πρόσεξε ο Φώτης. Το σχέδιο του τραπεζιού ήταν μια σκακιέρα. Δεν είχε γράμματα και αριθμούς ή άλλα διακριτικά -υπήρχαν μόνο τα γνωστά δίχρωμα τετραγωνάκια μέσα σ’ ένα πλαίσιο που κάλυπτε σχεδόν όλη του την επιφάνεια.
«Παίζεις κι εσύ, εννοείς.» Στη φωνή του Οδυσσέα υπήρχε μια αδιόρατη πρόκληση, στην οποία ο Άρης απάντησε μ’ ένα ανασήκωμα του φρυδιού:
«Αν ο μαιτρ θέλει να δοκιμάσει…»

Μέσα σε λίγα λεπτά, το σκηνικό είχε συμπληρωθεί. Τα ποτήρια είχαν φύγει και τη θέση τους είχαν πάρει βασιλείς, βασίλισσες και η συνοδεία τους, προς μεγάλη απογοήτευση της Ελίνας που για πρώτη φορά βρέθηκε στο περιθώριο.
«Μα θα παίζουν οι δύο κι οι άλλοι θα κοιτάνε; Χάθηκε μια μπιρίμπα, ένα ταμπού
Του Φώτη, πάντως, του ήταν το ίδιο. Έτσι κι αλλιώς, αν εξαιρέσουμε το μπιλιάρδο, ποτέ δεν είχε έφεση στα παιχνίδια. Μόνο κάτι προσομοιωτές (αεροπλάνα κι αυτοκίνητα) έκανε κέφι κι αυτούς όταν ήταν μόνος του. Τότε, τον πρώτο καιρό μετά που έφυγε η Έλενα, όταν σάπιζε τη μισή μέρα μπροστά στην οθόνη…

«Την πουτάνα μου μέσα! Έκανα μαζετιά
Εγκαταλείποντας τους ρεμβασμούς του, ο Φώτης επέστρεψε πίσω στο θέατρο των επιχειρήσεων.
Ο Άρης φαινόταν απαρηγόρητος. Η λάμψη του αναπτήρα, καθώς ο Οδυσσέας άναβε τσιγάρο, φώτισε ένα μικρό χαμόγελο ανακούφισης. Θα πρέπει να τον είχε στριμώξει άγρια ο πιτσιρικάς.
«Τι μαζέτας που είμαι, γαμώτο… Τι μαζέτας!»
«Τι θα πει πάλι αυτό;» ρώτησε ο Φώτης.
Ο Άρης τον αγνόησε. Αυτή τη στιγμή φαινόταν διακτινισμένος σ’ ένα δικό του κόσμο.
«Ισοπαλία;» πρότεινε ο Οδυσσέας.
Ο άλλος σηκώθηκε χωρίς να απαντήσει. Έκανε να φύγει, ύστερα γύρισε και έτεινε το χέρι του.
«Πάνω απ’ όλα οι καλοί τρόποι.»
Ο Οδυσσέας του έδωσε το δικό του.
«Τιμή μου», είπε.

«Τι έγινε, Φώτη; Γιατί χαιρετιούνται αυτοί;»
Η Ελίνα έκανε την εμφάνισή της στην προκυμαία μαζί με την Αλεξάνδρα. Ο Φώτης σήκωσε τους ώμους.
«Λένε κάτι δικά τους, ακαταλαβίστικα», είπε, καθώς ο Άρης μάζευε τα κομμάτια απ’ το τραπέζι σ’ ένα σακούλι.
Ύστερα, αφού περίμενε μέχρι να τον δει να εξαφανίζεται στο εσωτερικό, ρώτησε χαμηλόφωνα τον Οδυσσέα:
«Οδυσσέα, τι θα πει μαζέτας
Ο Οδυσσέας χαμογέλασε μελαγχολικά (ή μήπως έφταιγε η νύστα; ) «Άντε πάμε για ύπνο», είπε, ακολουθώντας τις κοπέλες που στριμώχνονταν στη φάλκα.

«Μαζέτες», τον άκουσε να μουρμουρίζει. «Μαζέτες, είμαστε όλοι μας.»

αλεξάνδρεια

Posted in το όνειρο της πεταλούδας on 19 Μαΐου, 2009 by trelos

…πουλί, πουλάκι στεριανό, θάλασσα δεν σου πρέπει… (*)

bat10Δοκίμασες ξανά;» ρώτησε ο Φώτης βλέποντας την Ελίνα με το κινητό στο χέρι. Έτρεχε να τους προλάβει, καθώς αυτός κι ο Οδυσσέας κατηφόριζαν ήδη προς το λιμάνι.
«Είναι απενεργοποιημένη. Μάλλον δεν έχει μπαταρία. Ούτε ο Άρης όμως απαντά.»
«Ο Δημήτρης;»
«Εξαφανισμένος. Άφησα σημείωμα στο μπαρ. Ααχ! Θάλασσα!»
Καθώς μιλούσε έριξε το τηλέφωνο μες στην ψάθινη τσάντα της. Περπατούσαν βιαστικά και ήδη έβγαιναν στον παραλιακό δρόμο. Η μυρωδιά τους χτύπησε στα ρουθούνια.

Ακολούθησαν τον Οδυσσέα που έστριψε αριστερά. Πέρασαν το δρόμο και βγήκαν στην προκυμαία. Στάθηκαν κοιτώντας αναποφάσιστοι.
«Σου είπε πού ακριβώς;» ρώτησε ο Οδυσσέας την Ελίνα.
«Όχι, μόνο κάτι για κότερα κατάλαβα.»

Προχώρησαν κατά μήκος της προκυμαίας. Τίποτα δεν θύμιζε την προηγούμενη αναστάτωση και επιφυλακή, εκτός ίσως απ’ το πλήθος των σκαφών που στριμώχνονταν στη μαρίνα.
«Εδώ!» ακούστηκε μια φωνή.
Γύρισαν ξαφνιασμένοι. Με τα μαλλιά τραβηγμένα πίσω κι ένα ναυτικό κασκέτο, απ’ το κατάστρωμα ενός μικρού ιστιοφόρου τους χαιρετούσε η Αλεξάνδρα. Ακριβώς από κάτω της, στο πλαϊνό της πρύμνης, θα ‘λεγες πως κάποιος είχε κολλήσει μια λεζάντα με τ’ όνομά της. Έγραφε όμως απλά, Αλεξάνδρεια.

Αφού καταλάγιασε η φασαρία από τις φωνές και τα «δεν το πιστεύω» της Ελίνας, κι ανέβηκαν οι τρεις με τη σειρά τους για να πάρουν θέση  στη χαβούζα του καταστρώματος, ήλθε η ώρα των εξηγήσεων.

«…να τρέχει σαν τρελός και ξαφνικά τον χάνω! Νόμιζα ότι τον κατάπιε η γη. Αφού, άρχισα να σκέφτομαι αυτά που λέγατε για τα όνειρα!» Εδώ, η Αλεξάνδρα έκανε μια παύση κοιτώντας περιπαικτικά τον Οδυσσέα.
«Μη μου πεις!» είπε εκείνος.
«Σου λέω, γιατί έτσι ακριβώς έγινε. Κι εκεί που περπατούσα σα χαμένη… σα χεσμένη, μην πω, από την τρομάρα μου, τον ακούω να μου φωνάζει από δω μέσα. Είναι, ξέρετε…»
«Ναι, ξέρουμε», είπε η Ελίνα. «Η περιβόητη Αλεξάνδρεια.»
Κι άρχισε να στροβιλίζεται μόνη της, τραγουδώντας «λα, λα, λα» στο σκοπό του γνωστού τραγουδιού.

«Και ο Άρης, πού είναι τώρα;» ρώτησε ο Φώτης.
«Δεν σας είπα; Έχει πάει στο λιμεναρχείο να ρωτήσει. Εγώ έμεινα για να σας περιμένω. Και για την περίπτωση που θα επέστρεφαν στο μεταξύ οι γονείς του… Δεν απαντούν στο τηλέφωνο κι ανησυχούσε πολύ. Κάτι με το ψυγείο όμως, που είναι λέει ακόμα κρύο, τον καθησύχασε.»
«Προφανώς, για να είναι εδώ το σκάφος», πήρε το λόγο η Ελίνα, «κάπου εδώ θα είναι κι εκείνοι. Τι άλλο θα μπορούσε να συμβαίνει;»
«Αργά ή γρήγορα θα μάθουμε», είπε ήρεμα ο Οδυσσέας. Φαινόταν κι αυτός ανήσυχος, προφανώς εξαιτίας του πρωινού φαξ.

Ξαφνικά, έπεσε ησυχία. Η Ελίνα είχε καθίσει κι αυτή, φανερά αποκαμωμένη.
«Πεινάω», είπε.
«Έχω πάρει μια σοκολάτα», είπε η Αλεξάνδρα και σηκώθηκε. «Την έχω αφήσει μέσα.»
«Περίμενε, έρχομαι κι εγώ», είπε η Ελίνα και σηκώθηκε πίσω της. «Θέλω να δω πώς είναι.» Χάθηκαν κι οι δυο μέσα στη φάλκα.
Ο Φώτης κοίταξε ερωτηματικά τον Οδυσσέα που χαμογελούσε.
«Γυναίκες…», είπε μόνον αυτός, αλλά ο Φώτης είχε ήδη πιάσει το νόημα.
«Μοιάζουν τόσο απλές», αναστέναξε. «…Και ξαφνικά γίνονται τόσο περίπλοκες!»
Σηκώθηκε, έδεσε τα χέρια πίσω από το φαλακρό του κρανίο και τεντώθηκε. Ύστερα άρχισε να επιθεωρεί το σκάφος.
«Δε φαντάζομαι να ξέρεις κι από τούτα δω;» ρώτησε δείχνοντας γενικά γύρω του.
«Στη θεωρία, αρκετά», είπε ο Οδυσσέας, «αλλά από εμπειρία, ελάχιστα. Έχω να ταξιδέψω, ουσιαστικά, από φοιτητής… Όλο αυτό που πατάς είναι η κουβέρτα κι εκεί που στηρίζεσαι τώρα, τα ρέλια. Δε νομίζω να θέλεις να μάθεις όλη την ορολογία του καραβιού;»
«Για αρχή, καλά είναι», είπε ο Φώτης. «Εγώ είμαι κατά βάση στεριανός. Με το νερό δεν τα πάω πολύ καλά. Ίσα που καταφέρνω να επιπλέω. Κι αυτό, όσο το νερό είναι πράσινο. Όταν αρχίζει και σκουραίνει, κάτι με πιάνει.» Και, ολοκληρώνοντας το γύρο του στην κουβέρτα, ξανακάθισε.
«Κανονικός θαλασσόλυκος, δηλαδή», είπε ο Οδυσσέας χαμογελώντας.
«Μην ακούω για λύκους γιατί πεινάω», ακούστηκε η φωνή της Ελίνας και, σχεδόν ταυτόχρονα, εμφανίστηκε στο άνοιγμα της φάλκας μασουλώντας και γλείφοντας τα δάκτυλά της. «Και τώρα διψάω επίσης. Από πού την πήρες αυτή;»
Η ερώτηση απευθυνόταν, υποτίθεται, στην Αλεξάνδρα, η οποία όμως δεν εμφανίστηκε.
«Νομίζω ότι το είδα», είπε ο Οδυσσέας. «Ένα μαγαζάκι στην απέναντι πλευρά, στη γωνία. Όχι σ’ αυτήν, στην προηγούμενη ή στην πιο προηγούμενη…»
«Ωραιότατα!» είπε η Ελίνα με προσποιητό ενθουσιασμό. «Θέλει κανείς άλλος τίποτα;»
«Όχι, ευχαριστώ», απάντησε ο Φώτης.
«Αν φέρεις νερό, εγώ είμαι καλυμμένος», είπε ο Οδυσσέας.
«Καλά, θα φέρω ό,τι βρω», είπε η Ελίνα παρακάμπτοντας τη ρόδα του τιμονιού για να βγει στην προβλήτα.

Οι δύο άντρες απόμειναν σιωπηλοί στους πάγκους της χαβούζας. Ο Οδυσσέας σκεπτικός, καπνίζοντας, ο Φώτης στριφογυρίζοντας το βλέμμα δεξιά κι αριστερά, σαν το παιδί που του χαρίσανε καινούργια παιχνίδια.
«Καταπληκτικό, ε;» είπε σε κάποια στιγμή δείχνοντας το σκάφος. «Από πού ξεκινήσαμε και… ποιος ξέρει κιόλας τι έχουμε να δούμε ακόμα!»
Ο Οδυσσέας χαμογέλασε βιασμένα. Κάτι πήγε να πει αλλά πνίγηκε κι άρχισε να βήχει. Σηκώθηκε βαρύς κοιτάζοντας γύρω και τελικά έσβησε το τσιγάρο του σχολαστικά πάνω στο κάγκελο της πρύμνης. Ύστερα απόμεινε να το κοιτάζει αναποφάσιστος.
«Αυτό ψάχνεις;» ρώτησε η Αλεξάνδρα προβάλλοντας μ’ ένα τασάκι στο χέρι. «Βρήκα κάτω… Έκανα μια μικρή εξερεύνηση, έχει διάφορα τρόφιμα στα ντουλάπια. Όταν έρθει ο Άρης μπορεί να μας μαγειρέψω κάτι…»
«Τι εννοείς; Εδώ θα καθίσουμε; Μήπως να σαλπάρουμε κιόλας;» είπε ο Φώτης.
«Γιατί να μην καθίσουμε; Αν οι γονείς του Άρη –τέλος πάντων, η μάνα του κι ο πατριός του- έχουν σκοπό ν’ αργήσουν… Ή μπορεί να μένουν κάπου αλλού, γιατί να μην…»
«Ας μην προτρέχουμε», είπε ο Οδυσσέας. «Ας έλθει πρώτα ο Άρης με το καλό, να δούμε τι μας γίνεται…»

«Με ζήτησε κανείς;» Το κεφάλι του Άρη είχε εμφανιστεί πίσω από την πρύμνη του διπλανού σκάφους. «Πώς πάει; Όλα καλά;» είπε ανεβαίνοντας στη μικρή ράμπα.
«Γεια σου Άρη», είπε απλά ο Οδυσσέας.
«Πού ‘σαι ρε φίλε; Τους βρήκες τους δικούς σου;» είπε ο Φώτης και τραβήχτηκε για να του κάνει χώρο. Εκείνος ωστόσο εξακολουθούσε να στέκεται μισός μέσα –μισός έξω.
«Το μόνο που έμαθα», είπε ο Άρης, είναι ότι το σκάφος δεν έχει δηλωθεί ακόμα. Υποθέτουν ότι κατέπλευσε σήμερα, μαζί με πολλά άλλα. Λογικό, αν σκεφτούμε ότι χτες το πρωί που μίλησα ήταν ακόμα στους Παξούς. Η Ελίνα;»
«Έρχεται πίσω σου», είπε η Αλεξάνδρα έχοντας εντοπίσει το χαρούμενο βάδισμα της Ελίνας που πλησίαζε. «Είχε πάει για κάποια εφόδια.»
«Πάλι για μένα μιλάτε; Γεια σου Άρη! Τι καλά νέα μας φέρνεις;»
«Το νέο που φέρνω αφορά την Αλεξάνδρα.» Και γυρνώντας σ’ εκείνην: «Το πλοίο σου φεύγει στις οκτώ. Πρωί –πρωί.»
Η Αλεξάνδρα κούνησε το κεφάλι της.
«Ωραία», είπε. «Μήπως να πήγαινα να βγάλω εισιτήριο από απόψε; Αν και… τι σήμερα τι αύριο… Δεν υπάρχει πια απαγορευτικό, έτσι;»
«Πουθενά», είπε ο Άρης. «Φαίνεται πως η κοπελιά απλώς εξαφανίστηκε.»
«Γυναίκα, παιδί μου!» είπε με δραματικό στόμφο η Ελίνα. «Όλο νάζι και καμώματα!»
«Ναι. Και καταστροφή», συμπλήρωσε ο Φώτης, για να εισπράξει την επίπληξη:
«Θα ‘σκαγες άμα δεν το ‘λεγες!»
«Αφήστε τα αυτά τώρα», είπε ο Οδυσσέας. «Τι μας φέρνεις εκεί;»
Η Ελίνα θυμήθηκε τη σακούλα που κρατούσε.
«Νεράκια, μπισκοτάκια, πατατάκια», είπε βγάζοντάς τα ταυτόχρονα πάνω στον πάγκο. «Υγιεινή διατροφή …από αύριο!»
«Πάντως, κάτω έχει κουζίνα», είπε ο Άρης. «Κι απ’ όσο ξέρω τη μάνα μου, τα ντουλάπια θα είναι γεμάτα.»
«Είναι, πράγματι», είπε αμέσως η Αλεξάνδρα. «Και εγώ προσφέρομαι. Τους το είπα!»
«Μήπως δημιουργήσουμε πρόβλημα…», είπε ο Φώτης.
«Τι πρόβλημα, μωρέ Φώτη;» είπε η Ελίνα. «Εγώ είμαι μέσα, όπως πάντα. Δεν έχω ξαναβρεθεί σε σκάφος κι αυτό εδώ είναι γαμάτο! Το πολύ-πολύ, αν έρθουν οι άνθρωποι, την κάνουμε με ελαφρά. Δεν θα τους κάτσουμε και στο σβέρκο!»
«Ωραία», είπε ο Άρης, για πρώτη φορά με μια υποψία χαμόγελου, «χαίρομαι που συμπλέουμε. Ελάτε να σας δείξω τα κατατόπια.»

εσωτερικό Αλεξάνδρειας

Ο ένας πίσω από τον άλλο κατέβηκαν από το άνοιγμα της φάλκας στο σαλόνι. Μιας που, εκτός από τον ίδιο και τον Οδυσσέα, κανείς άλλος δεν είχε ξαναμπεί σε τέτοιο σκάφος, ο Άρης τους έκανε μια γρήγορη ξενάγηση: το σαλόνι, το τραπέζι με τους χάρτες και το GPS, οι δυο καμπίνες, το WC. Ύστερα, στράφηκε στην Αλεξάνδρα.
«Η κουζίνα, όπως βλέπεις, είναι με υγραέριο. Έχεις ξαναχρησιμοποιήσει τέτοια;»
«Στο σπίτι μου», είπε απλά εκείνη.
«Έχεις φυσικό αέριο;» τη ρώτησε η Ελίνα.
«Όχι, υγραέριο. Μπουκάλα. Όπως κι εδώ.»
«Ωραία», είπε ο Άρης. «Άρα ξέρεις τη διαδικασία. Άνοιγμα-κλείσιμο μπουκάλας κλπ Εδώ υπάρχει και μια ενδιάμεση βαλβίδα που στην ανοίγω τώρα. Στο τέλος θα την ξανακλείσουμε. Αν ακούσεις έναν παράξενο ήχο, φώναξέ με.»
«Φυσικά», είπε η Αλεξάνδρα. «Μπορείς να μ’ εμπιστευτείς. Καθίστε εσείς επάνω στη δροσιά να τα λέτε κι εγώ θα ετοιμάσω μια ωραία μακαρονάδα… Απ’ ό,τι βλέπω, έχει όλα τα απαραίτητα, έτοιμες σάλτσες, μέχρι και φακελάκι με τριμμένο τυρί στο ψυγείο. Υπάρχει κανείς που δεν τρώει τα μανιτάρια; …Χαίρομαι!»

Έτσι τώρα, οι τέσσερις απολάμβαναν τη χαλαρή ώρα της δύσης συντροφιά με το φλοίσβο και το άρωμα (ανακατεμένο με τη λιμανίσια βρώμα) της θάλασσας, ενόσω η πέμπτη της παρέας εκτόνωνε τη σωρευμένη ένταση στην κουζίνα και η επεισοδιακή αυτή μέρα φαινόταν να βαίνει προς το τέλος της με τους καλύτερους οιωνούς.

Ή, σχεδόν.

«Δε μου λες, Άρη… εγώ είμαι άσχετος και με τα πετούμενα και με τη θάλασσα, αλλά αυτό το πουλί …δεν είναι γλάρος, έτσι; Οι γλάροι, απ’ όσο ξέρω είναι άσπροι.»
Μες στο μενεξεδί λυκόφως, οι άλλοι τρεις προσπαθούσαν να εστιάσουν εκεί που έδειχνε ο Φώτης συμπληρώνοντας: «Θα έλεγα πως μοιάζει με κοράκι…»

Το εντόπισαν, ψηλά στο άλμπουρο, στο σταυρό.
Ήταν, σαφώς, ένα κοράκι.

τέλος 10ου κεφαλαίου

(*) Ν.Καββαδίας, λύχνος του Αλλαδίνου (από τη συλλογή ΠΟΥΣΙ)

 

εκμυστηρεύσεις (και άλλες)

Posted in το όνειρο της πεταλούδας on 28 Απρίλιος, 2009 by trelos

baterfly-5cf831υνολικά ήταν τέσσερις. Όμως, μόνον οι δύο φαίνονταν να έχουν αντίληψη ο ένας της παρουσίας του άλλου. Στέκονταν όρθιοι στο χείλος της προκυμαίας, μπροστά σε κατάρτια που λικνίζονταν ελαφρά, κάτω από έναν ουρανό που ολοένα και καθάριζε.
Τι συζητούσαν; Αν ρωτούσες τους άλλους δύο δεν θα μπορούσαν να σου πουν. Κρατούσαν μια διακριτική απόσταση, ο ένας σε ύψος και ο άλλος σε βάθος.

«Μας αφήνεις, λοιπόν», είπε ο Άρης.
Η Αλεξάνδρα είχε το βλέμμα που δεν κοιτάζει ακριβώς τα παπούτσια ή το τσιμέντο της προκυμαίας αλλά κάποιο απροσδιόριστο ανάμεσα.
«Πάνω που αρχίσαμε να γνωριζόμαστε.»

Σήκωσε το κεφάλι της. Μέσα απ’ τα γυαλιά του ήλιου συνάντησε το βλέμμα του Άρη και του το ανταπέδωσε σταθερά.
«Δεν φάνηκες να χαίρεσαι και τόσο για τη γνωριμία», είπε.
«Εγώ;» Ο Άρης φόρεσε το πιο cool χαμόγελο του ρεπερτορίου του. «Έτσι έδειξα;»
Τράβηξε το βλέμμα του, στρέφοντας προς το δάσος των καταρτιών. Όμως όχι αρκετά ψηλά. Δεν μπορούσε να δει το κοράκι.

«Έδειξες», είπε η Αλεξάνδρα, «σα να είχες μετακομίσει νοερά στη Γροιλανδία. Ή κάπου εξίσου παγωμένα
Έβγαλε κάτι απ’ την τσέπη της.
«Θες μια τσίχλα;» είπε προτείνοντας το κουτάκι.
Ο Άρης κούνησε αφηρημένα το κεφάλι. Ύστερα άπλωσε το χέρι του.
«Δυόσμος είναι;» ρώτησε. «Θα πάρω μία, ευχαριστώ.» Κι έστρεψε πάλι το ενδιαφέρον του στα σκάφη μπροστά του.
«Εντάξει, δεν θέλω να σου παραστήσω το μάγκα», είπε στο τέλος. «Στο κάτω-κάτω, δεν μου χρωστάς εξηγήσεις για τίποτα. Ο καθένας αυτό που μπορεί και του χρειάζεται διεκδικεί. Κι ο πατέρας μου, που τον έφτυσα όλ’ αυτά τα χρόνια, ήταν τουλάχιστον ξεκάθαρος και δεν προσπάθησε να εξαπατήσει κανέναν. Κι ούτε θ’ αρχίσω τις ηθικολογίες και τα κλαψουρίσματα, ότι δεν ήτανε -και καλά- σωστό κι ότι δεν είχε το δικαίωμα και μαλακίες…»
«Εγώ, πάντως, αν τα έλεγες αυτά δεν θα σ’ αδικούσα», είπε η Αλεξάνδρα. «Θα σε καταλάβαινα.»
«Καλοσύνη σου», είπε ο Άρης. Έκανε μια φιλότιμη προσπάθεια να την κοιτάξει αλλά, όπως εκείνη είχε έρθει τώρα απ’ την πλευρά του ήλιου, το δυνατό φως τον υποχρέωσε να ξαναστραφεί προς τη θάλασσα.
«Το αστείο είναι ότι ποτέ δεν θύμωσα πραγματικά μαζί του. Νομίζω πως πάντα περίμενα ότι θα ξαναγυρίσει… Πως είναι μονάχα θέμα χρόνου…»

Το κοράκι άκουγε με απάθεια. Καθόταν ήσυχα-ήσυχα πάνω στα ξάρτια κι αν το ενοχλούσε η ανθρώπινη φλυαρία από κάτω του, δεν το έδειχνε. Σε μια στιγμή μόνο που σήκωσε το ένα του πόδι κι ύστερα το ξανακατέβασε. Τίποτα περισσότερο.

«Κάτι παρόμοιο, ξέρεις, πίστευε κι εκείνος για σένα», είπε η Αλεξάνδρα. «Πως η άρνησή σου είναι πείσμα, ένα είδος ηθικού εκβιασμού, κι ότι στο τέλος θα τον καταλάβαινες… θα το αποδεχόσουν. Φαίνεται όμως πως ήσουνα πιο πεισματάρης απ’ ό,τι περίμενε. Και οι δυο είστε πεισματάρηδες… Συχνά του έλεγα πως εκείνος πρέπει να κάνει το πρώτο βήμα αλλά δεν τολμούσε… Φοβότανε.»
«Τι φοβότανε;»
«Την απόρριψη… Έτσι, τουλάχιστον, λέω εγώ. Δε βρίσκω άλλη εξήγηση.»
«Μπορεί να έχεις δίκιο», είπε ο Άρης. «Κι εγώ μάλλον από την πλευρά μου, κάποια στιγμή…» Έκοψε τη φράση του στη μέση. «Ξέρεις κάτι; Είναι πολύ περίεργο, αλλά αυτά τα μηνύματα που πήραμε… Μοιάζουν με φάρσα, όμως ήταν… πώς να το πω… το δικό μου μήνυμα ήταν σαν κάτι που περίμενα, κάτι που ευχόμουν… καταλαβαίνεις, μέσα μου… χωρίς να το λέω.»
«Ήταν μήνυμα από κείνον;» ρώτησε η Αλεξάνδρα.
«Έτσι πίστεψα… Σίγουρα κάποιος ήθελε να το πιστέψω. Ακούγεται τελείως τρελό, γιατί, βλέπεις, μιλούσε για κάτι που ξέραμε οι δυο μας, μόνο οι δυο μας…»
«Καταλαβαίνω», είπε σκεφτική η Αλεξάνδρα. «Όλα αυτά μοιάζουν τόσο…»
Έψαξε τη λέξη.
«Απίθανα», είπε στο τέλος.

Σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Το βλέμμα του, γεμάτο ένταση, σαν κάτι που ζητά διέξοδο.
«Ήταν σαν έκκληση για βοήθεια, είπες νωρίτερα…», ξεκίνησε η Αλεξάνδρα αφήνοντας τη φράση της να αιωρείται.

Σιωπή.

(Το κοράκι δεν έδειξε να ενοχλείται. Ούτε κι ο τέταρτος της παρέας, ο οποίος ήταν έτσι κι αλλιώς εξοικειωμένος μαζί της.)

«Δεν πειράζει», είπε τέλος η Αλεξάνδρα. «Καταλαβαίνω ότι…»
Κάτι στο ύφος του τη σταμάτησε.
«Είναι κάτι που δεν το έχω πει πουθενά», είπε τελικά ο Άρης. «Μπορεί όμως και να το ξέρεις ήδη.»
«Εγώ;» απόρησε η Αλεξάνδρα. «Από πού κι ως… Εννοείς από κείνον;»
«Εννοώ από κείνον… αν και δεν το πιστεύω. Ήταν το μυστικό μας. Ούτε η μάνα μου το έμαθε ποτέ.»
«Κοίτα, αν νομίζεις…»
«Όχι, δεν πειράζει», είπε ο Άρης. «Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει λόγος πια…» Κι ύστερα πιο αποφασιστικά: «Συνέβη όταν ήμουν δέκα χρονών. Στο ψάρεμα. Πηγαίναμε μαζί υποβρύχιο, εκείνος με το ψαροντούφεκο κι εγώ με μια μικρή τρίαινα για χταπόδια. Μια μέρα ψαρεύαμε, κάπου προς το Σούνιο. Ήταν ένα χταπόδι, ποτέ πριν δεν μας είχε τύχει τόσο μεγάλο –και το βρήκα εγώ. Ενθουσιάστηκα. Δεν είπα τίποτα, δε ζήτησα βοήθεια, ήθελα να φανώ σπουδαίος στα μάτια του. Άπειρος όπως ήμουν, πήγα να το πιάσω με το χέρι κι αυτό σφίχτηκε και με κράτησε κάτω. Πανικοβλήθηκα. Ένιωθα να μου τελειώνει ο αέρας, να μ’ εγκαταλείπουν οι δυνάμεις μου… ότι θα λιποθυμούσα. Ύστερα, ξαφνικά, ένιωσα κάποιον να μου τραβά τη μάσκα και να κολλάει κάτι στο στόμα μου, ένιωσα αέρα ξανά. Σε δευτερόλεπτα με απελευθέρωσε. Ανεβαίνοντας είδα ότι κρατούσα την κινητή σημαδούρα, ξεφούσκωτη πια και με τη βαλβίδα κατεστραμμένη.»
Πήρε ανάσα, βαθιά, με το κεφάλι σκυμμένο. Πήγε να συνεχίσει μα η φωνή του σκάλωνε.
«Ήταν απίστευτη η ταχύτητα που αντέδρασε. Έβγαλε και το χταπόδι…»
Απομακρύνθηκε μερικά βήματα κοιτώντας τη θάλασσα. Ξαναγύρισε. Τα μάτια του έλαμπαν όταν είπε:
«Όπως καταλαβαίνεις, για μένα δεν ήταν πια ένας άνθρωπος. Ήταν ένας επίγειος θεός… Δεν είπε ποτέ τίποτα, ρε γαμώτο… Τίποτα… Ούτε στη μάνα μου ούτε πουθενά. Είμαι σίγουρος.»
«Τι έγραφε το μήνυμα;» ρώτησε η Αλεξάνδρα.
«Δεν έχω αέρα.»
«Μόνο αυτό; Χωρίς υπογραφή;»
«Αυτό είναι ακόμα πιο παράξενο. Δεν ήρθε με μέιλ αλλά σαν μήνυμα στο τσατ. Η υπογραφή, τελείως δικτυακή, ήταν εξ-εξ, δύο χι δηλαδή… Πολλές φορές, όταν βγαίναμε κι εκείνος χτυπούσε τα χταπόδια στα βράχια τον έλεγα, γι’ αστείο, Χταποδοχτύπα…»
Η Αλεξάνδρα τον κοιτούσε με δυσπιστία.
«Ξέρω», της είπε, «σου ακούγεται κουλό… κι εμένα έτσι μου φάνηκε. Όμως δεν υπάρχει άλλη εξήγηση, μόνο εκείνος θα μπορούσε να στείλει κάτι τέτοιο. Κι ήταν γραμμένο ελληνικά. Στην ηλικία μου γράφουν όλοι γκρίκλις.»
«Άρη, κάποιος μας κάνει πλάκα… χοντρή πλάκα!»
«Σώπα!»
«Ακόμα κι αν ήταν του Πάνου αυτό το μήνυμα, τα άλλα δεν μπορεί να είναι δικά του. Δεν είναι υπερβολική σύμπτωση;»
«Δεν πιστεύω στις συμπτώσεις», είπε ο Άρης. «Όχι τέτοιου είδους τουλάχιστον. Αυτό όμως δεν αποκλείει, το δικό μου μήνυμα να είναι πράγματι από κείνον.»

Η Αλεξάνδρα κοίταξε το ρολόι της.
«Έξι και τέταρτο», είπε κάνοντας μισή στροφή. «Πάμε προς τα πρακτορεία;»
Ο αθέατος της τετράδας αναδεύτηκε.
«Κρυώνεις;» ρώτησε ο Άρης.
«Όχι. Κάτι ένιωσα… Δεν ξέρω.»
«Απ’ την πείνα θα ‘ναι. Και μένα με κόβει.»
«Όχι, δεν είναι αυτό.»
Ξεκίνησαν αργά κατά μήκος της προκυμαίας
«Τι θα κάνουμε;» ρώτησε η Αλεξάνδρα. «Εννοώ το βράδυ. Δεν το ‘χουμε συζητήσει καθόλου.»
Ο Άρης σήκωσε τους ώμους. Ύστερα κατάλαβε ότι δεν είχε ακούσει την ερώτηση και κοντοστάθηκε.
«Αλεξάνδρα», είπε.
«Τι;» είπε σταματώντας κι εκείνη.
«Τι έλεγε το δικό σου μήνυμα;»
«Είναι πολύ προσωπικό.» Φάνηκε να το σκέφτεται. «Πρέπει να σου εξηγήσω.»
«Εξήγησέ μου.»
Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε έκπληκτη. Η φωνή του ήταν μαλακή και προστατευτική, φωνή μεγάλου αδελφού. Της χαμογέλασε. Ύστερα ξεκίνησε πάλι.
«Ας προχωράμε», είπε.
Η Αλεξάνδρα ξεκίνησε δίπλα του. «Είσαι παράξενο αγόρι», είπε μόνο.

Για λίγο δεν μίλησαν. Εκείνη το δούλευε μέσα της.
Είμαι έγκυος, ετοιμαζόταν να πει.
Ή μήπως το είπε;
Στεκόταν δυο βήματα πίσω της, άφωνος. Την κοιτούσε;
Ήταν έκπληξη αυτή στα μάτια του ή φόβος; Τρέλα, θυμός, απελπισία;
Όρμησε κατά πάνω της και -σα να πέρασε από μέσα της- γύρισε και τον είδε να τρέχει, μα ήταν εκείνος που έτρεχε μπροστά ή η προκυμαία, με όλα της τα πλεούμενα και την Αλεξάνδρα μαζί φεύγανε προς τα πίσω;
Τον έβλεπε να φεύγει σαν κάτι αλλόκοτα μαύρο να τον κυνηγούσε κι ύστερα ξαφνικά κατάλαβε ότι δεν τον έβλεπε πια, έτσι απλά εκείνος χάθηκε στο φως κι αυτή στεκόταν μόνη της καταμεσής στην άδεια προκυμαία.

«Άρη!» φώναξε.
Της απάντησε ένα κρώξιμο.

τέλος 9ου κεφαλαίου

εκμυστηρεύσεις

Posted in το όνειρο της πεταλούδας on 6 Απρίλιος, 2009 by trelos

…θα τον πάω φορές χιλιάδες από χιλιάδες δρόμους (*)

batterfly-19cebbοιπόν, τι κάνουμε;»

Η Ελίνα ξανάπεσε βαριά πάνω στην καρέκλα. Η φωνή της, που είχε την ξέπνοη μουσικότητα του φλάουτου, διατηρούσε κάτι απ’ την παιδιάστικη ορμή του κλαρινέτου. Σε αντίθεση με την υπόλοιπη ομήγυρη, φαινόταν γεμάτη ενέργεια –το είδος της ενέργειας που δεν έχει να κάνει με φρεσκάδα αλλά με υπερδιέγερση.

«Τι μπορούμε να κάνουμε;» ρώτησε ο Φώτης.
«Δεν ξέρω… Ο καιρός φαίνεται ν’ ανοίγει. Ίσως πέρασε ο κίνδυνος…, ίσως…»
«Θα πρέπει να μάθουμε με βεβαιότητα», τη διέκοψε ο Οδυσσέας στρεφόμενος στην τηλεόραση. «Ενδεχομένως από κάποιο τοπικό κανάλι ή…»
Το μάτι του έπεσε στο λάπτοπ με τις μουσικές λίστες στη γωνία του μπαρ. «Λογικά, θα υπάρχει σύνδεση», είπε κινούμενος διστακτικά προς το άνοιγμα της μπάρας. «Και μιας που η αρμόδια απουσιάζει…»
«Έχω σήμα!» ακούστηκε ξαφνικά –ζωηρή μετά από πολλή ώρα- η φωνή της Αλεξάνδρας.

Όλοι στράφηκαν προς το μέρος της. Εκείνη απομακρύνθηκε παίζοντας με τα πλήκτρα του τηλεφώνου της και μουρμουρίζοντας κάτι για τη μπαταρία.
Η Ελίνα κι ο Άρης έσπευσαν στα κινητά τους, ο δε Φώτης, θυμούμενος το δικό του μέσα στο ακινητοποιημένο σέατ τριακόσια τόσα χιλιόμετρα μακριά, ακολούθησε τον Οδυσσέα πίσω από τον πάγκο.
«Ξέρεις να το χειρίζεσαι αυτό το πράγμα;» είπε δείχνοντας τον υπολογιστή.
«Τα βασικά», απάντησε άκεφα ο Οδυσσέας προσπαθώντας να ξεμπερδέψει το ποντίκι.
Επικράτησε μια γενικευμένη έξαψη. Η Αλεξάνδρα σε μια γωνιά να μιλά στο τηλέφωνο καπνίζοντας. Ο Άρης να προσπαθεί να καλέσει ξανά και ξανά κι ύστερα απογοητευμένος να πληκτρολογεί κάποιο μήνυμα. Η Ελίνα να βηματίζει πάνω κάτω γρυλίζοντας: «άντε μωρή, σήκωσέ το!» Ένας μακρυμάλλης με φαλακρίτσα και σκουλαρίκι μπήκε σε μια στιγμή, κάτι ρώτησε για κάποιον Τάσο, δεν είδε από πουθενά ανταπόκριση και ξανάφυγε. Τα πράγματα αποκτούσαν ήχο και οσμή, η ζωή γυρνούσε σελίδα στην παρτιτούρα της.

«Δεν το σηκώνει», είπε με παράπονο η Ελίνα και με τρόπο που προδίκαζε το ενδιαφέρον τουλάχιστον ενός εκ των υπολοίπων.
Οι υπόλοιποι, ωστόσο, φαίνονταν ξεκομμένοι, καθένας στον δικό του κόσμο. Μόνον ο Φώτης με τον Οδυσσέα είχαν μια στοιχειώδη επικοινωνία, καθώς επιβεβαίωναν στο Ίντερνετ το προφανές: ότι για λόγους –αντιθέτως- καθόλου προφανείς, ο κίνδυνος είχε απομακρυνθεί.

«Τι κάνουμε λοιπόν; Επιστρέφουμε;»
Για μια ακόμα φορά ο Φώτης ανέθετε την πρωτοβουλία στον Οδυσσέα. Και για μια ακόμα ματαιωνόταν, τούτη τη φορά χωρίς αινιγματικά χαμόγελα και αστειάκια, καθώς ο άλλος παρέμεινε βυθισμένος σε σκέψεις.
Πιο αποφασιστική απ’ όλους φάνηκε ξαφνικά η Αλεξάνδρα δηλώνοντας ότι θα πήγαινε μέχρι το λιμάνι να δει τα δρομολόγια των πλοίων.
«Έχω μια φίλη στην Κεφαλονιά», συμπλήρωσε. «Αφού φτάσαμε ως εδώ, λέω να πάω να την επισκεφθώ.»
«Τυχερή», είπε η Ελίνα. Η δικιά μου η φιλενάδα έχει ένα εξοχικό στη Νέα Μάκρη κι ούτε που απαντάει. «Έχει και το μωρό…»
«Να έρθω μαζί σου;» ρώτησε ο Άρης την Αλεξάνδρα. «Αν μείνω λίγο ακόμα εδώ μέσα θ’ αρρωστήσω.»
«Φυσικά, κανένα πρόβλημα. Θα ‘χω και παρέα», απάντησε η Αλεξάνδρα. Και στρεφόμενη προς την Ελίνα: «Θα μου δώσεις το τηλέφωνό σου;»
«Και βέβαια!» απάντησε η άλλη πρόσχαρα. «Άρη, μπορείς να το σημειώσεις κι εσύ αν θέλεις.»

Μετά την ανταλλαγή των τηλεφώνων και την αποχώρηση των δύο, η Ελίνα ανέλαβε πρωτοβουλία.
«Τι λέτε, πάμε να καθίσουμε έξω;» παρακίνησε το Φώτη και τον Οδυσσέα. «Θα μουχλιάσουμε εδώ μέσα. Εγώ αναλαμβάνω τα εφόδια.»
Με τα τελευταία αυτά λόγια, πέρασε με άνεση πίσω απ’ τον πάγκο του μπαρ αναζητώντας το στιγμιαίο καφέ.
«Φραπέ για όλους;» ρώτησε.
«Για μένα σκέτο», είπε ο Οδυσσέας.
«Εγώ μόνο ένα ποτήρι νερό», είπε ο Φώτης. Κι ύστερα μετανιώνοντας: «Όχι, περίμενε, θα βάλω μια κανάτα να σε βοηθήσω». Και πέρασε με τη σειρά του πίσω από τη μπάρα.

Πέντε λεπτά αργότερα, κάθονταν οι τρεις τους σ’ ένα τραπέζι κάτω απ’ την τέντα.
Η κίνηση στο δρόμο είχε βρει τους συνηθισμένους ρυθμούς της: νεαρά ζευγάρια και μανάδες με καροτσάκια, συνταξιούχοι που περιδιάβαιναν φιλοσοφώντας, νεαροπαρέες που φλυαρούσαν και αλληλοπειράζονταν, ο καρπουζάς που διαλαλούσε την πραμάτεια του… Τίποτα δεν θύμιζε την προηγούμενη ερήμωση.
«Σαν τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή», σχολίασε η Ελίνα.
Είχε ανεβάσει τα πόδια σε μια καρέκλα κι είχε τραβήξει τα μαλλιά της μπροστά στο πρόσωπο, παρατηρώντας μέσα από αυτά τον κόσμο που περνούσε μπροστά της.
«Πάντως, πολύ παράξενη ήταν αυτή η εξέλιξη», συμπλήρωσε.
«Πολύ παράξενη πράγματι», συμφώνησε ο Οδυσσέας. «Φαίνεται πως ο τυφώνας εκτονώθηκε απρόσμενα λίγο πριν φτάσει εδώ.»
«Θα γεμίσουν τα κανάλια ειδικούς και δήθεν που θα λένε το μακρύ και το κοντό τους», είπε ο Φώτης κάνοντας μια κίνηση με το χέρι του.
«Σ’ ενοχλεί ο καπνός μου, συγγνώμη», είπε η Ελίνα και μάζεψε το τσιγάρο που είχε αφήσει στο τασάκι. Τράβηξε μια ρουφηξιά και το ‘σβησε. Ύστερα στράφηκε ξανά στο Φώτη: «Δεν κάπνιζες ποτέ;»
«Κάπνιζα αλλά το ‘κοψα, είναι λίγοι μήνες», απάντησε εκείνος.
«Μπράβο σου που τα κατάφερες –φαντάζομαι δεν θα ήταν εύκολο», είπε η Ελίνα.
«Με τον τρόπο που έγινε, τελικά, ήταν. Εννοώ.. ήταν εύκολο, πολύ εύκολο, μόνο που θα προτιμούσα να μη γινόταν έτσι…»
«Ωχ, κάποια πληγή έξυσα πάλι… Μπράβο Ελίνα», είπε συγχαίροντας τώρα τον εαυτό της. «Καλά λένε πως όσο πιο πολύ μιλάς, τόσο περισσότερες γκάφες κάνεις.»
«Δεν πειράζει», είπε ευγενικά ο Φώτης. «Δεν φταις εσύ. Πού να ξέρεις ότι ο άλλος κόβει το τσιγάρο για να μην του θυμίζει…» Άφησε τη φράση μετέωρη.
Έμειναν για λίγο αμίλητοι. Ο αέρας αντηχούσε τζιτζίκια, μοτοσικλέτες και κόρνες αυτοκινήτων. Στο τέλος, ήταν η Ελίνα που έσπασε τη σιωπή.

«Λοιπόν, αρχηγέ…» Στράφηκε στον Οδυσσέα. «Περιμένουμε μια απόφαση.»
Ο Οδυσσέας έτριψε το μουστάκι του.
«Εγώ θα την πάρω αυτή;» ρώτησε.
Η Ελίνα ξανατράβηξε την κουρτίνα της.
«Εσύ δεν είσαι ο πολυμήχανος καπετάνιος μας;» του αντιγύρισε ναζιάρικα την ερώτηση.
Παρ’ όλα αυτά το διαισθανόταν πως η ατμόσφαιρα είχε βαρύνει. Κι ο Οδυσσέας ακούστηκε αναπάντεχα στομφώδης όταν είπε:
«Δεν ξέρω εσείς τι λόγο έχετε σ’ αυτήν την ιστορία, όμως ο δικός μου ίσως είναι ζωής και θανάτου. Δεν μπορώ να κάνω πίσω αν δεν σιγουρευτώ.»
Η Ελίνα καθυστέρησε λίγο, αιφνιδιασμένη.
«Η κοπέλα που έλεγες;» είπε τελικά.
«Είπα πως πρόκειται για κοπέλα;»
«Εγώ έτσι κατάλαβα.» Και βλέποντας πως ο άλλος δεν σκοπεύει να συνεχίσει: «Πιστεύεις ότι έχει πράγματι σχέση με τις οδηγίες αυτού του τρελού;»
«Δεν ξέρω τι πιστεύω», είπε απρόθυμα ο Οδυσσέας, «δεν έχω ιδέα… Ίσως -κατά βάθος- ελπίζω να την ξαναδώ… Ίσως πάλι…»
Σταμάτησε. Η Ελίνα είχε γείρει μπροστά και τον κοιτούσε αμίλητη.
«Ίσως, απλώς, να απολαμβάνω το ταξίδι. Νιώθω πως της χρωστάω ένα ταξίδι.»
«Την αγαπούσες πολύ;»
«Περισσότερο από κάθε τι.»

Τα μάτια του Οδυσσέα είχαν μικρύνει, δυο μικρές σκιές στο δυνατό καλοκαιρινό φως. Η Ελίνα μπροστά του, στην άκρη της τέντας με τον ήλιο που χαμήλωνε πίσω απ’ το κεφάλι της, φορούσε ένα στεφάνι από νοσταλγία και φως. Δυο παιδιά που περνούσαν τσακώνονταν για το ποδόσφαιρο, ένα κορίτσι γύρω στα δεκάξι χαμογελούσε μ’ ένα κινητό στο χέρι.

«Ήταν η Χρυσάνθη, έτσι;» Η φωνή της Ελίνας ακούστηκε μαλακή και απόμακρη. «Γι αυτό δεν μίλησες μπροστά στον Άρη.»
«Ήταν, ναι. Η Χρυσάνθη.»
«Και παντρεύτηκε τον Παναγιώτη…» Δίστασε. «Ήσασταν φίλοι με τον Παναγιώτη; Εννοώ… πραγματικοί φίλοι;»
Η Ελίνα έπιασε το χέρι του Οδυσσέα. Φαινόταν τεράστιο μέσα στο δικό της. «Αν δεν θέλεις να μου πεις, το καταλαβαίνω. Δεν έπρεπε να τα ρωτάω αυτά…»

Ο Οδυσσέας πήρε βαθιά ανάσα. Με τα πυκνά, σκούρα καστανά μαλλιά του που ξάνοιγαν ήδη στο γκρίζο, το μουστάκι και την κασετίνα με τα άφιλτρα, θύμιζε αριστερό συγγραφέα ή σκηνοθέτη της δεκαετίας του ’70. Είχε αφαιρεθεί να κοιτάζει το παιχνίδι του φωτός στα μαλλιά της Ελίνας. Ταξιδεύοντας. Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι ν’ αποφασίσει να μιλήσει. Ύστερα, τράβηξε απαλά το χέρι του κι έπιασε τα τσιγάρα. Πήρε ένα κι απόμεινε να το κοιτάζει με απορία. Όταν τελικά μίλησε, η φωνή του είχε μια παράξενη ηρεμία.
«Στην ψυχολογία αυτό ονομάζεται καθήλωση. Συνήθως δυσκολεύομαι να το παραδεχτώ, υπάρχουν ωστόσο στιγμές που εγκαταλείπομαι – αυτή, νομίζω, είναι η σωστή λέξη- που βυθίζομαι στο παρελθόν με μια ηδονική εγκατάλειψη.»
Στράφηκε στο Φώτη.
«Είναι παράξενος ο τρόπος που αγκιστρώνεται κανείς σε πράγματα ή σε συνήθειες. Σε ιδέες. Ετεροπροσδιορισμός… Εσύ έκοψες το τσιγάρο –εγώ το ξεκίνησα. Αγκιστρώθηκα στη μελέτη, στον ακτιβισμό, στη διδασκαλία. Ο Παναγιώτης…», ξαναγύρισε στην Ελίνα, «ο Παναγιώτης, ναι, ήταν φίλος μου, όσο κι αν το αμφισβήτησα αργότερα… κι εγώ, έτσι αθόρυβα, τον έβγαλα απ’ τη ζωή μου. Όπως κι εκείνη. Κομμάτι-κομμάτι συνέθεσα αυτό που θα ήμουν, αυτό που τελικά θα γινόμουν… Απ’ αυτήν την άποψη…» Σταμάτησε.
«Απ’ αυτήν την άποψη…;» τον παρακίνησε η Ελίνα.
«Απ’ αυτήν την άποψη», συνέχισε χαμογελώντας, «ένα όνειρο που εκφράζει την επιθυμία της απόδρασης, ένα όνειρο που μεταβιβάζει την ανάγκη της σωτηρίας από το δικό μου το πρόσωπο στο δικό της, ένα τέτοιο όνειρο θα ήταν τουλάχιστον, οφείλω να ομολογήσω, συνεπές…» Και, σηκώνοντας θεατρικά τα χέρια, ξαναείπε: «Απολύτως συνεπές.»

Στο πρόσωπο του Φώτη απλώθηκε μια ξαφνική ευφορία πριν καταλήξει σ’ ένα μελαγχολικό χαμόγελο.
«Κάτι αντίστοιχο», είπε, «θα μπορούσε ωραιότατα να συμβαίνει και μ’ εμένα. Μόνο που, στην περίπτωσή μου, δεν θα επρόκειτο για απόδραση από κάτι, αλλά για το ακριβώς αντίθετο.»
Σταμάτησε, λες και, στην περίπτωσή του, αυτό ήταν το περισσότερο που μπορούσε να ειπωθεί.
«Πολύ μυστηριώδης δήλωση, καλέ μου Φώτη», είπε η Ελίνα, «κι εμένα τα μυστήρια, ξέρεις, με τρελαίνουν. Είναι να μην μου κάνεις την αρχή, να μη με βάλεις στο τριπάκι… Μετά δεν μπορώ να ησυχάσω.»
Ο Φώτης στριφογύρισε αμήχανα –κοίταξε τα πόδια του, τον ουρανό της τέντας, ύστερα ξανά τα πόδια του. Στο τέλος
«Δεν ξέρω, δεν μπορώ αυτή τη στιγμή», είπε. «Ίσως αργότερα… όταν θα έχουμε γνωριστεί καλύτερα.»
«Καλά, εντάξει», είπε μουτρωμένα η Ελίνα. «Δεν έγινε τίποτα. Εγώ μονάχα που θα τσουρουφλίζομαι, δεν πειράζει, μη νιώθεις ένοχος.»
Ο Φώτης την κοίταξε με δυσπιστία. Ύστερα γύρισε στον Οδυσσέα. Συλλογισμένος εκείνος, σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. Σειρά σου τώρα, δεν γλιτώνεις, σα να έλεγε.
«Κοίταξε», είπε στο τέλος, «ήταν να παντρευτούμε, εντάξει; Κι ύστερα… Έφυγε δυο μέρες πριν, χωρίς εξήγηση. Έτσι τουλάχιστον έλεγα, έτσι ήθελα να πιστεύω. Το απέφευγα. Τώρα όμως θέλω να καταλάβω…»
«Και το ταξίδι…», ξεκίνησε η Ελίνα –ύστερα τα μάτια της άστραψαν. «Το μήνυμα που πήρες…, το μήνυμα απ’ αυτόν το μαλάκα, αν ήταν απ’ αυτόν… Είχε σχέση μ’ αυτό που λες, έτσι; Ό,τι ήταν αυτό, τέλος πάντων…»
«Μμμ, ναι, μάλλον. Νομίζω πως…»

Ό,τι κι αν νόμιζε, έγινε παρελθόν.
«Γαμώτο», είπε η Ελίνα, ξαφνιασμένη κι αυτή απ’ το χαρακτηριστικό βόμβο της δόνησης. Ακολούθησε το σόλο ενός βιολιού καθώς εκείνη κοιτούσε την οθόνη του κινητού της.
«Έλα, Αλεξάνδρα» είπε ενώ σηκωνόταν απ’ την καρέκλα. «Δεν σ’ ακούω καθαρά, τι είπες; …κάνει διακοπές… ναι; ναι, τώρα σ’ ακούω, πες μου… τι λες; …Αλεξάνδρα;»
Ξανακάθισε απογοητευμένη δοκιμάζοντας να καλέσει εκείνη, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
«Ίσως πρέπει να κατεβούμε στο λιμάνι», είπε τελικά. «Φαίνεται πως ο Άρης κάτι βρήκε.»

τέλος 8ου κεφαλαίου

(*) Βλαδ. Μαγιακόφσκι, στων σπονδύλων τον αυλό, μτφρ Οδ.Ελύτης

περιμένοντας την Ιφιγένεια #5 [Οδυσσέας]

Posted in το όνειρο της πεταλούδας on 5 Μαρτίου, 2009 by trelos

bat9mέσα στο όνειρο που δεν είναι όνειρο, ο Οδυσσέας χαμογελάει σαν μανδαρίνος. Φυσικά δεν έχει ιδέα για το πώς χαμογελούν οι Μανδαρίνοι –αυτή η συζήτηση για τους Κινέζους είναι που του δημιούργησε το συνειρμό. Άκουγε το Φώτη να υπερασπίζεται το συλλογισμό του, τον Άρη μισοαστεία-μισοσοβαρά να τον ενθαρρύνει, την Αλεξάνδρα να εξανίσταται. Τι σκεφτόταν ο ίδιος, τι πίστευε;

«Για τον κόσμο του ονείρου γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα, υποθέτουμε ωστόσο πως υπακούει…»

Μάλλον τίποτα. Απολάμβανε την όλη κατάσταση σαν να έκανε, παρά τη θέλησή του, τις διακοπές που ζητούσε το ίδιο εκείνο πρωί. Αν ήταν στ’ αλήθεια όνειρο, τότε είχε πετύχει το σκοπό του, αυτόν τον κοινό σκοπό που έχουν συνήθως τα όνειρα: ικανοποιούσε την επιθυμία του με τον πιο ολοκληρωτικό τρόπο. Μακριά από τη ρουτίνα του και το ασφυκτικό σύμπαν του Ζακ Λακάν, το οποίο σύμπαν, ειρήσθω εν παρόδω, είχε ως βασικό αντικείμενο –ή, τουλάχιστον, ένα από τα πολλά- την ψυχανάλυση άρα και τα όνειρα. Και ακριβώς το τρίτο κεφάλαιο, που τόσο τον είχε παιδέψει, είχε άμεση σχέση με ορισμένα όνειρα και την ερμηνεία τους υπό το αυστηρό πρίσμα του Γάλλου στρουκτουραλιστή. Πόσο τυχαίο μπορούσε να είναι κάτι τέτοιο; Πόσο αλήθεια;

«Τα όνειρα είναι γεμάτα με τέτοιου είδους χάσματα, τα οποία δεν είναι απλώς άλματα στο χρόνο. Αυτό δεν σημαίνει υποχρεωτικά…»

Από την άλλη, βέβαια, το να δει κανείς τη ζωή σαν όνειρο ακουγόταν πολύ βολικά δελεαστικό.
Η γυναίκα του, η Άννα, του έλεγε συχνά ότι της δίνει αυτήν την εντύπωση. Ότι αυτός, υποτίθεται, ζούσε τις καταστάσεις επιδερμικά, όπως σε ένα όνειρο απ’ το οποίο αργά ή γρήγορα περιμένει να ξυπνήσει. Την αποστασιοποίησή του, σε αντίθεση προς τους δικούς της δραματισμούς, τον στοχαστικό τρόπο με τον οποίο αυτός αντιμετώπιζε τις καταστάσεις, εκείνη τα χαρακτήριζε ιστοριοποίηση της ζωής ή και μυθιστοριοποίησή της.

«Όπως μας έλεγε νωρίτερα ο προφέσορ…»

Η Άννα… Τριαντάριζε όταν τη γνώρισε σ’ εκείνο το πάρτι. Ήταν τόσο όμορφη, τόσο γλυκιά στα εικοσιπέντε της, χωρισμένη ήδη μ’ ένα παιδί, ένα κοριτσάκι δύο ετών, την Κατερίνα.
Πόσα χρόνια; Χρόνια σαν ύπνος γλυκός -ένα όνειρο, αγαπητέ Φώτη, η ζωή. Ένα όνειρο…

«Δεν καταλαβαίνεις πού το πάει; Αφού δεν του έκατσε καμιά μας ως τώρα…»

Κι ωστόσο, πόσο πιο απλή είναι η ζωή στα όνειρα. Πόσο πιο άμεση και πιο αρμονικά συνδεδεμένη με τη φύση των ανθρώπων. Χωρίς πολύπλοκες διαπραγματεύσεις, χωρίς αναστολές…

«Δεν τις προσβάλλεις, τις φέρνεις, όμως, σε δύσκολη θέση. Και, ενδεχομένως, αμφιβάλλουν για το κίνητρό σου να συνεισφέρεις δημιουργικά στη συζήτηση.»

Αναλογίστηκε τις παράξενες σχέσεις που είχαν αναπτυχθεί ανάμεσα στα μέλη της ομάδας. Η πιο άνετη φαινόταν να είναι ανάμεσα στον Άρη και στο Φώτη. Μεταξύ Άρη και Ελίνας η πιο τεταμένη. Όσο για την Ελίνα με την Αλεξάνδρα… αυτή κι αν ήταν δύσκολη. Η μικρή φαινόταν καθαρά να προσπαθεί να κερδίσει τη συμπάθεια της άλλης. Ενοχές; Μάλλον, αν έκρινε κι από κείνη την ανεξήγητη χειρονομία με το πενηντάρικο.
Καθισμένος όπως ήταν πίσω τους, είχε παρακολουθήσει έκπληκτος όλο το σκηνικό. Την Ελίνα γερμένη στο παράθυρο με τα μάτια κλειστά σαν να κοιμάται. Νωρίτερα, η Αλεξάνδρα είχε παραπονεθεί πως δεν πήρε μαζί της λεφτά. Σε κάποια στιγμή που δεν την προσέχει, η μικρή της σπρώχνει στην τσέπη ένα χαρτονόμισμα στο χρώμα του βερύκοκου. Πιο ύστερα, η Αλεξάνδρα το ανακαλύπτει και δεν πιστεύει στην τύχη της –μάλλον το θεωρεί ξεχασμένο εκεί, τι άλλο να πιστέψει; Στην καλή σαμαρίτισσα, η οποία στο παρελθόν πήγε να της πάρει τον άντρα;
Και, για να έλθουμε ξανά στο θέμα μας, μια τόσο παράξενη χειρονομία θα μπορούσε να έχει θέση σ’ ένα όνειρο; Προφανώς, ναι. Όμως τι σόι όνειρο θα μπορούσε να είναι αυτό στο οποίο πέντε άνθρωποι ονειρεύονται από κοινού; Γιατί, αν υποθέσουμε ότι ήταν όντως όλα αυτά ένα όνειρο, τότε είτε ονειρεύονταν όλοι μαζί συγχρονισμένα, είτε μόνον αυτός. Η τρίτη δυνατότητα, το να αποτελεί δηλαδή ο ίδιος τμήμα του ονείρου κάποιου άλλου, του φαινόταν εντελώς γελοία και απαράδεκτη.

«Πολύ ωραία, τελικά το φέραμε στην κοινωνιολογία. Τέσσερις τ’ απόγευμα, τι ακούω η γυναίκα!» Η Ελίνα στριφογυρνούσε πάνω στην καρέκλα προσπαθώντας να βολευτεί. «Μια χαρά αυτό το καφέ, να μην είμαστε κι αχάριστοι, χάθηκε μόνο να ‘τανε έτσι λίγο πιο lounge βρε παιδί μου, ν’ αράξω κάπου το βασανισμένο μου κορμί;» Κι έσκασε ένα από τα γελάκια της.
Όλοι φαίνονταν κουρασμένοι και άκεφοι. Ο αέρας είχε αποκτήσει ξανά κάτι από τη ράθυμη ατμόσφαιρα του καλοκαιριού. Ως και τα σύννεφα είχαν αρχίσει ν’ ανοίγουν και οι πρώτες θαμπές ακτίνες έδιναν εισχωρώντας στην αίθουσα κάτι το εξωπραγματικό.
«Η Ιφιγένεια φαίνεται πως δεν μας καταδέχτηκε», σχολίαζε τώρα η Ελίνα σουφρώνοντας τα χείλη. Σηκώθηκε απ’ την καρέκλα κι άρχισε να κόβει βόλτες με χορευτικά βήματα. Απέμεινε να την κοιτάζει να αιωρείται στην άυλη ατμόσφαιρα.
«Ο Οδυσσέας μας μοιάζει πραγματικά να βρίσκεται χαμένος σε κάποιο όνειρο…Τι να σου κάνω που δεν έχω το μπλοκ με τα μολύβια μου, Οδυσσέα, θα σε ζωγράφιζα τώρα.»

Αυτό το κορίτσι δεν σταματούσε ποτέ. Αχ, Ελίνα, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες –κι ένας θεός ξέρει αν δεν είσαι στ’ αλήθεια πλασμένη για πρωταγωνίστρια- τον πρώτο ρόλο είναι φανερό πως σου τον έχει πάρει η Αλεξάνδρα. Ο Φώτης είναι και πάλι καρφωμένος πάνω της προσπαθώντας αδέξια να μην το δείχνει. Ο Άρης, επιφυλακτικός στην αρχή, τώρα φαίνεται όχι μόνο να την έχει αποδεχτεί αλλά να προσπαθεί και να κερδίσει το ενδιαφέρον της. Ακόμα κι εσύ Ελίνα, περισσότερο για κείνην δίνεις τη μικρή σου παράσταση, μόνο που εκείνη είναι κάπου αλλού και δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία σε τίποτα και σε κανέναν.

Κι εσύ, Οδυσσέα; Εσύ, που ξέρεις να αναλύεις τόσο καλά τις σκέψεις και τα συναισθήματα των άλλων, δεν θα μας πεις εσύ τι αισθάνεσαι γι’ αυτήν, τι σημαίνει για σένα η Αλεξάνδρα; Όχι; Κλειστά χαρτιά λοιπόν, πολύ καλά, αν και δεν σου ταιριάζει καθόλου. Ίσως δεν θέλεις να χαλάσεις το μυστήριο. Ή… πώς είπες; Το όνειρο; Πολύ σωστά. Δεν θέλεις να χαλάσεις το όνειρο…

τέλος 7ου κεφαλαίου