Archive for the σα δε ντρέπονται Category

πρώτες βοήθειες σε περίπτωση υστερίας

Posted in σα δε ντρέπονται, αναγνώσεις/ ακροάσεις with tags , , , on 5 Ιουνίου, 2008 by trelos

Μια μέρα, μου έρχεται η πιο όμορφη ίσως γυναίκα του νησιού -αλήθεια, ρε, πόσο φτωχιά και μίζερη είναι η μοναξιά χωρίς γυναίκα, δεν μπορείς να το φανταστείς. Έρχεται, που λες, κάθεται στην πολυθρόνα, είναι καλοκαίρι, φοράει ένα τσιτάκι που κολλάει σα γάντι στο κορμί της, είναι κατάμαυρη απ’ τον ήλιο και μοσκοβολάει θάλασσα και βασιλικό. Ευτυχώς, εγώ φοράω ιατρική μπλούζα. Έτσι όταν, σε κάθε άγγιγμα της γυναίκας, όπως είναι φυσικό, μου σηκώνονται τα πάντα, δεν κινδυνεύω να γίνω ρεζίλι. Όμως ο ιδρώτας τρέχει ποτάμι από πάνω μου, τα πόδια μου κόβονται, η γλώσσα μου είναι ξερή σα μετζεσόλα και τα χέρια μου τρέμουν σα να ‘χω Πάρκινσον. Κάθεται λοιπόν, της λέω; τι συμβαίνει; Μου λέει, γιατρέ, του δόντι μ’, θα πεθάνω. Της λέω, ποιο; Μου δείχνει στ’ αριστερά τής άνω γνάθου. Είχε κάτι μελαχρινά βυζιά, οι κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας, με δυο τσιτωμένες ρόγες που σου έβγαζαν γλυκά γλυκά τα μάτια. Ε, μόλις κάνω να σκαλίσω το δόντι με το άγκιστρο, γίνεται τάβλα, ξύλο, σου λέω. Τα μάτια της έχουν γυρίσει ανάποδα και το κορμί της έχει τεντώσει πάνω στην πολυθρόνα. Είμαι μόνος μου στο ιατρείο, ξέρω ότι αυτό είναι υστερία -ναι, μας κάνανε μαθήματα σ’ όλους τους υγειονομικούς- τη σηκώνω και την ξαπλώνω στον καναπέ. Ε, αφού κάνω τα εύκολα, της δίνω μπατσάκια, της τρίβω τους καρπούς των χεριών, κι αυτήδε λέει να συνέρθει, βάζω το χέρι μου κάτω απ’ το φουστάνι της, κάνω στο πλάι την κιλότα κι αρχίζω με τις ρώγες των δαχτύλων μου, αφού τις σάλιωσα πρώτα, να της χαϊδεύω την κλειτορίδα, που στο πρώτο άγγιγμα σηκωθηκε σαν το πουλί του Ερμαφρόδιτου… Ο ιδρώτας τρέχει ποτάμι από πάνω μου και τρέμω ολόκληρος. Δεν ξέρω πώς θα εξελισσόταν η ιστορία -ξέρεις, ρε, τι είναι να έχεις χρόνια ν’ αγγίξεις γυναίκα, και ξαφνικά η φούχτα σου να καίγεται από ένα ολάνθιστο, τρυφερό μουνί που συσπάται και υγραίνεται στο χάδεμά σου… Ευτυχώς, εκείνη την ώρα ακούω βήματα στην ξύλινη σκάλα, το σπίτι ήταν δίπατο, βλέπω το κεφάλι ενός παλιού συντρόφου Ακροναυπλιώτη να με κοιτάει με φρίκη. Με το που με βλέπει, κατρακυλάει τις σκάλες και φεύγει. Αυτό με συνέφερε, γιατί όπως πάλλονταν η γυναίκα, τραβούσε τα δάχτυλά μου προς τα μέσα, όπου τα τοιχώματα του κόλπου της, βελούδινες μυλόπετρες, τα συνέτριβαν, και γω χάδευα σαν τρελός, ξεχνώντας πια ότι αυτό ήτανε φάρμακο για να συνέρθει από την υστερία της -ούτε άκουγα τα βογκητά της, ούτε είδα τα μάτια της που άνοιξαν και με κοίταγαν με μια τρελή επίκληση… Τράβηξα το χέρι μου, υγρό και σπαραγμένο, πήγα πίσω από το παραβάν στο νεροχύτη, τάχα να πλυθώ, σηκώθηκε, κι αφού έφκιαξε την κιλότα της, κατακόκκινη, μου είπε ένα «με συγχωρείτε» και κατρακύλησε κι αυτή τις σκάλες… Το μεσημέρι με ειδοποίησαν ότι με ζητάει ο στρατοπεδάρχης. Πήγα, ήταν εκεί ο sύντροφος που σου είπα και ο υπεύθυνος του υγειονομικού, ένας τσίφτης που στον πολιτικό του βίο, που λένε, ήταν γκαρσόν. Μου λένε, κάτσε, κάθομαι. Λένε του μπαρμπα-Λευτέρη, λέγε. Κι αυτός, μέσα στη σύγχυσή του, ούτε λίγο ούτε πολύ, λέει ότι ήμουνα καβάλα στη γυναίκα. Μια ζωή μέσα ο κακομοίρης, σάματις ήξερε και πώς σμίγουν οι άνθρωποι; Τι να πεις. Τέλος, ύστερα από τις επιδέξιες ερωτήσεις του υγειονομικού, πείστηκαν όλοι ότι η γυναίκα είχε πάθει υστερία και γω προσπαθούσα να τη συνεφέρω, και μένα μου ‘ρχονταν να κόψω το χέρι μου και να το πάρω αγκαλιά… Τέλος, τους λέω ότι αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί, δηλαδή να κάνω τον οδοντογιατρό και στους ντόπιους, γιατί είναι σίγουρο ότι ή θα πάω στο τρελοκομείο, ή θα πατήσω το «άρθρον δέκα» και θα με απομονώσουν… Πράγματι, κόψαμε τις ιατρικές παρτίδες με τους ντόπιους, παρά τις διαμαρτυρίες τους, μια κι έτσι έπρεπε να πάνε στη Λήμνο ή στον Πειραιά για τα δόντια τους… Έτσι λοιπόν ‘σύχασαν και μένα λίγο τα νευροφυτικά μου…

Χρόνης Μίσσιος, χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε; (εκδ. γράμματα)

(Milo Manara… φυσικά)

Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Οι καλογέροι

τραγούδι: Σωκράτης Μάλαμας

Advertisements

Μιντόρι και Βατανάμπε

Posted in σα δε ντρέπονται, αναγνώσεις/ ακροάσεις with tags , on 17 Μαΐου, 2008 by trelos

«Χωρίς αστεία, Βατανάμπε», είπε, «φοβάμαι ότι δεν θα καταφέρουμε ποτέ τίποτα. Πώς θα χωρέσει αυτό το τεράστιο σκληρό πράγμα μέσα μου;»

«Αστειεύεσαι», είπα αναστενάζοντας.

«Ναι», είπε γελώντας.»Μην ανησυχείς. Όλα θα πάνε μια χαρά. Είμαι σίγουρη ότι θα χωρέσει. Σε πειράζει να ρίξω μια ματιά;»

«Καθόλου».

Η Μιντόρι μπήκε κάτω από τα σκεπάσματα κι άρχισε να ψαχουλεύει το πουλί μου από όλες τις μεριές, τραβώντας το δέρμα του και ζυγίζοντας τ’ αρχίδια μου στο χέρι της. Τελικά ξανάβγαλε το κεφάλι της και παίρνοντας βαθιά ανάσα είπε: «Μ’ αρέσει πολύ! Δεν θέλω να σε κολακέψω! Αλήθεια μ’ αρέσει!»

«Ευχαριστώ», απάντησα απλά.

«Δεν θέλεις όμως να το κάνεις μαζί μου, Βατανάμπε. Έτσι δεν είναι; Ώσπου να ξεκαθαρίσεις την ιστορία σου…»

«Θέλω και παραθέλω», είπα. «Θέλω τόσο πολύ που κοντεύω να τρελαθώ. Όμως δεν θα ήταν σωστό».

«Είσαι τρομερά ξεροκέφαλος! Αν ήμουν στη θέση σου, θα το έκανα πρώτα και θα το σκεφτόμουν μετά».

«Αλήθεια;»

«Αστειεύομαι», είπε η Μιντόρι με σιγανή φωνή. «Ούτε εγώ θα το έκανα αν ήμουν στη θέση σου. Κι αυτό αγαπώ σε σένα, αυτό ακριβώς».

«Πόσο μ’ αγαπάς;», τη ρώτησα, αλλά δεν μου απάντησε. Αντί γι αυτό σφίχτηκε πάνω μου, κόλλησε τα χείλη της στο στήθος μου κι άρχισε να χαϊδεύει τη στύση μου. Πόσο διαφορετικά κουνούσε το χέρι της η Ναόκο, σκέφτηκα αμέσως. Και οι δύο κοπέλες ήταν τρυφερές και υπέροχες. Με κάποιον τρόπο όμως τόσο διαφορετικές μεταξύ τους που είχα την αίσθηση ότι ζούσα μια αλλιώτικη εμπειρία.

«Βατανάμπε, βάζω στοίχημα ότι σκέφτεσαι σίγουρα την άλλη».

«Κάνεις λάθος», της έκρυψα την αλήθεια.

«Αλήθεια;»

«Αλήθεια».

«Γιατί, να ξέρεις, αυτό δεν θα μ’ άρεσε καθόλου».

«Δεν μπορώ να σκεφτώ καμιά άλλη», είπα.

«Θέλεις ν’ αγγίξεις το στήθος μου; Ή να βάλεις το χέρι σου εκεί… κάτω;», με ρώτησε η Μιντόρι.

«Και βέβαια θέλω. Καλύτερα όμως να μην το κάνω. Αν τα κάνουμε όλα μαζί, δεν θ’ αντέξω».

Η Μιντόρι έγνεψε καταφατικά, κουνήθηκε κάτω απ’ τα σκεπάσματα, έβγαλε το εσώρουχό της και το κράτησε μπροστά στο πουλί μου.

«Έτσι μπορείς να χύσεις», μου είπε.

«Μα θα σου το λερώσω».

«Κόφ’ το, εντάξει; Θα με κάνεις να κλάψω», είπε η Μιντόρι μ’ ένα ύφος πραγματικά κλαψιάρικο. «Θα το πλύνω. Μην κρατιέσαι λοιπόν, χύσε όσο θέλεις. Κι αν νοιάζεσαι τόσο για το κυλοτάκι μου, αγόρασέ μου ένα καινούργιο. Εκτός κι αν δεν μπορείς να χύσεις επειδή είναι δικό μου».

«Μη λες ανοησίες», της απάντησα.

«Ε, τότε, εμπρός, καν’ το».

«Όταν τέλειωσα, η Μιντόρι κοίταξε καλά καλά το σπέρμα μου. «Πο πο, τι πολύ που είναι!»

«Σου φαίνεται πολύ;»

«Όχι, όχι. Εντάξει είναι, ανόητε. Μπορείς να χύσεις όσο θέλεις», είπε με χαμόγελο κι ύστερα με φίλησε.

Το απόγευμα η Μιντόρι βγήκε και ψώνισε στη γειτονιά, ύστερα μαγείρεψε. Φάγαμε τεμπούρα και ρύζι με πράσινα φασολάκια στο τραπέζι της κουζίνας. Ήπιαμε μπύρα.

«Να τρως πολύ για νά ‘χεις μπόλικο σπέρμα», είπε η Μιντόρι. «Κι εγώ θα είμαι καλή και γλυκιά και θα σε βοηθάω να το ξεφορτώνεσαι».

«Σ’ ευχαριστώ πολύ», είπα.

«Ξέρω πολλούς τρόπους να το κάνω. Τους έμαθα από τα γυναικεία περιοδικά που είχαμε στο βιβλιοπολείο. Είχαν κάτι ένθετα, πώς να φροντίζετε τον άντρα σας για να μη σας απατήσει κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, όταν δεν θα μπορείτε να κάνετε έρωτα μαζί του. Υπάρχουν χιλιάδες τρόποι. Θέλεις να τους δοκιμάσουμε;»

«Ανυπομονώ».

Χαρούκι Μουρακάμι, Νορβηγικό δάσος

μετ. Μαρία Αγγελίδου (εκδ. Ωκεανίδα)

The Beatles, norwegian wood

Οι manga φιγούρες, του Χινάκο Τακανάγκα