Archive for the ρίμες Category

κόκκινη κλωστή

Posted in ρίμες on 4 Νοέμβριος, 2009 by trelos

θα ‘ρθει το πλήρωμα του χρόνου κι ο καιρός
ν’ αγωνιστείς από καινούργιο μετερίζι
μα φίλος άσπονδος ή δήμιος στυγερός
ο χρόνος πριν επικρατήσει ολοσχερώς
τη μέρα του άδραξε ειδάλλως βράσε ρύζι

αέρας (σκόρπιες μουσικές) των αλλαγών
φυσά μου λες απ’ το πρωί μες στο μυαλό σου
μιας νιότης όψιμης ισχνής επιλαχών
τ’ ωραίο ταξίδι έλεγες πάντα και ο αγών
λάβε λοιπόν την εντολή: καταναλώσου

ας είναι ο αίολος στην πρύμη σου απαλός
ούριος άνεμος το πλοίο να κινήσει
λάβετε θέσεις οι μνηστήρες ασφαλώς
κι εκείνη (πάντα εκείνη) παρά θιν αλός
με μια κλωτσιά το παραμύθι ας αρχινήσει

 

penelope-thread

το ιστολόγιο αλλάζει όνομα και προσανατολισμούς -στο εξής θα ασχολείται με θέματα παιδείας
βέβαια, καθ’ όσον «όλα είναι θέμα παιδείας», δεν υπάρχουν ουσιαστικοί περιορισμοί 🙂

εν πάση περιπτώσει, τα παραπάνω σημαίνουν ότι κείμενα που αφορούν στη φιλολογική υστεροφημία του τρελού περιορίζονται πλέον στο άλλο ιστολόγιο

σταματώ και τη δημοσίευση του «ονείρου» :  ξεκίνησε με τη λογική μιας διαδικτυακής επιφυλλίδας, όμως οι καιροί είναι περίεργοι γι αυτό και το βλέπω ήδη ως σχέδιο μυθιστορήματος -αν υπάρχει κανείς που περιμένει και θέλει τη συνέχεια, ας μου στείλει ένα mail για να του στείλω ο,τι γράψω σχετικά

την εικόνα της Πηνελόπης-υφαίνουσας βρήκα εδώ

καλό Σεπτέμβρη

Posted in παιχνίδι, ρίμες, ευχές, εις μνήμην with tags , on 1 Σεπτεμβρίου, 2008 by trelos

Η καλή μου φίλη ( και πατριώτισσα κατά το 1/4 ! ) γητεύτρια, με προσκάλεσε να υποδεχτούμε το φθινόπωρο με παιχνιδιάρικη και συνάμα ποιητική διάθεση, γράφοντας έμμετρες ευχές:

μία για μένα,
μία για κάποιον τρίτο ελεύθερης επιλογής
και μία για τον εχθρό μου

Παίρνω λοιπόν για τόξο το προ-φθινοπωρινό μου κέφι και τη δημιουργική μου διάθεση, παίρνω και τη φαρέτρα με τους δεκαπεντασύλλαβους και ξεκινώ, προτείνοντας και σε σας να κάνετε το ίδιο. Δεν χρειάζεται προσωπική πρόσκληση. Όποιος έχει χρόνο και διάθεση, ακολουθεί.

Νά ‘χα λεφτά και δύναμη; νά ‘χα εξουσία και πλούτη;
Τι να γυρέψω ο άνθρωπος και τι να ευχηθώ;
Την κάθε μέρα που περνά στη μια ζωή μου ετούτη
να χαίρομαι -στα μάταια να μην σπαταληθώ

Κι εσύ που το επέλεξες ασπρόμαυρα να ζήσεις
κι ό,τι στη Γη αγοράζεται λατρεύεις και ποθείς
ένα ζευγάρι μαγικά -τυχαία- ν’ αποκτήσεις
γυαλιά, να δεις τα χρώματα και να ξεστραβωθείς

Όσο για σένα Χάρε μου, εχθρέ μου αγαπημένε,
να γίνει το δρεπάνι σου γυναίκας αγκαλιά
Ν’ ανοίξει και να σε δεχτεί, να γλυκαθείς καημένε
Για τα πολλά σου κρίματα να βρεις παρηγοριά.

και,
στη μνήμη του Ηλία Κατσούλη που έφυγε πρόσφατα,

Παντελή Θαλασσινού-Ηλία Κατσούλη, ένας μικρός γλυκός παλιός Σεπτέμβρης

παιχνίδια, παραμύθια και άλλα τινά…

Posted in παιχνίδι, ρίμες with tags , , on 23 Ιουνίου, 2008 by trelos

Αγαπώ το παιχνίδι. Είναι (όπως το εννοώ εγώ) κίνητρο για επικοινωνία (έστω και ενδο-), είναι ευχάριστο, είναι και σύμβολο …ανδρισμού, αφού, σύμφωνα με την -αρκετά διαδεδομένη- άποψη μιας κατηγορίας γυναικών, οι άντρες δεν ωριμάζουν ποτέ: παιδιαρίζουν (παίζουν) μέχρι να γεράσουν. (Σύμφωνα με την αντίστοιχη -ελάχιστα διαδεδομένη- άποψη του τρελού, αν ο ωφελιμισμός και ο καθωσπρεπισμός ταυτίζονται με την ωριμότητα, τότε καλύτερα να μην ωριμάζει κανείς.)

Λοιπόν, στο ψητό! Με ερέθισμα ένα ωραίο παιχνίδι με στιχάκια που βρήκα στο ιστολόγιο του φίλου μου του Κώστα, θυμήθηκα ένα άλλο που έπαιζα πριν χμ.. χρόνια (επί Ηρακλέους, που θα έλεγε ο εξαίρετος κύριος Γιώτης Κιουρτσόγλου) όταν ως έφηβος κι εγώ, όχι μόνον άκουγα ροκ πρωί-μεσημέρι-βράδυ (αυτό το κάνω και τώρα) αλλά ήξερα και τα λόγια (τα οποία βεβαίως θυμάμαι σε πολύ ικανοποιητικότερο βαθμό απ’ τα υπόλοιπα που μάθαινα τότε).

Το παιχνίδι είχε ως εξής: παίρνουμε τη βασική ιδέα από τους στίχους του αγαπημένου μας τραγουδιού και την αναπτύσσουμε με διαφορετικό τρόπο, ώστε να προκύψει κάτι άλλο (με την ίδια, εννοείται, μελωδία). Έτσι μπορούμε να το τραγουδάμε και να φχαριστιόμαστε (κατ’ ιδίαν, φυσικά, στο μπάνιο!) χωρίς να φαίνεται σαν αδέξια ..ελληνοποίηση. Ιδού ένα τέτοιο κατασκεύασμα, πάνω στο Hallelujah του Cohen.

παραμύθι

Λοιπόν, η νύχτα είναι μπροστά
κι η ιστορία ξεκινά
με μουσική που μίσησες αφότου..
Την κόρη τη μονάκριβη
του πήρε γιε μου ένα πρωί
μα ο βασιλιάς υμνεί τον κύριό του

«Εσύ χαρίζεις την πνοή,
εσύ θερίζεις τη ζωή
Ποιος τις βουλές σου τόλμησε να κρίνει;
Εσύ με φτιάχνεις βασιλιά,
εσύ μου σφίγγεις τη θηλιά
Την πίστη μου ποιος πόνος θα μικρύνει;»

Όμως στο στήθος του βαθιά
οι νότες γίνονται φωτιά
-η τρέλλα αιχμαλωτίζει το μυαλό του
Φουντώνει μέσα του η κραυγή
κι αυτός την κάνει μουσική
ουρλιάζοντας στον άκαρδο θεό του

«Ω, συ, απάνθρωπε ληστή
που μου την έκανες θνητή
Το δώρο σου γιατί της πήρες πίσω;
Έλα λοιπόν ψεύτη-φονιά,
πάρε κι εμένα αν σου βαστά
Το δώρο σου δεν θέλω να κρατήσω»

Κι ο βασιλιάς μας εκειδά
πρώτη και τελευταία φορά
βλασφήμησε στην άσπιλη ζωή του
Πέφτει, σωριάζεται στη γη
μ’ αφήνει πίσω του ακριβή
κληρονομιά τη θεία μουσική του

( Γέρο, η νύχτα ξεψυχά
Ο γιος κοιμάται τώρα πια
Το παραμύθι καίει τα όνειρά του
Με το σπαθί, με τη γροθιά
χτυπάει το δράκο στην καρδιά
και σκίζονται τα πέπλα του θανάτου. )

summertime jean blues

Posted in ρίμες with tags on 9 Ιουνίου, 2008 by trelos

Γιορτή του θέρους στον παράδεισον εκείνο
Πού πας Κυρά -με το μακό και το μπλου-τζιν σου
Φωτιά που καίει ο πυρετός μου -απομακρύνσου
Μα εγώ ζητούσα να καώ -στάχτη να γίνω

Ίχνη στην άμμο και κιθάρες πλάι στο κύμα
Πέφτει ο ήλιος και βαθαίνουνε οι ίσκιοι
Δεν είμαι γόης, ούτε θα τον παραστήσω

Κάποιοι ζητούν φλαμένκο κι άλλοι ροκ μπαλλάντες
Μα εγώ που πάντοτε αγαπούσα τον Θερβάντες
Σκύβω στ’ αυτί σου και ρωτώ σαν λόγου σχήμα

Αν το μπλουζάκι σου μπορώ να τραγουδήσω
Κι αν με κερνάς κάτι να πιω, δεν θέλω ουίσκυ
Γιατί με gin γουστάρω απόψε να μεθύσω

Πυρά της νιότης, σε ποιο στίχο να χωρέσεις;
Ρούχα δεν έχεις πια, τα σκόρπισε η ορμή σου
Κι όπως δεν βρίσκω να σκεπάσω το κορμί σου
Τούτο το μπλουζ θα σου χαρίσω να φορέσεις

Θαλασσάκι, για ακόμα μία, σου οφείλω την έμπνευση

ιδού και ένα διαφορετικό …σπαγγέτι μπλουζ

Oscar Benton, Bensonhurst blues

με τον τρόπο του Μ.Ε.

Posted in ρίμες, οι μεγάλοι μου δάσκαλοί on 19 Απρίλιος, 2008 by trelos


Για ποιους ανθρώπους τραγουδάς, θα με ρωτάνε
κι εμένα ο νους μου ένα κουβάρι απ’ το πιοτό
Πρόσωπα γύρω φιλικά θα με χτυπάνε
στην πλάτη κι άλλοι μ’ αγωνία θα με κοιτάνε
να ψάχνω κάπου μια γωνία για να κρυφτώ
μα δεν θα βλέπουν καθαρά τι μου ζητάνε

Για τους ανθρώπους που κοιμούνται αυτό το βράδυ
Για όλους εκείνους που μαζί μου ξενυχτούν
Γι αυτούς που κύλησε η ζωή τους δίχως χάδι
Που -γέροι πια- φοβούνται ακόμα το σκοτάδι
Γι αυτούς που δαίμονες βαθιά τους αλυχτούν
γιατί έχουν πάνω τους της νύχτας το σημάδι

Γι αυτούς που κρύβονται, που ζουν κουλουριασμένοι
Γι αυτούς τους λίγους πού ‘χω λόγο να κερνώ
Για τους πολλούς που ‘ναι ουρανοί συννεφιασμένοι
Γι αυτούς που ξάφνου βλέπουν δεν τους απομένει
λόγος να υπάρξουν και βουτάνε στο κενό
Γι αυτούς που κλάψαν από αγάπη προδομένοι

Γι αυτούς που ζούνε σιγανά μα όλο φωνάζουν
Γι αυτούς που σκύβουν, που τα λόγια τους μασούν
Για τις γυναίκες και τους άντρες που στενάζουν
Π’ όλο ζητούν τη διαφυγή κι όλο διστάζουν
στο ίδιο κρεβάτι είκοσι χρόνια που μισούν
για να ‘χουν λόγο κι αφορμή ν’ αναστενάζουν

το χτες το αυριανό

Posted in ρίμες on 13 Απρίλιος, 2008 by trelos

Στο θαλασσάκι (από εκεί και η φωτο)

Στα σιωπηλά, στα σκοτεινά, στα μάτια τα κλαμένα…
Στη νύχτα αυτή που στοίχειωσε και τρέμει την αυγή…
Κι είναι τα λόγια κάρβουνα, στο στήθος μου αναμμένα.
Κι ειν’ η ερώτηση που καίει μα δεν τολμάει να βγει.

Πες μου, θα γύρευες ποτέ το δάκρυ της Σελήνης;
Θα ‘πιανες κόψη ξυραφιού και σίδερο καυτό-
θ’ άντεχες την αγάπη σου στο αίμα να ξεπλύνεις
ή να κοπείς με ένα γυαλί-τραγούδι σαν κι αυτό;

Ποιο φίλτρο, ποιο ναρκωτικό θα επινες για μένα
για του έρωτα έν’ αφόρετο πουκάμισο αδειανό
Με ποιο φιλί θα σκόρπιζες τα χρόνια τα χαμένα
για το κλεμμένο σήμερα, το χτες το αυριανό;

μάθε το κόλπο

Posted in ρίμες on 12 Απρίλιος, 2008 by trelos

Πόσες και πόσες άδειες νύχτες σε γυρεύω
μέσα στης τράπουλας με ζήλο τα χαρτιά
Μα δε μου βγαίνουν κι όσο κι αν τα μαγειρεύω
κρατούν κρυμμένη τη θλιμμένη σου ομορφιά

Κλείνω τα μάτια και νομίζω πως σε πιάνω
Γλιστράς, ξεφεύγεις και μου κρύβεσαι ξανά
Πετώ την τράπουλα και κάθομαι στο πιάνο
να πω στο φάντασμα σου που με τυραννά

Αν είσαι επτά σπαθί θα σ’ αρνηθώ με λύπη
Αν είσαι οκτώ κάρο μη με παρεξηγείς
Μ’ αν τύχει κι είσαι η ντάμα κούπα που μου λείπει
μάθε το κόλπο απ’ το μανίκι να μου βγεις.