Archive for the οι μεγάλοι μου δάσκαλοί Category

ο τρελός, τα στερεότυπα και η επίδραση ενός ποιήματος

Posted in και όμως κινείται, οι μεγάλοι μου δάσκαλοί with tags , , on 9 Ιουλίου, 2010 by trelos

Έχω ένα χοντρό κόλλημα -οι φίλοι μου το ξέρουν- με τα στερεότυπα. Αυτός ήταν ίσως ο κυριότερος από τους λόγους που με τράβηξαν εδώ, στο ιστο-σύμπαν. Το υπαινίχθηκα σε μια από τις πρώτες αναρτήσεις που έκανα. Στη συνέχεια είπα ν’ ασχοληθώ περισσότερο ανοίγοντας την κατηγορία «και όμως κινείται«. Έχετε δει το «the wall», εκεί που ο κατ’ ευφημισμόν ήρωας χτυπιέται πάνω στα ντουβάρια; Ε, κάπως έτσι νιώθω όποτε αποφασίζω ν’ ασχοληθώ με την πικρή αυτή ιστορία. Γι αυτό λέω σήμερα να το πιάσω λίγο πιο χαλαρά. Αφήνω το σφιχτοκώλιασμα γι’ αργότερα.

Εξ αρχής με διασκέδαζε η δυσκολία των φίλων μου συνιστολόγων να με προσφωνήσουν «τρελό» και η συνακόλουθη αμηχανία τους. (Ένας λόγος που αποφάσισα τελικά υπέρ του ενός λ ήταν κι αυτός: για να …γλυκάνει λίγο η λέξη.) Βλέπετε, το σκάκι έχει πάψει από καιρό να αποτελεί λαϊκό παιχνίδι (αν υποθέσουμε ότι υπήρξε τέτοιο ποτέ) και ελάχιστοι είναι αυτοί που ξέρουν ότι στον αλλόκοτο θίασο της σκακιέρας, ο αξιωματικός (το γραφικό που συνοδεύει τα σχόλιά μου) ονομάζεται και τρελ(λ)ός, από το γαλλικό fou, το οποίο -όπως η ελληνική λέξη- μπορεί να έχει και θετική χροιά (ουσ. folie).

Καταλαβαίνετε, βέβαια, ότι η επιλογή δεν οφείλεται αποκλειστικά στην αγάπη μου γι’ αυτό το αρχαίο περσικό παιχνίδι. Κάποιο ιδιαίτερο σημαινόμενο κρύβεται από πίσω. Ένα σημαινόμενο γεμάτο ποίηση που οφείλω (οφείλουμε) στο Μανώλη Αναγνωστάκη. Αναφέρομαι, φυσικά, στο υπέροχο «σκάκι» του, το ποίημα που έγινε ευρύτερα γνωστό χάρη στην εξαιρετική μελοποίηση του Δημήτρη Παπαδημητρίου. Αν υπάρχει κάποιος τυχερός που δεν το έχει ακούσει (η πρώτη επαφή με ένα αριστούργημα είναι ανεπανάληπτη, όχι; ) πηγαίνει κάτω-κάτω, κάνει κλικ στο σχετικό σύνδεσμο και καταλαβαίνει τι εννοώ.

Ένα ποίημα συνιστά ιδεολόγημα όσο κι ένα δοκίμιο. (Στην πραγματικότητα, ένα ποίημα είναι συνήθως κάτι παραπάνω από μια ιδεολογική πρόταση. Είναι μια περιπέτεια ιδεών, με την έννοια ότι εκεί όπου ο δοκιμιογράφος έχει μια ξεκάθαρη άποψη την οποία καλείται να αναπτύξει, ο ποιητής έχει την άκρη ενός μίτου.) Η βασική διαφορά του ποιήματος, αυτή που αποτελεί και το μεγάλο του πλεονέκτημα, έγκειται στην αφαίρεση: ολόκληρο το δοκίμιο σε δέκα λέξεις, σε πέντε, σε μία, τόσο που να μπορεί κάποτε να χωρέσει ένα πλήθος από δοκίμια σε ένα και μόνο ποίημα.

Τι κρύβει το «σκάκι» του Αναγνωστάκη είναι νομίζω φανερό. Εκείνο που δεν είναι, ίσως, τόσο φανερό είναι τι κρύβει ο «τρελός» του. Αυτός «που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει» (διότι αυτή είναι πράγματι η μεγάλη ιδιαιτερότητα-αδυναμία του συγκεκριμένου πεσσού: αν πατάει σε λευκό τετράγωνο δεν μπορεί ποτέ να βρεθεί σε μαύρο και αντιστρόφως.) Μια τέτοια εμμονή θα μπορούσε να σημαίνει φανατισμό, μονολιθικότητα (και έχει ενδιαφέρον να αναφέρουμε ότι οι άγγλοι ονομάζουν τον αξιωματικό..»bishop».) Όμως, τρελό δεν χαρακτηρίζουμε μόνο τον επικίνδυνο για τους άλλους, τον παράφρονα, αλλά και τον επικίνδυνο για τον εαυτό του, τον ασυμβίβαστο. Αυτόν που αρνείται να πατήσει στο άλλο χρώμα, αρνείται να «αγιάσει τα μέσα» κι ας περιορίζεται έτσι η ικανότητά του για ελιγμούς. (Ενδιαφέρον σημειολογικά παιχνίδι το σκάκι, μη μου πείτε; )

Ωραία, θα πείτε, τι μας λέει εδώ ο τρελός; Ότι αυτός είναι ο ασυμβίβαστος, ο άσπιλος, ο ψηλά-το-κεφάλι, γεια σου ρε μεγάλε! Όμως δεν είναι αυτό το πνεύμα του ποιητή και, οπωσδήποτε, ούτε στις δικές μου προθέσεις οι χαρακτηρισμοί ηθικού μεγαλείου. Ο ασυμβίβαστος, μπορεί να είναι άξιος σεβασμού για την ακεραιότητά του, είναι ωστόσο συχνά (εξίσου συχνά με τον καιροσκόπο) ένας άνθρωπος πλανημένος. Το σύστημα (η εξουσία, το κατεστημένο) έχει το δικό του τρόπο να ελέγχει τους ασυμβίβαστους. Τους καιροσκόπους απλά τους διαφθείρει, τους ασυμβίβαστους τους χειραγωγεί μέσα από τα στερεότυπα. Ο «τρελός» του ποιητή είναι αυτός που – ασυλλόγιστα- επιτίθεται στις «στέρεες παρατάξεις», φιγούρα δονκιχωτική που δύσκολα χειραγωγείται. Το λάθος χρώμα δεν του το απαγορεύει η ηθική αλλά η λογική του. Για τον ίδιο λόγο δεν ακολουθεί τους κανόνες των υπολοίπων, με την ίδια του την ύπαρξη τους αμφισβητεί και γι’ αυτό τους αναστατώνει.

Ο τρελός του ποιητή (και ο δικός μου) είναι αυτός που επιτίθεται στα στερεότυπα.

Δ.Παπαδημητρίου-Μ.Αναγνωστάκης, Το Σκάκι

με τον τρόπο του Μ.Ε.

Posted in ρίμες, οι μεγάλοι μου δάσκαλοί on 19 Απρίλιος, 2008 by trelos


Για ποιους ανθρώπους τραγουδάς, θα με ρωτάνε
κι εμένα ο νους μου ένα κουβάρι απ’ το πιοτό
Πρόσωπα γύρω φιλικά θα με χτυπάνε
στην πλάτη κι άλλοι μ’ αγωνία θα με κοιτάνε
να ψάχνω κάπου μια γωνία για να κρυφτώ
μα δεν θα βλέπουν καθαρά τι μου ζητάνε

Για τους ανθρώπους που κοιμούνται αυτό το βράδυ
Για όλους εκείνους που μαζί μου ξενυχτούν
Γι αυτούς που κύλησε η ζωή τους δίχως χάδι
Που -γέροι πια- φοβούνται ακόμα το σκοτάδι
Γι αυτούς που δαίμονες βαθιά τους αλυχτούν
γιατί έχουν πάνω τους της νύχτας το σημάδι

Γι αυτούς που κρύβονται, που ζουν κουλουριασμένοι
Γι αυτούς τους λίγους πού ‘χω λόγο να κερνώ
Για τους πολλούς που ‘ναι ουρανοί συννεφιασμένοι
Γι αυτούς που ξάφνου βλέπουν δεν τους απομένει
λόγος να υπάρξουν και βουτάνε στο κενό
Γι αυτούς που κλάψαν από αγάπη προδομένοι

Γι αυτούς που ζούνε σιγανά μα όλο φωνάζουν
Γι αυτούς που σκύβουν, που τα λόγια τους μασούν
Για τις γυναίκες και τους άντρες που στενάζουν
Π’ όλο ζητούν τη διαφυγή κι όλο διστάζουν
στο ίδιο κρεβάτι είκοσι χρόνια που μισούν
για να ‘χουν λόγο κι αφορμή ν’ αναστενάζουν

Οδυσσέας Ελύτης: ο αναρχικός γεωμέτρης της αθωότητας

Posted in οι μεγάλοι μου δάσκαλοί with tags on 18 Μαρτίου, 2008 by trelos

odysseas-elytis.jpg






Γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911 και έσβησε σαν σήμερα, στις 18 Μαρτίου του 1996. Τα αποσπάσματα που ακολουθούν είναι από συνομιλία του ποιητή με τον Δημήτρη Άναλι, η οποία δημοσιεύτηκε στα γαλλικά, στο περιοδικό «Reperes» της Λωζάννης, και αναδημοσιεύτηκε στα ελληνικά στο τεύχος αρ.27 της «λέξης», το Σεπτέμβριο του 1983.


Για την ποιητική λειτουργία, τους σκοπούς και τις μεθόδους της

Νευρασθενής ο ίδιος στα είκοσί μου χρόνια, δεν εννοούσα να βλέπω την ποίηση σαν καταφύγιο νευρασθενών. Ήξερα ότι η ομοιοπαθητική μέθοδος είχε μεγάλη ισχύ. Ότι αρκούσε να πω ευθέως τον πόνο μου για νά ‘χω τη γενική επιδοκιμασία. Όμως ένιωθα ότι μ’ αυτόν τον τρόπο, αλήθεια, προδίδω και το όραμα που είχα προφτάσει να εγγράψω στα παιδικά μου χρόνια, χάρη στην ελληνική φύση και το ήθος της ελληνικής γλώσσας, όπως το έβλεπα ν’ αναδίνεται από τα κείμενα των προγόνων μου -και τη δύναμη της φαντασίας όπως μου την είχε μεταδώσει μια σειρά ρηξικέλευθων πνευμάτων, από τον William Blake έως τον Andre Breton. Ένιωθα τέλος να προδίδω -και αυτό είναι το πιο σημαντικό- τη δυνατότητα που είχε δοθεί στον άνθρωπο ν’ αποκαθιστά στην ατομική κλίμακα την υπέρβαση που άλλοτε μόνον στην ομαδική κλίμακα μπορούσαν να του προσφέρουν οι θρησκείες.

Για την προνομιακή μεγαλοαστική του καταγωγή

Θα ήταν ανόητο να μην παραδεχθώ την προνομιακή θέση που μου έδωσε από πολλές απόψεις το γεγονός ότι ανήκα σε μια μεγαλοαστική οικογένεια. Πρόκειται όμως για ένα γεγονός εν πολλοίς απατηλό. Στην πραγματικότητα, η παιδική μου ηλικία διαμορφώθηκε μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα καταθληπτική. Εάν εξαιρέσω μερικά φωτεινά διαλείμματα – που γι’ αυτά θα σας μιλήσω παρακάτω – δεν θυμάμαι παρά πένθη της οικογένειας, μαυροντυμένους συγγενείς, επαναστάσεις, βομβαρδισμούς από στόλους ξένων δυνάμεων, διωγμούς του πατέρα μου που ήταν αντίθετος με το Παλάτι. Βλέπετε την εποχή εκείνη οι αστοί -πρέπει να το παραδεχτούμε- ακολουθούσαν μια πολιτεία που δικαίωνε την ύπαρξή τους. Στις μέρες μας είναι που αποξενώθηκαν απ’ ο,τιδήποτε δεν είναι κέρδος υλικό κι έχουν, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, υπογράψει την καταδίκη τους. Στα δεκαοχτώ μου χρόνια λοιπόν, εάν εκφραζόμουν αυτοβιογραφικά, μπορείτε να φανταστείτε τι μαύρα ποιήματα θα είχα γράψει. Ο νους μου όμως εμένα ήταν αλλού…Καλώς ή κακώς υπήρχε σχηματισμένος μέσα μου ένας μύθος πέραν του πιθανού ή του απίθανου, που έπρεπε, με κάθε ποίημα -όπως ένα κτίριο με κάθε πέτρα- να λαμβάνει υπόσταση, να υλοποιείται και συνάμα ν’ αποσπάται από μένα, θέλω να πω από την προσωπική μου περίπτωση. Να γιατί δεν έγραφα στο Λονδίνο για ομίχλες και στο Παρίσι για μετρό, αλλά…έβαζα τα θεμέλια του «Άξιον Εστί» και αργότερα ολοκλήρωνα έργα όπως το «Φωτόδεντρο» ή το «Μονόγραμμα». Με γνώμονα πάντοτε την καθαρότητα.

Για τα ελληνικά νησιά

Αυτό που έβλεπα δεν ήταν με κανένα τρόπο απλώς «τοπίο». Ήταν ένα αλφάβητο από φυσικά στοιχεία που αργότερα θα ζητούσα να βρω την ηθική τους αντιστοιχία στο πνεύμα. Και όχι μόνον, αλλά με τη βοήθειά τους να σχηματίσω συλλαβές, λέξεις, φράσεις, στίχους, έτσι που η μεταμόρφωση του ψυχικού ν’ αποδίδει τη μεταμόρφωση του φυσικού κόσμου που ίσια-ίσια παρακολουθούσα…Να ποια ήταν η αρχή: μια μοναδικότητα και αυτή πάνω στο διαρκές της γίγνεσθαι.

Τι εννοεί με τον όρο γεωμέτρηση στην ποίηση

Με τον όρο «γεωμετρία» δεν αναφέρομαι στη μορφή, πόσο μάλλον στη στιχουργία. Ο τρόπος που αντιλαμβάνεσαι και χειρίζεσαι τα υλικά σου, η λειτουργία σου η ψυχική, ένα είδος αιθρίας των νοημάτων και των εικόνων -όπως ακριβώς στη ζωγραφική- αυτό είναι που με ενδιαφέρει.

Για την ελληνική γλώσσα

Κάθε ποιητής πραγματώνεται μέσα από τη γλώσσα του. Και ακόμα πιο βαθιά: μεσ’ από το δεύτερο και το τρίτο στρώμα της γλώσσας του. Στο κεφάλαιο αυτό, είναι η αλήθεια, ο Έλληνας -ο σε όλα του άτυχος- βγαίνει τυχερός. Καμιά γλώσσα δεν διαθέτει μια τέτοιαν απέραντη προοπτική προς τα πίσω και -το κυριότερο- με αδιάπαστη συνέχεια. Δεν το λέω με υπερηφάνεια, το λέω με δέος, αφού οι ευθύνες του ποιητή σε μια τέτοια περίπτωση πολλαπλασιάζονται…Βλέπετε όμως, συμβαίνει να είμαστε μια χώρα μικρή. Και το γεγονός ότι η γεωγραφική πραγματικότητα δεν συμπίπτει με την ιστορική, προξενεί άγχος. Πολλοί δραματοποιούν αυτή τη διάσταση και, από την άποψή τους έχουνε δίκιο. Η δική μου στηρίζεται αλλού. Ίσως επειδή μ’ ενδιαφέρει μόνον το θεωρητικά δίκαιο. Και δεν είναι θεωρητικά δίκαιο τα μεγέθη, εδαφικά ή πληθυσμιακά -μεγέθη που αποτελούν σκέτες ποσότητες- να κάνουν την ευτυχία των λαών. Μπορεί να υπερτερούν στην εκάστοτε παρούσα στιγμή και στο πεδίο της ισχύος, αλλά στο πεδίο το ηθικό η ποιότητα που είναι στο χέρι του κάθε ατόμο, ακόμη και του πλέον αδύνατου, είναι η μόνη που αντέχει και επιβιοί. Αυτό μ’ ενδιαφέρει. Και σας το λέω, πιστέψτε με, όχι καθόλου σαν ιδεολόγος χιμαιρικός αλλά σαν πρακτικός άνθρωπος. Επειδή ο ποιητής, πιστεύω είναι στο βάθος πιο ρεαλιστής απ’ όλους αυτούς που τον φαντάζονται στα σύννεφα. Μόνο που ξέρει ότι και τα σύννεφα κι αυτά είναι μια πραγματικότητα, για τους άλλους εσσαεί απλησίαστη.

Για την εισαγωγή λέξεων από άλλες γλώσσες στο «φωτόδεντρο»

Την Ελλάδα δεν την είδα ποτέ σαν ένας εθνικιστής, αλλά σαν πηγή της γλώσσας που χειρίζομαι από το ένα μέρος και από το άλλο σαν παρακαταθήκη μοναδικών εμπειριών σε πλήρη συστοιχία με τα όνειρά μου. Στα δύο τελευταία μου βιβλία, μετατοπίζομαι από τη φύση στην πολιτεία και μάλιστα στη σύγχρονη «κοσμοπολίτικη πολιτεία». Μια τέτοια κίνηση, φυσικό ήτανε να μου επιβάλλει έναν αριθμό λέξεων που ή δεν έχουν το αντίστοιχό τους στα ελληνικά ή και που αν το έχουν, δεν κατορθώνουν να δώσουν την αίσθηση που επιδιώκω. Είμαι λάτρης της ελληνικής αλλά διόλου καθαρολόγος. Ξέρω ότι είναι μια γλώσσα διαποτισμένη από τις ρίζες ξένων γλωσών σε όσο βαθμό και οι άλλες γλώσσες είναι διαποτισμένες από ρίζες ελληνικές. «Τρώγε την πρόοδο με τα φλούδια και με τα κουκούτσια της», που έλεγα στη «Μαρία Νεφέλη» .

Για τη μερίδα της κριτικής που του καταλογίζει απόσταση από την πραγματικότητα

Ο ποιητής δεχόμαστε ότι εκφράζει τη γύρω του πραγματικότητα. Στα έργα του, που αποτελούν ένα είδος εσωτερικού ημερολογίου, καταγράφει τις ψυχικές του αντιδράσεις που, βέβαια, είναι οδυνηρές, αφού ζητούν ν’ αποδώσουν τη δυσαρμονία του με το φυσικό και κοινωνικό του περιβάλλον. Στον βαθμό μάλιστα που η θλίψη του ή η διαμαρτυρία του είναι οξύτερες, αξιολογείται και η ποιότητα της ευαισθησίας του. Οπόταν εγώ, με τέτοια κριτήρια, ευρέθηκα να είμαι τέρας αναισθησίας, άμοιρος των δεινών που μαστίζουν την ανθρωπότητα, με άλλα λόγια ένας απερίσκεπτος έφηβος που τα βρίσκει όλα ωραία και τα εξυμνεί. Ενώ εγώ ήμουν, απλά και μόνον, ένας χημικός που έβαζε λίγο βόρειον άνεμο, λίγο λουλακί θαλάσσης, λίγο δέρμα νέας κοπέλας, λίγη κατάνυξη αγιότητας, για να βγάλει το αποτέλεσμα που η ζωή του στερούσε…Σημειωτέον ότι τα «υλικά» που είχα βαλθεί να επικαλούμαι δεν ήταν διόλου φανταστικά πράγματα. Υπήρχαν δοσμένα από την ίδια τη ζωή -πλην καταδικασμένα σε αδράνεια από τους ίδιους τους ανθρώπους, από την άγνοια και τις προκαταλήψεις αιώνων. Προς μια τέτοια κατεύθυνση γύρευα νά ‘μαι, πραγματικά, ένας επαναστάτης και όχι καθόλου προς την κατεύθυνση των πολιτικών προγραμμάτων που αργά ή γρήγορα καταλήγουν στη συμβατικότητα….Εξάλλου, από τους Αιολείς προγόνους της ιδιαίτερης πατρίδας μου, της Λέσβου, έχω κρατήσει τη φυσιοκρατική αντίληψη των πραγμάτων, όσο είναι αυτή δυνατή στις ημέρες μας. Έπλασα έναν μύθο με άξονα το φως και τον έρωτα έως θανάτου. Πρόκειται για μιαν εμπειρία που με το να διαψεύδεται από τη ζωή δεν σημαίνει ότι είναι λιγότερο πραγματική…Πρέπει να το καταλάβουμε ότι ο ποιητής ποιεί . Εάν θέλει να βγάζει από το μαύρο, μαύρο -λογαριασμός δικός του. Αναλαμβάνει το βάρος της ευθύνης που αναλογεί στην ψυχή του. Εμένα, όπως σας είπα και στην αρχή, μου αναλογεί το λευκό . Και σας εξομολογούμαι πως η κατεργασία του λευκού μέρους της ψυχής είναι πιο σκληρή κι από του μαρμάρου.

Πού τάσσεται πολιτικά

Έχω..από λίαν ενωρίς ταχθεί με το μέρος της αθωότητας και ισχυρίζομαι ότι έφτασε ο καιρός να σημειωθεί μια κινητοποίηση των επαναστατικών της δυνάμεων που είναι, πιστεύω, εαν όχι περισσότερο, τουλάχιστον εξίσου ισχυρές με τις δυνάμεις του «πονηρού». Υπολανθάνει επί γης ένας παράδεισος που έχει κι αυτός τα δικαιώματά του.Προσπαθώ να τραβήξω το παραπέτασμα, να δω πέραν του απαγορευμένου. Ότι δεν μιλώ τη γλώσσα του Ιησού ή του Μαρξ, δεν σημαίνει πως έχω λιγότερους λόγους ν’ αντιστρατεύομαι την υπάρχουσα τάξη του κόσμου…Υπάρχει μια μεταφυσική των αισθήσεων που με τραβά και που μοιάζει παράλογη μέσα σ’ αυτή την εποχή των μονομερών δογματισμών. Παρ’ όλ’ αυτά, τη διαγνώσανε κάποτε οι Ίωνες και, πριν απ’ αυτούς, έφτασαν ως και να την αγγίξουν οι Κρήτες της Μινωικής εποχής και, μετά απ’ αυτούς, οι Ετρούσκοι. Κάθε τους μύνημα, βαρύ από ύλη, έφτασε και με την εγγραφή του «θείου» επάνω του -κι ας μη μας τρομάζει η λέξη. Λοιπόν στα μέτρα μου, τα πολύ μικρά ομολογώ (κι όχι από ταπεινοφροσύνη, απλώς από συνείδηση της αδυναμίας μου σαν μονάδας, σαν ατόμου) προς τα εκεί τείνω καταμόναχος. Όταν γράφω και γράφω πολύ αργά, πολύ αποσπασματικά και ανορθόδοξα- επιδιώκω να βλέπω καθαρά, όσο είναι δυνατόν, το φυσικό σαν μη-φυσικό και το μη-φυσικό σαν φυσικό, έτσι που το αποτέλεσμα νά ‘ναι μια φωτοκόπια της ψυχοσωματικής μου προβολής εν αδήλω τόπω και χρόνω. Βέβαια, εκείνοι που μου προσάπτουν ότι δεν ανήκω σε καμιά πολιτική παράταξη, όταν τ’ ακούνε αυτά πιστεύουν ότι αεροβατώ. Δεν αεροβατώ. Μιλώ τη γλώσσα της τέχνης μου. Και δεν υπάρχει κόμμα πολιτικό που να την καταλαβαίνει, πόσο μάλλον να την εκπροσωπεί. Χώρια που δεν πιστεύω στα κόμματα και αποβλέπω σε μιαν οργάνωση της κοινωνίας τέτοια που να μην εξαρτάται από τα κόμματα. Μα -θα μου πείτε- είσαστε αναρχικός; Ναι γιατί όχι; Μπορεί να μην ρίχνω βόμβες ούτε να κάνω παθητική αντίσταση. Αλλά ορθώνομαι αντιμέτωπος προς όλες τις Εξουσίες όταν διακηρύσσω τα δικαιώματα του ανθρώπου στην ευτυχία του -μια ευτυχία που δεν χωράει στα καλούπια ούτε του Καπιταλισμού ούτε του Μαρξισμού. Πάνω σ’ αυτήν την «αφέλεια» επιτρέψτε μου να σας θυμίσω μια φράση ενός κατ’ εξοχήν ανθρώπου της δράσης, του Ναπολέοντα, όπως βρήκα να την αναφέρει ο Albert Camus: «Εκείνο που μου αρέσει σ’ αυτόν τον κόσμο, είναι η πλήρης ανικανότητα της δύναμης να στεριώσει κάτι γερό. Δύο είναι οι δυνάμεις σ’ αυτόν τον κόσμο: το ξίφος και το πνεύμα. Ε, λοιπόν, ανέκαθεν το ξίφος, σε τελική κατάληξη, νικήθηκε από το πνεύμα».

στο φτερό του καρχαρία

Posted in εκμυστηρεύσεις, οι μεγάλοι μου δάσκαλοί with tags , , on 15 Μαρτίου, 2008 by trelos
skipper-straad.jpg

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα

Υπάρχουν άνθρωποι που περνάνε απ’ τη ζωή σου αφήνοντας ένα διακριτικό άρωμα

και άνθρωποι που περνούν σαν οδοστρωτήρες, σαν ανεμοστρόβιλοι κι η ζωή σου ποτέ πια δεν είναι ίδια.

Τέτοιοι υπήρξαν για μένα δύο, στα δεκαπέντε μου, ο Ελύτης κι ο Καββαδίας. Αργότερα ήρθαν βέβαια κι άλλοι πολλοί, ο Σεφέρης, ο Ρίτσος, ο Λειβαδίτης, ο Λόρκα.. Όμως εκείνοι οι δύο πρώτοι εφηβικοί έρωτες υπήρξαν οι οδηγοί μου και δάσκαλοι στη μεγάλη περιπέτεια της ποίησης. Αφήνω, προσωρινά, τον Ελύτη -σε τρεις μέρες συμπληρώνονται δώδεκα χρόνια απ’ το θάνατό του, ένας λόγος παραπάνω για να επανέλθω.

Έχω εδώ και αρκετό καιρό μια εγγραφή για τον Καββαδία στο μυαλό μου, από τότε που ο φίλος Ιάκωβος με ρώτησε γιατί ομοιοκαταληξία;

Λοιπόν, υπάρχουν δύο ειδών ρίμες, εκείνες που φτιάχνονται κατά παραγγελία επί συγκεκριμένου θέματος, όπως στους στίχους των περισσότερων τραγουδιών -και εκείνες που δίδαξαν ο Πόε, ο Μπωντλαίρ και οι άλλοι συμβολιστές του προπερασμένου αιώνα: εκείνες που χρησιμοποιούν τη μορφή σαν όχημα αναζήτησης κόσμων κρυμμένων πίσω από τις λέξεις. Η ροή του λόγου και το ειδικό βάρος κάποιων λέξεων πάνε μπροστά, όλα τα άλλα ακολουθούν. Η χωροχρονική συνέχεια και συνέπεια των γεγονότων είναι αδιάφορη και -από την άποψη αυτή- η συχνά βασανιστική τεχνική τους βρίσκεται στον αντίποδα αλλά στοχεύει στο ίδιο αποτέλεσμα με την αυτόματη γραφή των σουρεαλιστών: να ανασύρει ασυνείδητες ιδέες και εικόνες, κάποιες φορές εντελώς άσχετες προς τις αρχικές προθέσεις του δημιουργού.

Ο Καββαδίας απογείωσε αυτή την τεχνική. Ξεκίνησε με την πρώτη του συλλογή -τα Μαραμπού– να θυμίζει έντονα τα fleurs du malτου Μπωντλαίρ (δραματικές περιγραφές, επιτηδευμένος λόγος), για να εκτοξευτεί στη συνέχεια με το Πούσι και το Τραβέρσο σε επίπεδα αφαίρεσης απρόσιτα για ελάσσονες ποιητές.

Δεν θα θεωρητικολογήσω άλλο. Παραθέτω ένα (μοναδικό απ’ όσο ξέρω) παράδειγμα ενός δραματικού γεγονότος (της αυτοκτονίας του Εγγλέζου θερμαστή William George Allum για χάρη μιας γυναίκας) δοσμένου σε δύο διαφορετικά ποιήματα.
Στο πρώτο, ο πρώιμος συμβολιστής των Μαραμπού, δίνοντας έμφαση στην περιγραφή του δράματος, θυμίζει περισσότερο στιχοπλόκο.

Εγνώρισα κάποια φορά σ’ ένα καράβι ξένο
έναν πολύ παράξενο Εγγλέζο θερμαστή,
όπου δε μίλαγε ποτέ κι ούτε ποτέ ειχε φίλους
και μόνο πάντα εκάπνιζε μια πίπα σκαλιστή.

Όλοι έλεγαν μια θλιβερή πως είχεν ιστορία
κι όσοι είχανε στο στόκολο με δαύτον εργαστεί
έλεγαν ότι κάποτες, απ’ το λαιμό ως τα νύχια,
είχε σε κάποιο μακρινό τόπο στιγματιστεί.

Είχε στα μπράτσα του σταυρούς, σπαθιά ζωγραφισμένα,
μια μπαλαρίνα στην κοιλιά που εχόρευε γυμνή
κι απά στο μέρος της καρδιάς στιγματισμένην είχε
με στίγματα ανεξάλειπτα μιαν άγρια καλλονή…

Κι έλεγαν ότι τη γυναίκα αυτήν είχε αγαπήσει
μ’ άγριαν αγάπη, ακράτητη, βαθιά κι αληθινή
κι αυτή πως τον απάτησε με κάποιο ναύτη Αράπη
γιατί ήτανε μια αναίσθητη γυναίκα και κοινή

Τότε προσπάθησεν αυτός να διώξει από το νου του
την ξωτική που αγάπησε, τόσο βαθιά, ομορφιά
κι από κοντά του εξάλειψεν ό,τι δικό της είχε,
έμεινεν όμως στης καρδιάς τη θέση η ζωγραφιά.

Πολλές φορές στα σκοτεινά τον είδανε τα βράδια
με βότανα το στήθος του να τρίβει οι θερμαστές…
Του κάκου, γνώριζεν αυτός -καθώς το ξέρουμ’ όλοι-
ότι του Αννάμ τα στίγματα δεν βγαίνουνε ποτές…

Κάποια βραδιά ως περνούσαμε από το Bay of Bisky
μ’ ένα μικρό τον βρήκανε στα στήθια του σπαθί.
Ο πλοίαρχος είπε «θέλησε το στίγμα του να σβήσει»
και διάταξε στη θάλασσα την κρύα να κηδευτεί.

H ίδια ιστορία δίνεται με διαφορετικό τρόπο στο Πούσι. Τα γεγονότα παραλλάσσονται καθώς ανασύρονται, η ιστορία μπερδεύεται με τη φαντασία, ο χρόνος κατακερματισμένος σαν μέσα σε όνειρο. Σε κάθε ξεχωριστή λέξη ελλοχεύει το απροσδόκητο, πίσω της θαρρείς πως διαβάζεις παράλληλα ένα δεύτερο ποίημα.

Έβραζε το κύμα του γαρμπή
είμαστε σκυφτοί κι οι δυο στο χάρτη
γύρισες και μου ‘πες πως το Μάρτη
σ’ άλλους παραλλήλους θα ‘χεις μπει

Κούλικο στο στήθος σου τατού
που όσο κι αν το καις δε λέει να σβήσει
είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μια κρίση μαύρου πυρετού

Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό

Τʼ Άλφα του Κενταύρου μια νυχτιά
με το παλλινώριο πήρα κάτου
μου ‘πες με φωνή ετοιμοθανάτου
να φοβάσαι τ’ άστρα του Νοτιά

Άλλοτε απ’ τον ίδιον ουρανό
έπαιρνες τρεις μήνες στην αράδα
με του καπετάνιου τη μιγάδα
μάθημα πορείας νυχτερινό

Σ’ ένα μαγαζί του Nossi Be
πήρες το μαχαίρι δυο σελίνια
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
ξάστραψε σαν φάρου αναλαμπή

Κάτου στις αχτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι
τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι
και τ’ ωραίο γλυκό της Κυριακής.

Αυτό το δεύτερο το ακούσαμε μελοποιημένο από το Θάνο Μικρούτσικο με τη φωνή της Αιμιλίας Σαρρή. Το ξαναάκουσα πριν από ένα χρόνο από τη Ρίτα Αντωνοπούλου σε τηλεοπτική εκπομπή και ..έμεινα. Δεν ξέρω σε ποια μακρινά νεφελώματα είναι διακτινισμένη, σίγουρα πάντως πολύ μακριά από την παρέα που αφήνει τα πηρούνια και την παρακολουθεί κατάπληκτη γύρω της. Πολύ μεγάλη ερμηνεύτρια.

Και επειδή ένα δεν είναι ποτέ αρκετό
Νίκου Καββαδία, Καραντί, μουσική: Θάνος Μικρούτσικος, ερμηνεία: Ρίτα Αντωνοπούλου