Archive for the μονάχα ετούτο τον τρελό Category

τα κεραμύδια θα γίνουνε τσιμέντο, η αγάπη θα γίνει χρήμα

Posted in μονάχα ετούτο τον τρελό with tags , , on 24 Απρίλιος, 2008 by trelos

Και πάλι, μετά από ένα τέτοιο μεθύσι αδερφέ μου

στον ίδιο τούτο βράχο να ξημερώσουμε ακουμπισμένοι

με τις πλάτες γυμνές, μαυρισμένες, σαν κόρακες

βαθιά χωμένοι στα βελούδα ενός multiplex-dolby-surround

να με κοιτάς

και να σε κοιτώ

κι ύστερα πάλι να σταυρώνω τα χέρια μου

Γ.Μαρκόπουλος-Γ.Χρονάς, Το πέραμα

Από αύριο και για λίγες μέρες, οι καλημέρες μου θα είναι αιγαιοπελαγίτικες και.. νοερές. Καλή ανάσταση σε όλους.

Advertisements

φως

Posted in μονάχα ετούτο τον τρελό on 26 Φεβρουαρίου, 2008 by trelos

fws.jpg   

 κάθε που νυχτώνει ένα υποβρύχιο αλλάζει ρότα
έρχεται πάνω μας το ξέρεις αγάπη μου είναι η ώρα
τότε που οι γραμμές γίνονται πιο στρωτές κι οι ήχοι αμβλύνονται
και πελάγη απρόσιτα
φυλακίζουν τα «όχι» που μού ‘στελνες πάντα κουβέντες μισές

(μια τέτοιαν ώρα σε θυμάμαι στη βροχή
πίσω από την κουρτίνα του νερού σαν μέσα σε όνειρο
με γερακιού κραυγή να χαμηλώνεις και μ’ ορμή να υψώνεσαι
ματωμένη κρατώντας στα νύχια σου τη φωνή μου)

τούτη λοιπόν αλήθειες μου (ο χρόνος τρέχει)  είναι η ώρα
που τη σφύρα μου ρίχνω με δύναμη στου άκμονος τη σιγή
σαν τους ψαράδες π’ απλώνουνε δίχτυα στο σύθαμπο
ή σαν το γέρο που φύλαξε στο στρώμα του ένα πυρωμένο κάρβουνο
κι ονειρεύτηκε φως

Μ’ αγαπάς;

Posted in μονάχα ετούτο τον τρελό with tags , on 14 Φεβρουαρίου, 2008 by trelos

Κάθε νύχτα κατεβάζουν τα μάτια μου σκόνη. Διαβαίνουν αιώνες-οδοστρωτήρες, αλλάζουν τα σχήματα των καιρών. Μ’ αγαπάς;

Ήμουν ό,τι θα υπάρξω, με πήρες μαζί σου, δεν μου άξιζες, μ’ αγαπάς; Εγώ μοναχός, εγώ ο τρελός, ο από τους θεούς καταραμένος, εγώ, ο μόνος υπαίτιος. Την άβυσσο σ’ έντυσα και στο χαμό και στην ταπείνωση σ’ έσυρα, ξεγλιστρούσες, μια στιγμή δεν σε κράτησα, μ’ αγαπάς; Ανασαίνοντας φως, συλλαβίζοντας άστρα, γυναίκα σε πόθησα, σε πήρα, σε σμίλεψα, στου βράχου το χι και το όμικρον μέσα σε κλείδωσα. Φώναζες μη, αντιστέκοσουν κι ως το πρωί του κορμιού σου την έχθρα μου χάριζες που τη βάφτιζα έκσταση. Κι εγώ μαινόμενος, εγώ ανίκητος, εγώ σα σκλάβα σε ντρόπιαζα και σε τάφο βαθύ μες στην έρημο απάνω σου γκρέμισα τις πυραμίδες. M’ αγαπάς; Δυστυχισμένε. Που με καμάκι ορθό σα φτερό καρχαρία, γοργόνα σε μέρωσα. Και στου χρόνου τη φτέρνα, Αντιόπη ξανά, σε γονάτισα. Τη ράβδο και τον πέλεκυ επισείοντάς σου και τη βαλλίστρα. Να με γεννάς και να μου δίνεσαι. Με σφιγμένες γροθιές, εγώ, για ποιον σπέρνω, για ποιον θερίζω, για ποιον το αίμα μου στάζω στα μνήματα; Τους εφιάλτες μου θηρεύω, τους βαφτίζω τροφή που αποθέτω στα πόδια σου, μ’ αγαπάς; Ξιπασμένε. Μες στα μάτια σου αυτά τα πελώρια, τι κρατάς φυλαγμένο για την ύστατη ώρα μου; Πάντα εκεί, στου βωμού τη ματωμένη σιγή σε γυρόφερνα. Και την άκρια του φορέματός σου κρατώντας ψηλά, με το χρωστήρα του πόθου μου θεά σε ζωγράφισα. Κι ήρθαν όλα και χάθηκαν σε μια στιγμή, αιώνες σκοτεινοί, αιώνες δισύλλαβοι μες στην πυρά και μες στον όλεθρο, μ’ αγαπάς;

Και μια ηχώ, σαν πληγή αιωρούμενη, μ’ α_α_άς;

Μ’ α_α_άς;

Φορούσες την άβυσσο.

το xάπι

Posted in μονάχα ετούτο τον τρελό on 20 Ιανουαρίου, 2008 by trelos

xapi-o-clock.jpg 

Στις οκτώ θά ‘ναι ώρα για το χάπι
Ένα ανά οκτώ ώρες,
άλλοτε δύο μαζί.
Στο ταβάνι ανάσκελα πίσω κοιτάζοντας
το άδειο κρεββάτι,
με της νύχτας που θά ‘ρχεται το μπράτσο βαρύ
για προσκέφαλο
κι ένα τηλέφωνο σαν του αετού γαμψό,
ξύνοντας τις πληγές,
χτυπώντας
τις ερμητικά κλεισμένες πόρτες.
 Στις εννιά
– 21:00 –
το αγαπημένο σήριαλ, 
βαρετό σαν όλα τ’ άλλα κι εγώ
-κι εσύ-
στου μπουκαλιού τον πάτο,
ένα βιβλίο διαβάζοντας γυάλινο
Πιο δίπλα μια χίμαιρα
κι ένα ποτήρι που μιλά (για ποιον;)
περιμένοντας  ψυχρά να το πάρω στα χέρια μου.
Τα μάτια ανατέλλουν στους τοίχους
-στις εννιά!-
τα μάτια σου
Μες απ’ τις κρύες σελίδες βγαίνουνε δέσμες φωτός
κι ίσως στις δέκα
– 22:00 ; –
τα σχήματα
στην ουρά ενός παγωνιού και στο σεντόνι
ο κήπος με τα σκαλοπάτια,
το απορρημένο βλέμμα ενός παιδιού,
μια πόλη του χτες, μια πόλη
του σήμερα,
ερειπωμένα εργοστάσια κι αφίσες
στις έντεκα.
Ύστερα,
μεσάνυχτα λες
κι ύστερα «λίγο μετά»
(κι ύστερα «λίγο μετά»)
μια χορωδία που χάνεται, ένα
ανοιχτό ξεχασμένο παράθυρο
-ένα ξεχασμένο φεγγάρι-
ένα «συγχώρεσέ με» αφόρετο,
ένα ανεπίδoτο «σ’ αγαπώ»,
τα πνιχτά βήματα και το αλύχτισμα
του δηλητηριασμένου, ετοιμοθάνατου σκύλου.
      
Μένει ένα χάπι τελευταίο, το πρωί
θα βαφτίσω τις σκιές φαντάσματα και θα γείρω.

      

stis.jpg

  

κράτησα το κορμί της

Posted in μονάχα ετούτο τον τρελό on 16 Δεκέμβριος, 2007 by trelos

Κράτησα το κορμί της στα χέρια μου
Χέρια σαν είδωλα παλαιικά
κτισμένα σε σωρούς ερειπίων κι αγάλματα
σε γρανίτες ασάλευτους λαξευμένα
Σχήματα αθόρυβα, χέρια
σαν γέφυρες αψιδωτές
πάνω από το «εγώ», πάνω από το «εμείς»,
πότε στο χτες και πότε στο εδώ,
πότε στο αλλού και πότε στο αύριο.

Κράτησα το κορμί της στα χέρια μου
Ανεβαίνοντας οροσειρές
με την κλαγγή των όπλων
Μετρώντας πηγάδια κι αστερισμούς
Δρασκελώντας κορφές και μικρά αντερείσματα
Πάνω στη γυμνή κοιλιά της παρατηρώντας
κρατήρες των ερώτων και μνήματα
Περάσματα μυστικά στην αθανασία
Δάση από γυμνές οξιές και κραυγές
αιωνόβιες
Μες στο γλυκό λαχάνιασμα των στεναγμών της ζυγώνοντας
Πέφτοντας ξανά και ξανά και ξανά
στην ενέδρα της ήβης της.

Κράτησα το κορμί της γυρεύοντας
μια σταγόνα ομορφιάς απ’ το πλατύ σύννεφο της Άνοιξης
Τοξοβόλος του Έρωτα με το σπασμένο μου τόξο
Θύτης και θύμα – θηρευτής και θήραμα
Μέσα στων μαύρων φρυδιών της το δασύ,
στ’ απανωχείλι όπου τρέμει μια υπόσχεση
Κάτι σαν ψίθυρος, σαν στεναγμός
Σαν το φιλί που σκορπά τα υγρά του πέταλα
Ή όπως το πρώτο άγγιγμα που λέει «σ’ αγαπώ» και «σε θέλω» και «σιγά»,
συντηρώντας τον πόθο βασανιστικά,
στο άλλο κορμί διαπιστεύοντας τη γλυκειά εκκρεμότητα
της ηδονής.

Κράτησα το κορμί της και του κορμιού της το σάστισμα
με συντάραξε
Στο μεσουράνημα του Αυγερινού
Τα μικρά στήθη γλυκαίνοντας
με το χάδι της θύελλας
Ναυαγός εγώ, μ’ ένα έλκηθρο στην έρημη χώρα
Μες στην απρόσμενη λαίλαπα των Τροπικών
-τις τρυφερές αρπάγες των μηρών της
Στο ένα πόδι μετέωρος, πεισματικά ζωντανός
Εκλιπαρώντας το έλεος
Με δυνάμεις αστείρευτες, με κινήσεις αργές
Ιππότης πανσέληνος
Μιας έναστρης φάλαγγας διοικητής
Με τη μάσκα της τόλμης πάνω απ’ τη μάσκα του φόβου
Ζεμένος στων οσμών της το άρμα, ασθμαίνοντας
Μυσταγωγός ονείρων, έγχρωμος προφήτης δεινών,
τρελός εγώ
στου αριστερού γλουτού της τη σκακιέρα.
stou-gloutou-ths-th-skakiera.jpg

Η μαρμαρένια σκακιέρα

Posted in μονάχα ετούτο τον τρελό with tags on 24 Νοέμβριος, 2007 by trelos
chesspiece_1.jpg
Ύστερα εκείνος έσκυψε πάνω απ’ τη μαρμαρένια σκακιέρα και είπε σοβαρά: «Κάνε την κίνησή σου».
Κι εγώ δεν είχα τίποτα, μόνο έναν ηρωικό βασιλιά που υπνοβατούσε μέσα στο δικό μου το όνειρο ζητώντας διέξοδο και φωνάζοντας: «Δεν είναι δική μου παρτίδα αυτή, δεν είναι δική μου!»
Κι ο άλλος απέναντι, πότε να θεριεύει κραδαίνοντας το δρεπάνι του απειλητικά, πότε να γίνεται τόσος δα σα μωρό, σαϊτεύοντας με το μικρό του το τόξο…

όνειρο

Posted in μονάχα ετούτο τον τρελό on 17 Νοέμβριος, 2007 by trelos

Κάποιος μου το ‘πε για τον πόθο

Θεριό ανήμερο

Στης σάρκας τη χαρά δεν ξεδιψαίνει

Σαν τη φωτιά που απ’ τη φωτιά αφανίζεται,

συχνά στον πόνο να σβηστεί γυρεύει.

Έτσι κι εγώ,

στου πάθους πάνω την παραφορά ονειρεύτηκα

Το χέρι σου που κράταε το μαχαίρι

για χάρη μου.

Όχι για να μου φέρει λύτρωση

Το χλιαρό, τον εύκολο τον πόνο του θανάτου

όχι

Του χωρισμού την κόλαση ονειρεύτηκα

και ζωντανός να καίγομαι

Για χάρη σου…