Archive for the και όμως κινείται Category

δύο τρόποι

Posted in φωνή τρελού εν τη ερήμω, και όμως κινείται, κουβέντα να γίνεται on 11 Ιουλίου, 2012 by trelos

Έχω ξαναγράψει για την ευθύνη απέναντι στο κακό, έχω ξαναγράψει και για το στερεότυπο «δημόσιος κίνδυνος». Περιττό να επαναλαμβάνομαι, απλώς συνοψίζω:

υπάρχουν δύο τρόποι αντίδρασης απέναντι στο κακό

ο πρώτος, γνωρίζοντας ότι το κακό είναι κομμάτι του κόσμου που σε περιβάλλει, να παραμένεις σε ετοιμότητα, ν’ αφυπνίζεις όσους δεν είναι, να προστατεύεις τους ανυπεράσπιστους παρέχοντας γνώση και να το πολεμάς με τον μόνο τρόπο που υπάρχει: αντιπαραβάλλοντάς του το ΚΑΛΟ.

και ο δεύτερος, βρίσκοντας δύσκολα ή βαρετά τα παραπάνω, να απαιτείς από κάποιους άλλους να σε απαλλάξουν απ’ την ευθύνη

η εικόνα από εδώ

Advertisements

ο ηλίθιος είσαι εσύ

Posted in και όμως κινείται, ο ηλίθιος είσαι εσύ on 5 Μαρτίου, 2012 by trelos

Ένα στερεότυπο που φοριέται πολύ τελευταία είναι αυτό που (χοντρά-χοντρά) υποστηρίζει ότι

 «ευθύνη του καθενός» = «συλλογική ευθύνη» = «θεωρία ναζιστικής εμπνεύσεως» = «πτου κακά»

Μου φαίνεται τόσο ανησυχητικά ηλίθια μια τέτοια επιχειρηματολογία, που αναγκαστικά μου φέρνει στο μυαλό το άλλο διαρκώς εξαπλούμενο στερεότυπο, ότι -και καλά- «ο ηλίθιος είναι ανίκητος», μια φράση-μαϊντανό που ξεστομίζουν πλέον οι πάντες, υπονοώντας περίπου ότι όλοι γύρω είναι ηλίθιοι εκτός απ’ τους ίδιους

Μη με παρεξηγείς λοιπόν που μπαίνω στον πειρασμό να ξεκινήσω μια νέα σειρά από ποστ, μια σειρά που να αιτιολογεί γιατί η ευθύνη του καθενός είναι άλλο πράγμα απ’ τη συλλογική ευθύνη και γιατί μπορεί κάποιος να είναι υπεύθυνος που χαμοκυλιέται επειδή -με τη δικαιολογία πως άλλοι τον έριξαν- δεν κάνει τίποτα για να σηκωθεί και γιατί, στο τέλος-τέλος, δεν μπορεί ο ηλίθιος να είναι πάντα ο άλλος, αλλά μερικές φορές τυχαίνει να είσαι εσύ

 

 

 

Την εικόνα βρήκα εδώ

το στερεότυπο των «κοινωνικών αγώνων»

Posted in και όμως κινείται on 26 Φεβρουαρίου, 2012 by trelos

Πριν κάποια χρόνια ασκούσα θυμάμαι κριτική στους φίλους μου εκπαιδευτικούς του δημοσίου για τους αγώνες τους. Το βασικό επιχείρημα πήγαινε κάπως έτσι: Είστε –ως κλάδος- οι καλύτερα αμειβόμενοι της ελληνικής κοινωνίας, με βάση τις ώρες απασχόλησης. Αν μου πείτε ότι αγωνίζεστε για τη βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος, εγώ είμαι πρώτος μαζί σας, επικροτώ και επαυξάνω. Όμως, θα πρέπει να παραδεχτείτε τίμια ότι τα αποτελέσματα δεν σας δικαιώνουν. Μιλάτε συνεχώς για κατακτήσεις και για κεκτημένα ενώ η παιδεία βουλιάζει. Πώς είναι δυνατόν να θεωρούνται πετυχημένοι οι αγώνες σας τη στιγμή που το παραγωγικό σας αντικείμενο απαξιώνεται όλο και περισσότερο; Η δεκαετία του ’90 έχει σημαδευτεί απ’ τις απεργίες σας, απεργίες που ακολουθούν το ίδιο μοτίβο: να χρησιμοποιήσουμε ως πολιορκητικό κριό κάποια θεσμικά αιτήματα για να τσιμπήσουμε επιδόματα και προνόμια, τα οποία –τελικά- αντιστρατεύονται ποικιλοτρόπως την όποια θεσμική αναβάθμιση. (Δεν είναι -ας πούμε- σημάδι υποκρισίας, από τη μια να ζητάς μείωση του αριθμού των μαθητών ανά τμήμα και από την άλλη να ικανοποιείσαι με τη μείωση του ωραρίου σου;)

 Σήμερα, λοιπόν, όντας στην πλευρά των βολεμένων υποκριτών, μπορώ να αντιληφθώ καλύτερα τον αδιέξοδο αυτό τρόπο διεκδίκησης-συμμετοχικότητας. Έγινα κι εγώ απεργός, προσπαθώντας να εμπεδώσω την κοινωνική αξία της συναδελφικότητας. Και κατάλαβα ότι είναι δύο οι λόγοι που το επιβάλουν, ο εξής ένας: η ενοχή. Το συναίσθημα της κοινωνικής αδικίας (το οποίο οι αρμόδιοι-βλέπε-συνδικαλιστές φροντίζουν βεβαίως να υπερτονίζουν) είναι εμφανώς πιο καίριο σήμερα, όμως δεν αποτελεί αυτό την κινητήρια δύναμη. Εκείνο που μετρά στη συνείδηση όλων (εννοώ, των γαλουχημένων με τις αξίες που αναφέρω ή υπονοώ) είναι η επίφαση της αγωνιστικότητας. Εξαγοράζουμε με τα διαφυγόντα ημερομίσθια, ως τίτλο τιμής και αξιοπρέπειας, την επίφαση αυτή.

 Όμως, αν διαχωρίσουμε για λίγο τη δικαιολογημένη αγανάκτηση λόγω της τεράστιας αδικίας που (πάει να) επιβάλει η συγκυρία από τα υπόλοιπα συμφραζόμενα, θα δούμε ολόγυμνη την αλήθεια που δεν είναι άλλη από τούτη: οι απεργίες (αυτές οι εικοσιτετράωρες ή σαρανταοκτάωρες παρωδίες αγωνιστικής δράσης) έχουν ως μόνο στόχο την ανάδειξη ή επιβεβαίωση ενός κάποιου προφίλ με βάση το στερεότυπο «απεργός=αγωνιστής/μη απεργός=ατομιστής-ωχαδερφιστής κλπ» Και είναι πιο κρίσιμο από ποτέ να σπάσει επιτέλους αυτό το στερεότυπο-γάγγραινα, αυτό το ίδιο που μας έχει οδηγήσει στο αδιέξοδο να διεκδικεί η μια κοινωνική ομάδα εις βάρος της άλλης παριστάνοντας ότι διεκδικεί από τους «έχοντες και κατέχοντες» και που επιτρέπει να φέρουν τον τίτλο του συνδικαλιστή όλα αυτά τα παχύδερμα-πρέσβεις της «τακτοποίησης» και του βολέματος, όλοι αυτοί οι no-men, το πλέον αντιδραστικό (με τη βαθύτερη πολιτική σημασία του όρου) κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας.

ευσέβεια #3 -περί της χρησιμότητας της θρησκείας

Posted in και όμως κινείται on 2 Οκτώβριος, 2011 by trelos

Όπως υπάρχουν ευσεβείς άνθρωποι που δεν πατάνε το πόδι τους στην εκκλησία, έτσι υπάρχουν και μη χριστιανοί (άθεοι, αγνωστικιστές, αναποφάσιστοι, όπως θέλετε πείτε τους) οι οποίοι αρέσκονται να κρατούν μια επαφή μαζί της μέσα από αναγνώσματα τύπου γέροντος Παϊσιου ή ακόμα και προσωπικά μέσω κάποιου «πνευματικού». Διόλου παράξενο. Άλλο πίστη και άλλο θρησκεία, όσο άβολο κι αν -ίσως- σας φαίνεται κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό κι εγώ, σαν προσπαθούν να μου κολλήσουν την ετικέττα ρωτώντας αν είμαι άθεος, προτιμώ ν’ απαντώ πως είμαι άθρησκος. (Κι ίσως εδώ αναρωτηθείτε, για ποιο λόγο σπεύδω να βάλω μόνος μου μια -έστω διαφορετική- ετικέττα. Από καθαρή ματαιοδοξία βέβαια.)

Δεν είμαι κακός άνθρωπος, αλλά θεωρώ πως όταν ο άλλος σου κάνει κάτι (πχ δύσκολες ερωτήσεις) οφείλει να είναι προετοιμασμένος να υποστεί το ίδιο. Ρωτώ λοιπόν κι εγώ. Ποια είναι η χρησιμότητα της θρησκείας; Οι «καλοί χριστιανοί» συνήθως κουμπώνονται υποψιαζόμενοι ερώτηση-παγίδα. Κι όμως, δεν έχει τίποτα το προκλητικό, ούτε εμπίπτει στον τομέα της α-γνωσιολογίας (τουναντίον, μάλλον στον τομέα της αυτογνωσιολογίας της κοινωνίας, θα έλεγα.) Ξανατονίζω, όπως και στην πρώτη παράγραφο: άλλο θεολογία κι άλλο θρησκειολογία. Πάμε παρακάτω.

Μια αρκετά δημοφιλής απάντηση είναι η εξής: η θρησκεία είναι εκεί για να μας κάνει καλύτερους και ηθικότερους, ως αντίβαρο στη ζωώδη πλευρά μας. Κατ’ αρχάς, παρ’ ότι θα το μπορούσα εύκολα και για περισσότερους του ενός λόγους, δεν θα διαφωνήσω. Αναρωτιέμαι μόνο: είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο; Δηλαδή, στις πρώτες κοινωνίες που δημιούργησαν, οι άνθρωποι έκριναν ότι χρειάζονταν ένα «αντίβαρο» και, ελλείψη άλλου, προέκριναν τη θρησκεία; Ή, για να το θέσω διαφορετικά, αν αυτή τη στιγμή καταργούσαμε τη θρησκεία, η κοινωνία θα βυθιζόταν στο έγκλημα και την ελευθεριότητα; Στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, για παράδειγμα, με απουσία θρησκευτικής καθοδήγησης, ή σε οικογένειες άθεων/σκεπτικιστών, αυτό συμβαίνει; Μάλλον όχι. Και όσοι έχουν στοιχειώδη γνώση του πώς λειτουργούν οι διαδικασίες της εκπαίδευσης και της κοινωνικοποίησης, το γνωρίζουν. Ένα παιδί, ακόμα κι ένας έφηβος, δεν έχουν ανάγκη τη θρησκεία διότι ο θεϊκός λόγος είναι -καθημερινά- εκεί: είναι ο λόγος των μεγάλων, του πατέρα και της μητέρας.  Και δεν μιλάμε μόνο για φυσικούς γονείς. Το πρότυπο είναι που μετράει. Είναι ο συνδετικός κρίκος με την κοινωνία. Αν η εμπιστοσύνη σ’ αυτή τη σχέση χαθεί, χάνεται μαζί της η υποταγή και κανένα εξωτερικό πρότυπο δεν μπορεί να την υποκαταστήσει (παρά μόνο, πλέον, ο φόβος του νόμου και της τιμωρίας.) Η θρησκεία μπορεί να λειτουργήσει απλά ως προέκταση, υποκαθιστώντας το αρχικό πρότυπο όταν αυτό χάσει την παντοδυναμία του μέσα στα ανθρώπινα μέτρα. Ή, πράγμα πολύ συνηθισμένο, στην περίπτωση μιας φυσικής απώλειας.

Επανερχόμαστε, λοιπόν, στην αρχική ερώτηση. Αν δεν είναι για λόγους ηθικής τάξης, τότε για ποιο λόγο εφευρέθηκε η θρησκεία; Μια άλλη πιθανή απάντηση είναι ο έλεγχος  (πολιτική εξουσία) της μάζας ή ο αποπροσανατολισμός της (το όπιο του λαού.) Όμως, ενώ αυτά είναι και τα δύο σωστά, δεν μπορεί να αποτελούν τη γεννεσιουργό αιτία. Απλά …προέκυψαν στην πορεία. Όπως θα το περιέγραφε κάποιος μακιαβελλικός ηγέτης, «αν δεν υπήρχε ήδη θα έπρεπε να την εφεύρουμε». Αυτό που μας μπερδεύει -θα το ξαναπώ- είναι ότι δυσκολευόμαστε να διαχωρίσουμε την πίστη από τη θρησκεία. Όλοι καταλαβαίνουμε σε τι χρησιμεύει η πίστη, ποιες ανάγκες καλύπτει, όμως η οργανωμένη λατρεία είναι κάτι διαφορετικό. Για ποιο λόγο εξέπεσε ο άνθρωπος απ’ τον παράδεισο; Επειδή γεύτηκε τον καρπό της γνώσης του Καλού και του Κακού. Υποτίθεται ότι ο Εωσφόρος ξεγέλασε την Εύα πείθοντάς την ότι έτσι θα γίνονταν (αυτή και ο σύντροφός της) θεοί. Οπωσδήποτε, αυτό το «ξεγέλασε» δεν ταιριάζει και τόσο με το προφίλ της (πονηρής υποτίθεται) Εύας. Και, μάλλον, ούτε με του Εωσφόρου (=αυτού που φέρνει το φως). Στην ιστορία αυτή δεν υπήρξε -λέω- η παραμικρή απάτη. Κάποια στιγμή, ασχέτως ερπετών και οπώρων, η φίλη μας η Εύα και ο καλός της απέκτησαν τη θεϊκή γνώση (συνείδηση) του Καλού και του Κακού. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει  ότι απέκτησαν μαζί και τη θεϊκή δύναμη του πράττειν το Καλό. Έμαθαν να αναγνωρίζουν ότι το να προστατεύεις το δάσος είναι Καλό, ενώ να το καταστρέφεις Κακό. Ότι το να σέβεσαι τον κόπο, την ελευθερία και -πάνω απ’ όλα- τη ζωή του συνανθρώπου σου είναι Καλό. Το να προσβάλλεις, παντιοτρόπως, τον συνάνθρωπο είναι Κακό. Έμαθαν την έννοια της Ευθύνης. Ταυτόχρονα έμαθαν κάτι για τους εαυτούς τους: ότι, για κάποιο λόγο, αυτοί είχαν την τάση να πράττουν το Κακό. Είτε επειδή ήθελαν να χτίσουν ένα ωραίο, μεγάλο σπίτι με θέα, είτε επειδή ήθελαν να φτιάξουν μεγάλους δρόμους για να κινούνται τα όλο και γρηγορότερα αμάξια τους, είτε επειδή χρειάζονταν ξυλεία, καύσιμη ύλη, χαρτί, το δάσος δεν είχε καμία τύχη.  Είτε επειδή στεκόταν εμπόδιο στα σχέδιά τους, είτε επειδή πίστευαν ότι αυτός πρώτος τους είχε προσβάλλει, ο συνάνθρωπος δεν είχε καμία τύχη.  Το Καλό, τελικά,  δεν είχε καμία τύχη.

Καταλαβαίνετε ποιο είναι το πρόβλημα. Το να μην μπορείς να ξεχωρίσεις το Καλό απ’ το Κακό δεν είναι πρόβλημα. Είναι αθωότητα, ξενοιασιά. Το να ξεχωρίζεις το Καλό και να το πράττεις, επίσης δεν ειναι πρόβλημα. Είναι υπευθυνότητα. Το να ξεχωρίζεις όμως το Κακό και να το πράττεις -ή, έστω, να έχεις την αμφιβολία του κατά πόσον αυτό που πράττεις είναι καλό ή κακό- αυτό είναι πρόβλημα. Μέγιστο πρόβλημα, τυρρανικό, κολοσσιαίο. Θρησκεία ονομάστηκε η λύση του.

η εικόνα από εδώ

ευσέβεια #2 -το «στόμα του κόσμου»

Posted in και όμως κινείται on 18 Σεπτεμβρίου, 2011 by trelos

ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

12/9/11

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς την κ. Υπουργό Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων

Θέμα: «Οι θρησκευτικές τελετές που λαμβάνουν χώρα εντός σχολικού ωραρίου»

Στην εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας………….. μεταξύ άλλων, δίνονται οδηγίες στους προϊσταμένους, στους διευθυντές και στο διδακτικό προσωπικό για τον αγιασμό και την πρωινή προσευχή. Η πρώτη σχολική μέρα λοιπόν είναι αφιερωμένη στον «καθιερωμένο Αγιασμό» και για κάθε μέρα ακολούθως επισημαίνεται πως (σύμφωνα με το Π.Δ. 201/98) «πριν από την έναρξη των μαθημάτων πραγματοποιείται κοινή προσευχή των μαθητών και του διδακτικού προσωπικού στο προαύλιο του σχολείου με ευθύνη των εκπαιδευτικών που εφημερεύουν…. Οι εκπαιδευτικοί συμμετέχουν υποχρεωτικά στην πρωινή προσευχή και στον εκκλησιασμό και επιβλέπουν τα τμήματά τους».

Τη στιγμή που το Υπουργείο Παιδείας έχει κάνει σημαία του το «εκσυγχρονισμένο» Νέο Σχολείο, φαίνεται ότι ο «εκσυγχρονισμός» δεν μπορεί να αγγίξει ό, τι έχει σχέση με την παρουσία της Εκκλησίας στην καθημερινότητα μαθητών και διδασκόντων. Καταρχάς, ο αγιασμός αποτελεί θρησκευτική τελετή και ως εκ τούτου το σχολείο, όπως και οποιοσδήποτε δημόσιος φορέας, δεν έχει καμία υποχρέωση να τον τελέσει. Ως προς την καθημερινή πρωινή προσευχή, καθώς σήμερα ζούμε σε πολυπολιτισμική κοινωνία, δεν είναι παιδαγωγικά αποδεκτό να υπάρχουν μαθητές που να ξεχωρίζουν στεκόμενοι παράμερα τη στιγμή που οι υπόλοιποι προσεύχονται. Η υποχρέωση δε των εκπαιδευτικών να συμμετέχουν στην προσευχή δεν συνάδει με τον εκπαιδευτικό τους ρόλο που μεταξύ άλλων είναι να αποτελούν πρότυπο ελεύθερης και κριτικής σκέψης για τους μαθητές τους.

Με αυτά τα δεδομένα, ερωτάται η κ. υπουργός:

Ποιο είναι το παιδαγωγικό σκεπτικό βάσει του οποίου θρησκευτικές τελετές τελούνται επίσημα και υποχρεωτικά εντός σχολικού ωραρίου σαν να ζούμε σε θεοκρατικό καθεστώς και όχι σε μια ελεύθερη πολυπολιτισμική και ανεξίθρησκη δημοκρατία;

……………….
Σε περίπτωση που εκπαιδευτικοί λειτουργοί αρνηθούν ή δεν επιθυμούν να συμμετέχουν σε αυτές τις υποχρεωτικές τελετές θα υφίστανται κάποιες ποινές ή κυρώσεις υπηρεσιακές ή άλλες;

Ο ερωτών βουλευτής

Γρηγόρης Ψαριανός

Στο χθεσινό ποστ υπαινίχτηκα ότι το θρησκευτικό συναίσθημα έχει μια ψυχαναγκαστική συνιστώσα, μια αγκύρωση (μια «βύθιση» αν προτιμάτε) σ’ αυτό που ο Φρόυντ ονόμασε Υπερεγώ, πράγμα που εξηγεί εν πολλοίς τους διάφορους καταναγκασμούς τους οποίους οι μετέχοντες αποδεικνύονται πρόθυμοι να υποστούν. Και όπου ως «μετέχοντες», ατυχώς, δεν νοούνται μόνον αμόρφωτες γριούλες και ανήλικα θύματα ξαναμμένων ρασοφόρων. Θα μου πείτε: δηλαδή, κατά τη γνώμη σου, η μη απαίτηση φορολόγησης της εκκλησίας οφείλεται σε κάποιον ψυχαναγκασμό του τύπου «η περιουσία αυτή είναι του Κυρίου ημών και καλό είναι να μην προκαλέσουμε την οργή του»; Αν σας ακούγεται τραβηγμένο, πείτε μου τη δική σας εκδοχή. Μ’ ενδιαφέρει.

Εκτός, όμως, από το ατομικό Υπερεγώ, υπάρχει και το κοινωνικό. Εδώ φύονται κάμποσα στερεότυπα, μιας που έχουμε να κάνουμε με ομαδοποίηση και λανθάνοντα ρατσισμό. Για παράδειγμα, όταν γεννήθηκε ο γιος μου εξέφρασα την άποψη ότι δεν είναι δικιά μας (των ενηλίκων συγγενών πρώτου ή άλλου βαθμού) δουλειά ν’ αποφασίσουμε για το «δόγμα» του παιδιού, πολύ δε περισσότερο να το υποχρεώσουμε να υποστεί μια βάρβαρη και αναχρονιστική διαδικασία όπως η βάπτιση. Αν ο Ιησούς βάπτιζε τους μαθητές του, το έκανε συμβολικά και με τη συγκατάθεσή τους και χωρίς να θεωρεί σκόπιμο να μεταμορφωθεί πρώτα σε μεγάλο, μαυροφορεμένο μπαμπούλα. Φυσικά, έπεσα πάνω σε τοίχο. «Θα κάνεις τέτοιο πράγμα στο παιδι;» «Μα όχι, εγώ είμαι που δεν θέλω να κάνω τέτοιο πράγμα στο παιδί!» «Ναι, αλλά θ’ ανοίξεις το στόμα του κόσμου!» «Το στόμα του κόσμου;» Ομολογώ ότι αυτό δεν το είχα σκεφτεί. Πιθανόν, επειδή δεν με ενδιέφερε.

Τελικά, φαίνεται ότι η θρησκεία έχει ελάσσονα πνευματική σημασία και μείζονα ετεροπροσδιοριστική: «είναι καλός άνθρωπος, πάει κάθε Κυριακή στην εκκλησία, σκοτώνει τα παιδιά του στο ξύλο για να τα κάνει καλούς χριστιανούς»…

ευσέβεια #1- η θεία περιουσία

Posted in και όμως κινείται on 17 Σεπτεμβρίου, 2011 by trelos

Το θέμα θρησκεία είναι από τα πρώτα στη λίστα με τα στερεότυπα. Είναι όμως και τεράστιο, γι’ αυτό και το ανέβαλα μέχρι τώρα. Για τον ίδιο λόγο λέω να το πάω «λάου-λάου». Ένα κεφάλαιο τη φορά.

Όταν ήμουν στην ηλικία του γιου μου παρουσίαζα, όπως αυτός, ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές, κάποιες εκ των οποίων είχαν φανερό θρησκευτικό περιεχόμενο. Προσευχές, σταυροκοπήματα.. τέτοια. Μπαίνοντας για καλά στην εφηβεία, προοδευτικά υποχώρησαν. Στη βάση τους βρισκόταν, όπως λέω σήμερα,  ο φόβος απέναντι στον πατέρα-αφέντη. Ενώ, όμως, εγώ απαλλάχθηκα (ίσως όχι απόλυτα) απ’ αυτήν, έχω τη βεβαιότητα ότι για την πλειοψηφία των ανθρώπων γύρω μου η τυρρανία παραμένει ως το τέλος. Τυρρανία που δεν έχει βεβαίως να κάνει με πνευματικές αναζητήσεις, πίστη ή ευσέβεια.

Ο φόβος προς τον πατέρα-αφέντη έχει πολύ βαθιές ρίζες στις πατριαρχικές κοινωνίες, κάτι που φρόντισαν να εκμεταλλευτούν οι αντίστοιχες θρησκείες δίνοντας στο Υπέρτατο Ον αρσενική μορφή. Και είναι πράγματι εντυπωσιακό να βλέπεις τον σύγχρονο δυτικό άνθρωπο, τον κυνικό ως το μεδούλι, αυτόν τον οργίλο, ψευτόμαγκα ξερόλα που έχει αναγάγει σε μόνη πίστη του το Χρήμα, να κυκλοφορεί με σταυρουδάκια κρεμασμένα στο παρμπρίζ και να προσκυνά εικόνες και είδωλα, χωρίς πολλές φορές να ξέρει καν το γιατί.

Παράξενη άκρη, θα πείτε, διάλεξα για το πιασάρικο τούτο θέμα. Όμως, να. Είναι που σκέφτομαι την αντίφαση ετούτου του λαού. Συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας, γιουχαϊσματα, συλλαλητήρια, καταλήψεις, αποκλεισμοί. Φωνές κατά πάντων. Κανονικά, θα ‘πρεπε να γιγαντώνεται η απαίτηση για φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας. Ακούτε τίποτα; Μόνο τις σποραδικές φωνές αυτών που σύντομα, ίσως και τώρα που μιλάμε, θα κάψει ο Θεός.

 

ετικέτ(τ)ες

Posted in και όμως κινείται on 27 Αύγουστος, 2011 by trelos

Δεκάξι χρονών έβγαλα ταυτότητα. Από κείνες τις παλιές. Έγραφε πάνω διάφορα χαρακτηριστικά-ταμπελίτσες που με συνοδεύουν από (χρώμα ματιών) τη γέννησή μου ή (ύψος) την εφηβεία μου κι έχουν σκοπό την (σε κάποιον ασήμαντο βαθμό) ταυτοποίησή μου -και μία μοναδική ταμπελίτσα που αφορούσε στο τι είδους άνθρωπος είμαι και (σε κάποιον ασήμαντο βαθμό) πώς σκέφτομαι: το θρήσκευμα.

Την ίδια εποχή, με διαφορά ημερών ή εβδομάδων, ανεβάζαμε στο σχολείο ένα μονόπρακτο (το πρώτο που ‘χω γράψει και του οποίου ο χρόνος παραγραφής έχει προ πολλού παρέλθει) με τίτλο «η ετικέττα» (έτσι το γράφαμε τότε, με 2τ.) Η περί ης ο λόγος ετικέτα αφορούσε κατά βάση τον καθωσπρεπισμό και την υποκρισία, πλην όμως και οι άλλες ετικέτες, οι ταμπελίτσες που λέγαμε πριν, είχαν αρχίσει κάτι να μου κάνουν μέσα μου. Δεν είχα φτάσει πάντως ακόμα στο σημείο να ντύνομαι αλλοπρόσαλλα, τη μια μακό-τζηνάκι-σπορτεξάκι (σταράκι που λέμε σήμερα) και την άλλη παντελονάκι-πουκαμισακι-με-τσάκιση-αμφότερα, μόνο και μόνο για να μην μπορούν να με κατατάσσουν εύκολα οι τυχάρπαστοι.

Γιατί τα θυμάμαι τώρα αυτά; Επειδή, προφανώς, έχουν κάποια σχέση με το κόλλημά μου, τα στερεότυπα, θα (υποψιαστείτε) πείτε. Δικαίως. Και για να γίνει αυτό πιο κατανοητό, ας ανοίξω εδώ μια παρένθεση σχετικά με το τι είναι για μένα τα στερεότυπα και γιατί έχω φάει τέτοιο κόλλημα μαζί τους.
Ένα πολύ κοντινό και προσφιλές μου πρόσωπο (απ’ αυτά που τα θυμάσαι μαζί με τον εαυτό σου) συνήθιζε να απαντά στις προτάσεις μου για κάποια σινεμά, θέατρα ή βιβλία: «ξέρεις, δεν μπορώ να προβληματίζομαι συνέχεια, θέλω κάτι ανάλαφρο να χαλαρώσω» -μια φράση πολύ τετριμμένη, θα την έχετε ακούσει σίγουρα, αν δεν την έχετε (πιπέρι) πει κιόλας.
Τι εννοούσε άραγε μ’ αυτό το «συνέχεια»; Ότι είδε μια τέτοια «δύσκολη» ταινία πριν δυο μέρες ή ότι διάβασε ένα τέτοιο «βαρύ» βιβλίο την περασμένη βδομάδα; Προφανώς, όχι. Εννοούσε λοιπόν ότι δεν του/της αρέσει καθόλου να προβληματίζεται με ταινίες και βιβλία, του/της φτάνουν οι προβληματισμοί της καθημερινότητας. Λογικό, ίσως σκεφτείτε. Πράγματι, λογικό, αν παραβλέψουμε το γεγονός ότι ένας άνθρωπος που δεν του αρέσει να προβληματίζεται, θα το αποφεύγει όπως και όσο μπορεί σε κάθε περίπτωση.
Ας δούμε ποιες είναι οι περιπτώσεις αυτές; Πότε καλούμαστε να προβληματιστούμε συνήθως;
πρώτον, εργασία. Όπου όλοι ξέρουμε τις περιπτώσεις (ελπίζω να μην ανήκετε σ’ αυτές) απαντήσεων, «ο κανονισμός λέει αυτό» (υπάλληλος), ή «αυτό που ζητάτε, ξέρετε, δεν υπάρχει» (πωλητής) ή «αυτό δεν μπορεί να γίνει έτσι (παρά μόνο γιουβέτσι, που ξέρω να κάνω καλά)» (τεχνίτης)
δεύτερον, προβλήματα υγείας ή πράγματα που δεν λειτουργούν σωστά. «Τι είπε ο γιατρός;», «κάλεσες οδική βοήθεια;», «το ‘χω αφήσει εκεί στην άκρη και θα δω τι θα κάνω, μήπως ξέρεις εσύ τίποτα;»
τρίτον, διαπροσωπικές σχέσεις/ανατροφή παιδιών: «γιατί είπες αυτό;», «τι εννοούσες με το άλλο;», «εμένα η μάνα μου…», «ένας συνάδελφος που του ‘τυχε το ίδιο μου είπε…», «άκουσα στην τηλεόραση», «κάτι ξέραν οι παλιοί που λέγανε…» κλπ
Να συνεχίσω, ή καταλάβατε πού το πάω;

Ο άνθρωπος, ως ενσυνείδητο ον, έχει τη δυνατότητα (και την υποχρέωση) να δρα με κριτήρια συχνά διαφορετικά απ’ αυτά με τα οποία, ως έμβιο, τον όπλισε η φυσική επιλογή. Μιλάμε για κριτήρια, διότι αυτό που ονομάζουμε συνήθως «ελεύθερη βούληση» είναι ουσιαστικά μια ελευθερία (δυνατότητα) επιλογής μεταξύ διαφορετικών συμπεριφορών. Υπάρχουν τα ζωώδη κριτήρια και τα …άλλα. Ποια είναι αυτά τα άλλα; Για τον περισσότερο κόσμο είναι (πολύ φοβάμαι) τα διαφόρων ειδών στερεότυπα, από το «τίμα τον πατέρα και τη μητέρα σου» μέχρι το «καλός αλβανός (τούρκος, μπάτσος, εξωγήινος) είναι ο νεκρός αλβανός (τούρκος, μπάτσος κλπ)» και από «το στιφάδο θέλει μπόλικο κρεμμύδι, δάφνη και κανέλλα» μέχρι το «στους γάμους φοράμε παρδαλά και στις κηδείες σκούρα».

Για να επανέλθω, λοιπόν, στις ταμπελίτσες μας, ποιος είναι ο λόγος που θέλεις τώρα εσύ να με δεις; Δεν σου φτάνει που, διαβάζοντας, μαθαίνεις ολ’ αυτά για τον τρόπο που σκέφτομαι; Μάλλον όχι. Θέλεις να δεις το ντύσιμό μου, αν είναι κάζιουαλ, τη φάτσα μου, αν έχει κάποια ιδιομορφία από κείνες που θεωρούν κάποιοι εγκληματολόγοι ότι προδίδουν φύση κακοποιό και επικίνδυνη, να δεις αν είμαι μπεν άφλεκ-θιασώτης της αισθητικής ευπρέπειας- ή κάποιος ασουλούπωτος μαλλιάς ντεπαρντιέ στην πράσινη κάρτα. Και θες να με ρωτήσεις, να μάθεις, να με κατατάξεις, να δεις αν μπορείς να μ’ εμπιστεύεσαι, αν μπορείς να προχωρήσεις μαζί μου. Από πού κατάγομαι; τι δουλειά κάνω; είναι κι οι δυο γονείς μου έλληνες; έχω ποτέ συλληφθεί; έχω κάνει φυλακή; ναρκωτικά; πίπες; στρατό; παρτούζα; περμανάντ; ποιο φαγητό μ’ αρέσει; τι μουσική ακούω; σε τι σπίτι ζω; σε τι θεό πιστεύω;

Σε τι θεό πιστεύω;