Archive for the εκμυστηρεύσεις Category

καλό καλοκαίρι

Posted in ευχές, εκμυστηρεύσεις with tags on 1 Ιουνίου, 2008 by trelos

που σημαίνει

  1. θάλασσα (αλλά προσοχή στον ήλιο! Η Σέριφος, αν και βραχώδες κυκλαδονήσι, είναι γ-ε-μ-ά-τ-η αρμυρίκια. Αλλού, χε-χε, βολευτείτε με ομπρέλες)
  2. θάλασσα (καλά, ας μη συνεχίσουμε έτσι 🙂 )
  3. μπυρίτσα/ουζάκι, κατά προτίμηση μεσημέρι μετά από εξαντλητικό κολύμπι, στη σκιά, βλέποντας θάλασσα, ανασαίνοντας θάλασσα (το βράδυ προτιμώ φεγγαράδα και καλό κρύο λευκό κρασί ή τζιν-τόνικ)
  4. απογευματινή βόλτα στα σοκάκια της χώρας (ποιας χώρας άραγε… 🙂 )
  5. πολύ μουσική, κατά προτίμηση ροκ και ρέγγε (την τελευταία την έχω συνυφασμένη με νησιά και καλοκαίρι – τα νησιώτικα, όταν είναι αυθεντικά και όχι συρτοτσιφτετέλια του κερατά, τα γουστάρω πολύ σε πανηγύρια και ειδικά αν κάτσει κάνας μάγκας πιτσιρικάς επισκέπτης που ανακατεύεται με τους ντόπιους βιολιτζίδες κι αρχίζουν οι ρακές και τα παντρέματα των μουσικών δρόμων… όλα τα λεφτά!)
  6. Αν μιλάμε για Αθήνα, βόλτες κάτω απ’ την Ακρόπολη και στο Γκάζι, θερινά σινεμά, συναυλίες και ..μέτρημα των ημερών για αναχώρηση
  7. Κατάστρωμα
  8. Κάμπινγκ (για αποδράσεις εκτός Σερίφου)
  9. Θάλασσα (την ανέφερα; )
  10. Δεν ξέρω.. πρέπει να είναι δέκα;

I’ m still in love – Marcia Aitken

Advertisements

ο Συρανό ντε Μπερζεράκ, ο Καραμούτσουνας και η τρέλα με το ψωμί

Posted in του τρελού οι τρέλες, εκμυστηρεύσεις on 30 Μαρτίου, 2008 by trelos

«Σας έκοψα λίγο ψωμί… Πάρτε να δοκιμάσετε. Μου το έστειλαν από Παλλήνη. Έτσι, για να θυμηθούμε τη γεύση… Όπως πριν πολλά χρόνια.»

Μου έδωσε το ψωμί, τυλιγμένο προσεκτικά σε πολυμπάγκ, σκούρο ψωμί, γεμάτο -το πρόσωπό του έλαμπε σαν παιδιού. Είναι κάποιοι άνθρωποι, λέω, πραγματικά απλοί, γεμάτοι ανυπόκριτο ενθουσιασμό για τα πράγματα και καλοσύνη. Γνωρίζεις αίφνης έναν γιατρό και λες δεν είναι όλοι ίδιοι, γιατί να γενικεύουμε, γιατί να ισοπεδώνουμε;

Τον ευχαρίστησα ευγενικά, πήρα το ψωμί και το χαμόγελό του να με συνοδεύει. Το άλλο δεν του το είπα. ‘Οτι, δηλαδή, τα τελευταία χρόνια μόνο τέτοιο ψωμί τρώω.

cyrano.jpg

Ξεκίνησε όταν ένας καλός φίλος, ξέροντας τις ..ανησυχίες μου περί αυτού, μου έκανε δώρο το εξαιρετικό βιβλίο της Εύης Βουτσινά, Το Ψωμί. Ή μάλλον όχι, ξεκίνησε όταν έκλεισε ο φούρνος του Καραμούτσουνα… Καλύτερα να το πιάσω από την αρχή: ξεκίνησε όταν είδα στον κινηματογράφο (και αργότερα διάβασα) το Cyrano με τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ. Ο Συρανό ντε Μπερζεράκ, ο ποιητής με την μυθικών διαστάσεων μύτη, γνωστός καυγατζής και λογοτέχνης του 17ου αιώνα, ανάγεται στη σφαίρα του θρύλου διά πένας Εντμόν Ροστάν. Θα μου πείτε, τι σχέση έχει με την ιστορία του ψωμιού; Πολύ απλό: πρώτος στην ποίηση, πρώτος στη μάχη, πρώτος σε όλα! Αυτή ήταν η αρχή και ο τρόπος ζωής του Συρανό που μου έκαναν αμέσως το κλικ. Νίτσε για αρχάριους. Δεν υπάρχουν όρια. Τα ήδη φουσκωμένα μυαλά μου γίναν αερόστατο. Ο,τιδήποτε μου κινούσε το ενδιαφέρον, έπρεπε να το κατακτήσω. Ήθελα τα πάντα. Και μέσα σ’ αυτά τα πάντα, κόλλησε και το ψωμί.

Υπήρχε, λοιπόν, στη Σέριφο ένας φούρνος που έβγαζε ένα ψωμί… άρτο! Το ίδιο ψωμί, σ΄ένα μοναδικό σχήμα και με την ίδια απαράλλαχτη γεύση επί χρόνια. Μιλάμε όμως για ψωμί-σημείο αναφοράς, απ’ αυτά που όταν γυρνούσες στην Αθήνα κουβαλούσες δυο-τρία μαζί σου, αφού δεν μπορούσες να κουβαλήσεις τον ίδιο τον ξυλόφούρνο και το Βαγγέλη τον Καραμούτσουνα πακέτο. Καραμούτσουνας είναι παρατσούκλι, αφού έτσι γνωρίζονται μεταξύ τους οι άνθρωποι στο νησί μου. Αν πεις πως θες το Βαγγέλη Δρογώση, λίγοι θα καταλάβουν ποιον εννοείς. Το φούρνο λοιπόν ο κυρ Βαγγέλης τον έκλεισε, πάνε δέκα χρόνια και… -σ’ εμένα όμως (και σε πολλούς άλλους!) η γεύση του ψωμιού του αποτελεί μέτρο σύγκρισης, σε βαθμό που να μην μπορώ να συμβιβαστώ με τα πλαστικά ψωμιά που βρίσκει κανείς εδώ (και -δυστυχώς πλέον- στη Σέριφο).

Μεγάλη υπόθεση η αρτο-ποίηση! Κατ’ αρχάς, να πω εδώ ότι ψωμί για μένα σημαίνει προζύμι. Και όταν λέμε προζύμι εννοούμε -για να μην τρελαθούμε, δηλαδή- ζυμαράκι που κρατάμε ως μαγιά για το επόμενο ψωμί. Κύριοι φουρνάρηδες! (Μάλιστα, φουρνάρηδες, γιατί τον τίτλο του αρτοποιού τον δικαιούνται πολύ λίγοι.) Πόσες φορές δεν έχω μπει στον πειρασμό να πάρω μια γωνιά απ’ το ψωμάκι μου και να μπω στα μαγαζιά σας να σας δείξω τι είναι «ζυμωτό», γιατί όταν σας ρωτάω «τι εννοείτε ζυμωτό;» και μου λέτε «με προζύμι», μού ‘ρχεται να βάλω τα γέλια. Και να εξηγήσω τη διαφορά: το ψωμί με το προζύμι είναι βαρύ, γεμάτο και -λόγω της υγρασίας που κρατάει- διατηρείται σχετικά φρέσκο για μέρες. Έχει και διαφορετική, πιο πολύπλοκη γεύση. Δεν είναι υποχρεωτικά ξινό, όπως νομίζουν οι περισσότεροι. Το ψωμί του κυρ-Βαγγέλη δεν ήταν καθόλου ξινό, πειραματίστηκα πολύ καιρό προσπαθώντας να πετύχω τη γεύση του (δυστυχώς, χωρίς τον ξυλόφουρνο). Το μυστικό; Λίγο μέλι (εντάξει, κάνει και η ζάχαρη) που δίνει και άρωμα. Ένα πράγμα που με αποθάρυνε στις αρχές, όσον αφορά πάντα στο προζύμι, ήταν πώς θα το φυλάξω. Διάβαζα ή άκουγα διάφορα για το τι κάνανε οι γιαγιάδες μας (λακούβες στο αλεύρι, λάδια, ιστορίες..) και τελικά κατάλαβα ότι στην εποχή του ηλεκτρικού ψυγείου τα πράγματα είναι απλούστατα: λίγη ζύμη στο μέγεθος μεγάλης γροθιάς, ριγμένη χωρίς καμιά άλλη φροντίδα σ’ ένα βαζάκι με καπάκι και …στο ψυγείο. Καλλιέργεια μυκήτων -δεν παθαίνει τίποτα. Το να ξινήσει είναι φυσιολογικό, το αντίθετο …ανησυχητικό.

Έτσι λοιπόν, κάθε Σάββατο είναι μέρα αφιερωμένη στον άρτο μας τον επιούσιο. Ένα κιλό αλεύρι βγάζει κοντά ενάμισυ κιλό ψωμί κι αυτό είναι αρκετό για ολόκληρη τη βδομάδα. Ευτυχώς που υπάρχει η τεχνολογία: με τον ηλεκτρικό ζυμωτήρα ο συνολικός χρόνος ενασχόλησης δεν είναι πάνω από μισή ώρα, το υπόλοιπο απλά περιμένεις -στην αρχή να «ανέβει» η ζύμη (μαγική διαδικασία, ειδικά αν γνωρίζεις ότι αυτό οφείλεται στις εκκρίσεις κάποιων πολύ-πολύ μικρών πλασμάτων) και στη συνέχεια να ψηθεί. Αποφεύγω τον πειρασμό να επεκταθώ περισσότερο, με κίνδυνο να γίνω γραφικός. Η περιέργεια, η αγάπη για τα πράγματα, η φροντίδα, η επιθυμία για υπέρβαση ακόμα και στα πιο καθημερινά, το ταξίδι… αυτά είναι ο σκοπός μου. Το ψωμί, ένα κεφάλαιο είναι μόνο…

artos.jpg

στο φτερό του καρχαρία

Posted in εκμυστηρεύσεις, οι μεγάλοι μου δάσκαλοί with tags , , on 15 Μαρτίου, 2008 by trelos
skipper-straad.jpg

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα

Υπάρχουν άνθρωποι που περνάνε απ’ τη ζωή σου αφήνοντας ένα διακριτικό άρωμα

και άνθρωποι που περνούν σαν οδοστρωτήρες, σαν ανεμοστρόβιλοι κι η ζωή σου ποτέ πια δεν είναι ίδια.

Τέτοιοι υπήρξαν για μένα δύο, στα δεκαπέντε μου, ο Ελύτης κι ο Καββαδίας. Αργότερα ήρθαν βέβαια κι άλλοι πολλοί, ο Σεφέρης, ο Ρίτσος, ο Λειβαδίτης, ο Λόρκα.. Όμως εκείνοι οι δύο πρώτοι εφηβικοί έρωτες υπήρξαν οι οδηγοί μου και δάσκαλοι στη μεγάλη περιπέτεια της ποίησης. Αφήνω, προσωρινά, τον Ελύτη -σε τρεις μέρες συμπληρώνονται δώδεκα χρόνια απ’ το θάνατό του, ένας λόγος παραπάνω για να επανέλθω.

Έχω εδώ και αρκετό καιρό μια εγγραφή για τον Καββαδία στο μυαλό μου, από τότε που ο φίλος Ιάκωβος με ρώτησε γιατί ομοιοκαταληξία;

Λοιπόν, υπάρχουν δύο ειδών ρίμες, εκείνες που φτιάχνονται κατά παραγγελία επί συγκεκριμένου θέματος, όπως στους στίχους των περισσότερων τραγουδιών -και εκείνες που δίδαξαν ο Πόε, ο Μπωντλαίρ και οι άλλοι συμβολιστές του προπερασμένου αιώνα: εκείνες που χρησιμοποιούν τη μορφή σαν όχημα αναζήτησης κόσμων κρυμμένων πίσω από τις λέξεις. Η ροή του λόγου και το ειδικό βάρος κάποιων λέξεων πάνε μπροστά, όλα τα άλλα ακολουθούν. Η χωροχρονική συνέχεια και συνέπεια των γεγονότων είναι αδιάφορη και -από την άποψη αυτή- η συχνά βασανιστική τεχνική τους βρίσκεται στον αντίποδα αλλά στοχεύει στο ίδιο αποτέλεσμα με την αυτόματη γραφή των σουρεαλιστών: να ανασύρει ασυνείδητες ιδέες και εικόνες, κάποιες φορές εντελώς άσχετες προς τις αρχικές προθέσεις του δημιουργού.

Ο Καββαδίας απογείωσε αυτή την τεχνική. Ξεκίνησε με την πρώτη του συλλογή -τα Μαραμπού– να θυμίζει έντονα τα fleurs du malτου Μπωντλαίρ (δραματικές περιγραφές, επιτηδευμένος λόγος), για να εκτοξευτεί στη συνέχεια με το Πούσι και το Τραβέρσο σε επίπεδα αφαίρεσης απρόσιτα για ελάσσονες ποιητές.

Δεν θα θεωρητικολογήσω άλλο. Παραθέτω ένα (μοναδικό απ’ όσο ξέρω) παράδειγμα ενός δραματικού γεγονότος (της αυτοκτονίας του Εγγλέζου θερμαστή William George Allum για χάρη μιας γυναίκας) δοσμένου σε δύο διαφορετικά ποιήματα.
Στο πρώτο, ο πρώιμος συμβολιστής των Μαραμπού, δίνοντας έμφαση στην περιγραφή του δράματος, θυμίζει περισσότερο στιχοπλόκο.

Εγνώρισα κάποια φορά σ’ ένα καράβι ξένο
έναν πολύ παράξενο Εγγλέζο θερμαστή,
όπου δε μίλαγε ποτέ κι ούτε ποτέ ειχε φίλους
και μόνο πάντα εκάπνιζε μια πίπα σκαλιστή.

Όλοι έλεγαν μια θλιβερή πως είχεν ιστορία
κι όσοι είχανε στο στόκολο με δαύτον εργαστεί
έλεγαν ότι κάποτες, απ’ το λαιμό ως τα νύχια,
είχε σε κάποιο μακρινό τόπο στιγματιστεί.

Είχε στα μπράτσα του σταυρούς, σπαθιά ζωγραφισμένα,
μια μπαλαρίνα στην κοιλιά που εχόρευε γυμνή
κι απά στο μέρος της καρδιάς στιγματισμένην είχε
με στίγματα ανεξάλειπτα μιαν άγρια καλλονή…

Κι έλεγαν ότι τη γυναίκα αυτήν είχε αγαπήσει
μ’ άγριαν αγάπη, ακράτητη, βαθιά κι αληθινή
κι αυτή πως τον απάτησε με κάποιο ναύτη Αράπη
γιατί ήτανε μια αναίσθητη γυναίκα και κοινή

Τότε προσπάθησεν αυτός να διώξει από το νου του
την ξωτική που αγάπησε, τόσο βαθιά, ομορφιά
κι από κοντά του εξάλειψεν ό,τι δικό της είχε,
έμεινεν όμως στης καρδιάς τη θέση η ζωγραφιά.

Πολλές φορές στα σκοτεινά τον είδανε τα βράδια
με βότανα το στήθος του να τρίβει οι θερμαστές…
Του κάκου, γνώριζεν αυτός -καθώς το ξέρουμ’ όλοι-
ότι του Αννάμ τα στίγματα δεν βγαίνουνε ποτές…

Κάποια βραδιά ως περνούσαμε από το Bay of Bisky
μ’ ένα μικρό τον βρήκανε στα στήθια του σπαθί.
Ο πλοίαρχος είπε «θέλησε το στίγμα του να σβήσει»
και διάταξε στη θάλασσα την κρύα να κηδευτεί.

H ίδια ιστορία δίνεται με διαφορετικό τρόπο στο Πούσι. Τα γεγονότα παραλλάσσονται καθώς ανασύρονται, η ιστορία μπερδεύεται με τη φαντασία, ο χρόνος κατακερματισμένος σαν μέσα σε όνειρο. Σε κάθε ξεχωριστή λέξη ελλοχεύει το απροσδόκητο, πίσω της θαρρείς πως διαβάζεις παράλληλα ένα δεύτερο ποίημα.

Έβραζε το κύμα του γαρμπή
είμαστε σκυφτοί κι οι δυο στο χάρτη
γύρισες και μου ‘πες πως το Μάρτη
σ’ άλλους παραλλήλους θα ‘χεις μπει

Κούλικο στο στήθος σου τατού
που όσο κι αν το καις δε λέει να σβήσει
είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μια κρίση μαύρου πυρετού

Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό

Τʼ Άλφα του Κενταύρου μια νυχτιά
με το παλλινώριο πήρα κάτου
μου ‘πες με φωνή ετοιμοθανάτου
να φοβάσαι τ’ άστρα του Νοτιά

Άλλοτε απ’ τον ίδιον ουρανό
έπαιρνες τρεις μήνες στην αράδα
με του καπετάνιου τη μιγάδα
μάθημα πορείας νυχτερινό

Σ’ ένα μαγαζί του Nossi Be
πήρες το μαχαίρι δυο σελίνια
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
ξάστραψε σαν φάρου αναλαμπή

Κάτου στις αχτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι
τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι
και τ’ ωραίο γλυκό της Κυριακής.

Αυτό το δεύτερο το ακούσαμε μελοποιημένο από το Θάνο Μικρούτσικο με τη φωνή της Αιμιλίας Σαρρή. Το ξαναάκουσα πριν από ένα χρόνο από τη Ρίτα Αντωνοπούλου σε τηλεοπτική εκπομπή και ..έμεινα. Δεν ξέρω σε ποια μακρινά νεφελώματα είναι διακτινισμένη, σίγουρα πάντως πολύ μακριά από την παρέα που αφήνει τα πηρούνια και την παρακολουθεί κατάπληκτη γύρω της. Πολύ μεγάλη ερμηνεύτρια.

Και επειδή ένα δεν είναι ποτέ αρκετό
Νίκου Καββαδία, Καραντί, μουσική: Θάνος Μικρούτσικος, ερμηνεία: Ρίτα Αντωνοπούλου

τα μαγικά καρεδάκια

Posted in του τρελού οι τρέλες, εκμυστηρεύσεις with tags on 10 Μαρτίου, 2008 by trelos


Πότε άρχισε η τρέλα με τα κόμικς;

asterix.jpg
Στα έξι μου χρόνια, όταν άρχισα να διαβάζω Disney και Κλασσικά Εικονογραφημένα (και σιγά-σιγα Αστερίξ, Λουκυ Λουκ και Marvel); Συχνά υπό το καθεστώς της γκρίνιας (ή και της απαγόρευσης) του πατέρα, ο οποίος φοβόταν -τι φοβόταν άραγε; Πως θα με απομάκρυναν από τα σοβαρά αναγνώσματα;

hugo-pratt.jpg
Ή στα δεκαοχτώ, όταν ανακάλυψα τη Βαβέλ, το Παραπέντε και τα «ενήλικα» κόμικς, γενικότερα; Τον Πρατ, τον Μανάρα, τον Μπιλάλ, τον Μουρ, τον Γκάιμαν και τους άλλους μάγους του καρέ;

fabry-gaiman.jpg

Μάλλον το δεύτερο. Όχι πως θεωρώ τα πρώτα σαχλά ή ασήμαντα. Ακόμα και τώρα απολαμβάνω το αστραφτερό πνεύμα του Ρενέ Γκοσσινύ, διαβάζοντας τα ίδια πολυξεφυλλισμένα τεύχη του Αστερίξ στις καταπληκτικές μεταφράσεις του Αργύρη Χιόνη (ή στο πρωτότυπο για να «ξεσκονίσω» τα γαλλικά μου). Μόνο τα αμερικάνικα με τους υπερήρωες έχω απομυθοποιήσει κάπως..

alan-moore-watchmen.jpg

Εικαστική πανδαισία, ποίηση εικόνων και χρωμάτων, ανατρεπτικός λόγος, χιούμορ, φαντασία -εντάξει, μπορεί να τα βρεις δίπλα σε μετριότητες και σκουπίδια, αλλά και με ποια μορφή τέχνης δεν συμβαίνει αυτό; Προσωπικά απολαμβάνω ένα καλό κόμικ το ίδιο με ένα καλό βιβλίο και έχω στη βιβλιοθήκη μου κάποια που τα πάνε μια χαρά δίπλα στον Μίλλερ, τον Κούντερα και τον Ρόμπινς.

manara-pratt.jpg
Γονείς, αφήστε τα παιδάκια να διαβάζουν τους μεγάλους κλασσικούς της ένατης τέχνης, έστω και μόνο για να ξεκολήσουν λίγο από τη μιζέρια της τηλεόρασης και του πλέυ-στέησιον. (Το μόνο που ρισκάρετε είναι να δείτε τα κανακάρια σας να κάνουνε την τρέλα παράσημο σαν την αφεντιά μου)

λολ, φίλε έχεις ξεφύγει τελείως..

manara-gaiman.jpg

χαβαλερε

Posted in Από τη μεριά του τρελού, εκμυστηρεύσεις with tags on 2 Μαρτίου, 2008 by trelos

Απόκριες. Καρναβάλια. Ξεφάντωμα. Διονυσιασμός. Πειράγματα. Δεν έχω τίποτα εναντίον τους.. Αντιθέτως.

Τα παιδικά μου χρόνια ήταν συνυφασμένα με αστεία και πειράγματα. Ο πατέρας μου ήταν -και είναι- μεγάλο πειραχτήρι, με αποτέλεσμα βέβαια να γίνω κι εγώ (κι ίσως, εξαιτίας μου, κάποια στιγμή να γίνει και ο δικός μου γιος). Παραδόξως ( ; ) όμως, ένα από τα πράγματα που σιχαινόμουν πάντα ήταν και είναι ο χαβαλές. Η ομαδική αφασία. Ίσως ακούγεται αντιφατικό, αλλά στο μυαλό μου δεν είναι καθόλου: το αστείο (ως τρόπος αντίδρασης αλλά και ως στάση απέναντι στα πράγματα, με την έννοια του χιούμορ) είναι ένας καθαρά ανθρώπινος μηχανισμός διότι έχει άμεση σχέση με τη συνείδηση –συνείδηση της ασημαντότητάς μας και της άγνοιάς μας, ένα αντίδοτο στην αμηχανία και στο φόβο. Ο χαβαλές είναι άλλο πράγμα.

Ο χαβαλές είναι το ξίφος του κυνικού, ο εύκολος δρόμος να κερδίσω την προσοχή της ομάδας. Εκμεταλλεύεται τους κώδικες του αστείου αλλά έχει τόση σχέση μ’ αυτό, όση έχει η σεξουαλική παρενόχληση με το φλερτ. Γι αυτό και –πολύ συχνά- ο χαβαλές είναι αστείο, διασκέδαση, πείραγμα εις βάρος κάποιου άλλου, συνήθως διαφορετικού από εμένα. Χαβαλές είναι η χοντρή σάτιρα (στα όρια του χλευασμού) εναντίον κάποιου εύκολου στόχου, είναι επίσης–κάποιες άλλες φορές- η γελοιοποίηση αυτού που με ξεπερνά και με κάνει να αισθάνομαι μειονεκτικά. Και είναι, βεβαίως, αυτό που πουλάει, αυτό που σπάει τα μηχανάκια της τηλεθέασης –η φωνή της μετριότητας που δεν μπορεί να ξεχωρίσει διαφορετικά, παρά κραυγάζοντας (σαν τον Σαλιέρι στο Amadeus) ‘μετριότητες όλου του κόσμου, ενωθείτε’.

Δεν έχω τίποτα με τα καρναβάλια. Ούτε με τους μασκαράδες τους. Με τους άλλους «μασκαράδες» έχω. Αυτούς για τους οποίους όλα, κάθε μέρα, είναι καρναβάλι. Που το κάθε τι, καλό-κακό δεν έχει σημασία, μπαίνει στο κρεβάτι του Προκρούστη και κόβεται στα μέτρα της δικής τους μαγκιάς. Αυτούς για τους οποίους καμιά αξία δεν είναι υπεράνω ευτελισμού κι έτσι την ίδια αναγάγουν σε αξία την ευτέλεια.

Φοίβος Δεληβοριάς – Η υβρεοπομπή

Τραγούδι στο πνεύμα των ημερών (λόγω αθυροστομίας) και στο πνεύμα πιστεύω των παραπάνω: ένας από τους πιο αγαπημένους μου νέους δημιουργούς μιλά με περίσσεια έμπνευση και τόλμη για ευτέλεια. Και επειδή αισθάνομαι την ανάγκη να επανορθώσω που τον ξέχασα στο πανηγύρι, ιδού άλλο ένα.

τα νεύρα μου..

Posted in πού να πώ τον πόνο μου, εκμυστηρεύσεις with tags on 22 Δεκέμβριος, 2007 by trelos

Καλά να πάθω! Πάνω από δυο μήνες εγγραφών, χωρίς έναν έλεγχο από ξένο σύστημα. (Πόσο αμελής/αφελής μπορείς να είσαι, τρελέ μου! Μόνο ερωτήσεις σε κάποιους γνωστούς σχετικά με την εμφάνιση των ποστ.) Έτσι, σήμερα μόλις ανακάλυψα το αόρατο μπουρδέλο «blogroll» του προηγούμενου template.

(Κι αναρωτιόμουν γιατί δεν το χρησιμοποιεί κανείς άλλος. Εμ, βέβαια..)

Τελικά, ουδέν αμιγές κακό. Ήταν μια αφορμή να ξεκολλήσω από κάτι που ούτως ή άλλως δεν με ικανοποιούσε (διότι, οι τρελοί, κολλάμε άσχημα μερικές φορές).

Maestro, άψογο το graffiti. Σ’ ευχαριστώ κι από εδώ.                           (Το τραγουδάκι, αφιερωμένο..)