Archive for the δύσκολες ερωτήσεις Category

αυνάν

Posted in δύσκολες ερωτήσεις, κουβέντα να γίνεται on 7 Δεκέμβριος, 2011 by trelos

μάλλον δεν ανήκει στην κατηγορία «κομμουνιστής»

μάλλον ούτε στην κατηγορία «φασίστας» ανήκει

κι εσείς στο κλαμπ λοιπόν μεσιέ Ζισκάρ;

ηλεκτρικός θησέας;

Posted in δύσκολες ερωτήσεις with tags , , , on 1 Μαΐου, 2010 by trelos

μπαμπά;

μμμ;

γιατί δουλεύει σήμερα η μαμά;

ε;

λέω, σήμερα που είναι πρωτομαγιά, πώς είναι δυνατόν εκείνη να δουλεύει;

χμμ…

είναι απεργία, δεν είναι; εκείνη γιατί δουλεύει; φταίει που η δουλειά της δεν είναι..εε..δημόσιο;

κατά κάποιον τρόπο..βλέπεις, τα μαγαζιά πρέπει να δουλέψουν.

αφού τα σούπερ μάρκετ είναι κλειστά!

εννοώ, τα μαγαζιά που σερβίρουν..πρέπει ο κόσμος που απεργεί να βρει κάπου να πιει τον καφέ του.

α..έτσι εξηγείται..

Γ.Μαρκόπουλος-Δ.Βάρος, ηλεκτρικός θησέας
(ερμ. Π.Σιδηρόπουλος, Μ.Φωτίου)

Με κάτασπρο πανί ένα καράβι απ’ το πενήντα έχει να φανεί
και συ βιδώθηκες μες στο λιμάνι με ανθοδέσμη που ‘χει μαραθεί.
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί
ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί
.

Σε εδίκασαν να σπαταλάς τα χρόνια σε μια ζωή χωρίς προοπτική.
Χάνεσαι σαν το γλάρο στην Ομόνοια και όταν ψάχνεις λύση στην φυγή.
Πληρώνεις όσο-όσο τα διόδια και κομματιάζεσαι στην εθνική.
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι Αριάδνη έχει μουγκαθεί.

Ποιος είναι ισοβίτης στο σκοτάδι ποιος αλαφιάζει δίχως πληρωμή;
Ποιος σκύβει στους αφέντες το κεφάλι και ποιος τα βράδια κλαίει σαν παιδί;
Ποιος ονειρεύεται πως κάποιοι άλλοι βγαίνουν και κάνουν πρώτοι την αρχή;
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί.

Ναυάγια ονείρων αρμενίζουν και τα κεφάλια γεμισαν σκουριά.
Στα σούπερ μάρκετ τέλειωσε η ελπίδα και συ κοκκαλωσες στη σκαλωσιά.
Πού πήγαν οι τρακόσοι του Λεωνίδα και τι θα πούμε τώρα στα παιδιά;
Ηλεκτρικός Θησέας; Και τα λοιπά.

Φοβάσαι ότι θα ‘ρθει καταιγίδα και θα μας πνίξει όξινη βροχή,
βάλε σε γυάλα μέσα την πατρίδα και κρύψε την καλά μέσα στη γη.
Μήπως την ψάχνουν σαν την Ατλαντίδα αφού η Πανδώρα ανοίγει το κουτί;
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μπερδευτεί.

Ψηφοθηρία, λόγοι κι εμβατήρια ποτέ δεν έφεραν την αλλαγή
για αυτό και χάθηκες στα σφαιριστήρια και μες στα γήπεδα την Κυριακή.
Τώρα καθώς κοιτάς τα διυλιστήρια ρωτάς ποιοι σ’ έχουν βάλει στο κλουβί.
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει τρελαθεί.

Να κλείσεις θες πληγή θανατηφόρα και μες στα νέα ψάχνεις για δουλειά.
Τα δάκρυα σου γίνονται μαστίγια και τον λαιμό σου σφίγγουν σα θηλιά.
Όσα τα κέρδισες με τα μαρτύρια τα παζαρεύουν πάλι στα χαρτιά,
τρέχεις να ψάξεις μες στα καταφύγια και βρίσκεις μιαν αιχμάλωτη γενιά.

Μια πλαστική ανέμισες σημαία, πίστεψες σ’ έναν άγνωστο θεό
κρέμασες το μυαλό σε μια κεραία ειδήσεις σίριαλ και τσίχλα ροκ.
Και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν τα λάθη κλέβουν τον καιρό;
Και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν το ψέμα σέρνει τον χορό;

Ζωγράφισε έναν ήλιο στο ταβάνι, μίλησε με τ’ αγέρι της νυχτιάς
και χόρεψε μαζί με τη σκιά σου στους ήχους μιας αδύναμης καρδιάς.
Πάρε τηλέφωνο την μοναξιά σου ή βγες ξανά στον δρόμο της φωτιάς
πάρε τηλέφωνο την μοναξιά σου ή βγες ξανά στον δρόμο της φωτιάς.

η αγάπη, ή μήπως ο έρωτας; (συνέχεια)

Posted in δύσκολες ερωτήσεις on 30 Απρίλιος, 2009 by trelos


Ξεκίνησα (2 ποστ πιο πριν) μια κουβέντα περί αγάπης, έρωτα και μαγικών κλειδιών, με αφορμή μια σκηνή στο δρόμο, έναν πλατωνικό διάλογο και δύο τραγούδια. Και θα την κλείσω εδώ, με τις ιδέες έτσι όπως γεννήθηκαν, ελάχιστα επεξεργασμένες.

Η κριτική μου εστιάζει, κατά βάση, στην παρακάτω πολύ κοινή και δημοφιλή ιδέα: «ο έρωτας είναι ένα συναρπαστικό συναίσθημα, πολύ σημαντικό για τη διαιώνιση του είδους, όμως κατά τα άλλα είναι ένα πάθος μάλλον ρηχό, βραχύχρονο και εξαιρετικά εγωιστικό. Η αγάπη, αντιθέτως, είναι ένα συναίσθημα πιο βαθύ και στέρεο, πάνω στο οποίο μπορεί με πολύ περισσότερη ασφάλεια να οικοδομηθεί μια σχέση».
Αν κρατούσα κάτι απ’ το παραπάνω συνοθύλευμα συντηρητικών στερεοτύπων, θα ήταν η λέξη ασφάλεια. Η ασφάλεια είναι ένα πολύ βασικό ζητούμενο από καταβολής κόσμου. Περνά σε δεύτερη μοίρα κατά τη διάρκεια των μεγάλων κοινωνικών επαναστάσεων και επανέρχεται μετά το πέρας τους, όταν το καπάκι τοποθετείται ξανά πάνω στο καζάνι που βράζει.

Δεν θα αδικήσω την Αγάπη. Είναι μια υψηλή αξία και ως τέτοια την τιμώ. Θέλω μόνο να υπερασπιστώ τον Έρωτα, που μέσα στα καλούπια της αστικής ηθικής αισθάνομαι ότι ασφυκτιά. Ωραίος για τα τραγούδια. Και για τους εφήβους. Μετά, ακολουθεί τη μοίρα του ροκ και της αμφισβήτησης: νεανικές τρέλες.

Κατ’ αρχάς, τι κοινό έχουν οι δύο συναισθηματικές καταστάσεις; Εμπεριέχουν επιθυμία. Συνιστούν διαύλους επικοινωνίας μεταξύ δύο προσώπων. Και απαιτούν κάποιου είδους υπέρβαση του Εγώ.
Όταν μίλησα, στο προηγούμενο ποστ, για ανιδιοτέλεια, κυρίως σ’ αυτόν τον τελευταίο παράγοντα αναφερόμουν. Θα μπορούσα να επιχειρηματολογώ ώρες για το πόσο, στην πραγματικότητα, ιδιοτελές συναίσθημα είναι αυτή η αγάπη που καθημερινά ξεφουρνίζουν γονείς, παιδιά, αδέρφια και «κολλητοί/τες». Έδωσα όμως μια γεύση και φτάνει.

Δεν θα υποστηρίξω, βέβαια, ότι ο Έρωτας δεν είναι κι αυτός ιδιοτελής. Γιατί, φυσικά, όταν μιλάμε για Έρωτα εννοούμε κάτι πολύ περισσότερο από την έλξη και την τρυφερή επικοινωνία των σωμάτων. Αν περιορίζαμε την κουβέντα σε κάποιου είδους διονυσιακή αγάπη, μια αγάπη -εν τέλει- για τη ζωή την ίδια, πέρα από διαμεσολαβήσεις, κτητικότητες και λοιπές συμβάσεις και συναλλαγές, ίσως να καταλήγαμε σε κάτι πραγματικά αγνό, ίσως να καταλήγαμε να συζητάμε για την αγνότητα πριν το …προπατορικό αμάρτημα.
Ωστόσο, όπως όλοι καλά γνωρίζουμε, ο Έρωτας είναι κάτι πολύ διαφορετικό, αλλά και πολύ ενδιαφέρον μες στη διαφορετικότητά του. Ο Έρωτας, η «ιερή μανία» του Πλάτωνα, είναι ψυχαγωγός και ψυχοτρόπος, προϋποθέτει το αντικείμενο του πόθου με τις συγκεκριμένες του ιδιότητες, ένα αντικείμενο-μέσο μεταφοράς, με όλη τη σημασία της λέξης. Είναι, απ’ όσο μπορώ να γνωρίζω, η πλέον υπερβατική κατάσταση που μπορεί να βιώσει ο μέσος άνθρωπος χωρίς τη βοήθεια ουσιών, με την έννοια ότι οδηγεί πέρα από τα όρια, γκρεμίζει τα τείχη, ξεφλουδίζει τα πέπλα και κάνει θρύψαλα τις βιτρίνες πισω απ’ τις οποίες κρύβεται το Εγώ και, αν στο τέλος οφείλουμε να τον κατηγορήσουμε κι αυτόν για ιδιοτέλεια, είναι γιατί όλες του οι λειτουργίες κατατείνουν στην ένωση αυτή χωρίς την οποία αυτοακυρώνεται.

Πόσο αδιάφορη μου φαίνεται ακόμα και η πιο γοητευτική πνευματικά γυναίκα, άκαμπτη μες στα νοητικά φτιασίδια της κι απρόσιτη μέσα στο ψυχικό οχυρό της! Και πόσο συναρπαστική, η ίδια γυναίκα, ερωτευμένη! Όταν με κάνει καθρέφτη της κι έτσι μου δίνει πρόσβαση στο άδυτό της…
Αν δεν το ‘χει -ο μάγος αυτός- το κλειδί, τότε ποιος;

a-young-girl-defending-herself-against-eros-bouguereau

εικόνα: William-Adolphe Bouguereau, A Young Girl Defending Herself Against Eros

η αγάπη, ή μήπως ο έρωτας;

Posted in δύσκολες ερωτήσεις with tags , , on 27 Απρίλιος, 2009 by trelos

Κανονικά, αυτή τη στιγμή έπρεπε να δακτυλογραφώ το ένατο κεφάλαιο της πεταλούδας. Όμως, κάποιες φορές προκύπτει κάτι πάνω στο οποίο σκοντάφτουμε ξανά και ξανά λες και προσπαθεί να προκαλέσει την προσοχή μας. Ξέρετε τι εννοώ. Σ’ εμένα άρχισε μ’ έναν Πλατωνικό διάλογο. Συνεχίστηκε μ’ ένα στιγμιότυπο στο δρόμο. Και κατέληξε με την ακρόαση ενός τραγουδιού. Λέω λοιπόν ν’ αναμετρηθώ μαζί του – τώρα- οι περιπέτειες του Οδυσσέα και της παρέας του ας περιμένουν μερικές ώρες.

Το θέμα Αγάπη-Έρωτας είναι τεράστιο κι απ’ όπου να το πιάσεις καίει. Δεν ξέρω καν αν έχω το κουράγιο να ολοκληρώσω έστω τις λίγες αυτές σκέψεις -να τις τινάξω σαν βότσαλα στην επιφάνεια του νερού- που τριγυρνούν στο μυαλό μου. Και, πρώτα-πρώτα, μακριά από ορισμούς (και αφορισμούς). Όπως το καταλαβαίνει κανείς, είναι καλύτερα. Δυο ερωτήσεις μόνο: η αγάπη (όπως ψυχανεμίζεται ο Νίκος Πορτοκάλογλου) ή ο έρωτας κρατά το μαγικό κλειδί; και ποιος από τους δύο είναι ο πιο ανιδιοτελής;

Ας αρχίσω με το τραγούδι. Μου το έφερε η αδερφή μου πριν από κάνα-δυο ώρες: «θέλεις ν’ ακούσεις το τελευταίο σι-ντι του Τσακνή;» Δεν είμαι φαν του, μου είναι ωστόσο συμπαθής και επιπλέον δεν ήθελα να την πληγώσω. Το μάτι μου έπεσε αμέσως στον «κύριο» Φρανσουά Βιγιόν, με τον οποίο έχουμε ήδη αναπτύξει μια σχέση, οπότε πήγα απευθείας σ’ αυτόν. Δεν ξέρω την ιστορία του ποιήματος, φαίνεται ωστόσο πως αντικείμενο εδώ είναι ο Ερωτευμένος, τη σχέση του οποίου με τη σύνεση ο ποιητής αντιμετωπίζει με μια, θαρώ, συμπονετική ειρωνία.

Το μυαλό μου πήγε αμέσως στο Φαίδρο του Πλάτωνα, ένα διάλογο που είχα διαβασμένο πριν από χρόνια και σχεδόν ξεχασμένο. Την περασμένη εβδομάδα που κάτι έψαχνα, ξεφυλλίζοντάς τον επιπόλαια σταμάτησα στο σημείο που παρουσιάζει τον έρωτα ως ένα είδος ιερής μανίας (θεϊκής τρέλλας, για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του σήμερα, σχεδόν του συρμού) μια από τις μανίες εκείνες που τείνουν να φέρουν την ψυχή σε επαφή με το Κάλλος και την πρωταρχική ουσία των πραγμάτων.

Δεν έχω σκοπό να ξεκινήσω εδώ συζήτηση για τις απόψεις και τις παραβολές του μεγάλου φιλοσόφου. Υπάρχουν επ’ αυτού πολύ αξιότεροι από μένα. Θα πω μόνον ότι διαβάζοντας αυτά, η προσέγγισή μου ήταν αρκετά διαφορετική σε σχέση με την πρώτη φορά και η ιδέα της ιερής μανίας αρκετά πιο οικεία. Όλες αυτές τις μέρες, λοιπόν, στριφογυρνούσε στο μυαλό μου, μέχρι σήμερα το πρωί που έτυχε να παρακολουθήσω αυτό το στιγμιότυπο στο δρόμο.

Ήταν μια οικογένεια τσιγγάνων. Με το κλασσικό φορτηγάκι -το ντάτσουν, που λέγαμε κάποτε- γεμάτο παλιά αντικείμενα. Καθώς το αυτοκίνητο είχε σταματήσει για τις καθιερωμένες διαπραγματεύσεις, τα πιτσιρίκια ( τριών-τεσσάρων; ) βρήκαν την ευκαιρία να ξαμοληθούνε στην άσφαλτο, ξυπόλητα φυσικά. Περνώντας, αντιλήφθηκα την καλή γυναίκα (την πελάτισσα) που, σαν και τη δική μου μάνα κάποτε, τους φώναζε να φορέσουν παπούτσια για να μην πατήσουν κανένα γυαλί.

Η πρώτη μου αντίδραση ήταν να διασκεδάσω με την αφέλεια της γυναίκας -η αμέσως επόμενη να αναζητήσω τα κίνητρά της. Αγνή, ανιδιοτελής αγάπη; ( Θα μπορούσε; ) Πίσω από την αντίστοιχη αγωνία της μάνας μου θα μπορούσα εύκολα να βρω το σκουλήκι της ιδιοτέλειας: αν κοπώ, εκείνη θα τρέχει… Κι όμως, η μάνα μου, όπως ακριβώς η γυναικούλα αυτή, το ίδιο θα φώναζε σ’ οποιοδήποτε παιδί. Εκεί, στο σημείο όπου το άμεσο προσωπικό συμφέρον εξαφανίζεται, εκεί θα μπορούσε να στηριχτεί ένα επιχείρημα περί μη ιδιοτέλειας και περί πραγματικής αγάπης …ή μήπως όχι;

Ας προσπαθήσουμε να δούμε την προστατευτικότητά της σαν ένστικτο (μητρική αγάπη κλπ κλπ) που όπως όλα τα ένστικτα λειτουργεί αυτόνομα: η μάνα προβάλλει το δικό της (υπαρκτό ή μη) παιδί στο κάθε παιδί. Αν το κάνουμε αυτό, έχουμε πρόβλημα. Πρόβλημα με την υποτιθέμενη ανιδιοτέλεια. Τα ένστικτα είναι ιδιοτελή από τη φύση τους. Ακόμα και η περίφημη θυσία της μάνας: αν γίνεται από επιλογή, είναι μεγαλειώδης -αν γίνεται από ένστικτο, είναι φυσικός μηχανισμός.

Ας το πιάσουμε λίγο διαφορετικά. Αν υποθέσουμε ότι δεν μιλάμε για προστατευτικότητα -τότε τι άλλο θα μπορούσε να ωθεί μια γυναίκα να «κυνηγά» ένα άγνωστο τσιγγανόπουλο να φορέσει παπούτσια; Μήπως αυτό καθεαυτό το …παπούτσωμα; Η κοινωνική (αλλά και φυσική) ανάγκη της εξομοίωσης; Τότε, η γυναίκα με τη στοργή της βρίσκεται στον αντίποδα εκείνου ο οποίος θ’ αντιμετώπιζε το παιδί με κοροϊδία ή και σιχασιά, έχει όμως παρόμοια κίνητρα: την άρνηση, τη μη αποδοχή της διαφορετικότητάς του. Αφού το δικό της παιδί φορά παπούτσια, όλα τα παιδιά οφείλουν να φορούν.

Μα τότε, θα παρατηρήσει κάποιος, δεν έχει καμιά σχέση με αγάπη, οπότε κακώς το συζητάμε. Κι όμως, εδώ ακριβώς βρίσκεται η δική μου η αμφιβολία. Για σκεφτείτε… Πόσες φορές δεν έτυχε να φερθείτε διαφορετικά απ’ ό,τι ενδεχομένως θα θέλατε, για χάρη ενός ανθρώπου που σας αγαπά; Και πόσες φορές ενδεχομένως είπατε η αγάπη μου θα τον αλλάξει; Καταλαβαίνετε τώρα που το πάω, ο ύπουλος. Κι είστε ίσως έτοιμοι να επαναστατήσετε: ακριβώς επειδή η πραγματική αγάπη είναι ανιδιοτελής, θα όφειλα πράγματι να φέρομαι διαφορετικά απ’ ό,τι θα ήθελα. Και όταν συμβαίνει να κάνω παραχωρήσεις ή ακόμα και να αλλοτριώνομαι ολοκληρωτικά, δεν με εξαναγκάζει η δική του αγάπη για μένα, αλλά η δική μου γι αυτόν.

Δεν θα πω τίποτα επ’ αυτού, επιτρέψτε μου ωστόσο να αμφιβάλλω. Ίσως επειδή έχω δει πάρα πολλές φορές την καλοσυνάτη αυτή αγάπη να χρησιμεύει ως Δούρειος Ίππος ή ίσως επειδή γενικώς είμαι επιφυλακτικός με την ανιδιοτέλεια. Όμως τι γίνεται με τον Έρωτα; Δεν υποτίθεται ότι θα είχαμε μια ωραία, τίμια αντιπαράθεση; Φυσικά, μόνο που το τράβηξα λίγο απόψε και τα μάτια μου κλείνουν. Θα επανέλθω τάχιστα.

Ν.Πορτοκάλογλου, η αγάπη ίσως ξέρει (μαζί: Χ.Αλεξίου, Α.Μάνου)

Ν.Ζουδιαρης- F.Villion, ο κύριος Francois Villion (Δ.Τσακνής)