Archive for the αναγνώσεις/ ακροάσεις Category

The birds will all fly from my head

Posted in αναγνώσεις/ ακροάσεις with tags , on 25 Ιουλίου, 2009 by trelos

«Πού βρισκόμαστε εμείς;» ρώτησε ο Σάντοου. «Εγώ είμαι στο δέντρο; Είμαι νεκρός; Βρίσκομαι εδώ; Νόμιζα ότι είχαν τελειώσει όλα. Τι είναι πραγματικό;»
«Ναι», είπε ο Ουίσκι Τζακ.
«Ναι; Τι σόι απάντηση είναι το “Nαι;”»
«Καλή απάντηση. Αληθινή απάντηση επίσης.»
Ο Σάντοου είπε, «Κι εσύ θεός είσαι;»
Ο Ουίσκι Τζακ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Εγώ είμαι πολιτιστικός ήρωας», είπε. «Κάνουμε τις ίδιες μαλακίες που κάνουν κι οι θεοί, απλά τα κάνουμε σκατά πιο συχνά και κανείς δεν μας λατρεύει. Λένε ιστορίες για μας, αλλά λένε εκείνες που μας δίνουν κακή εικόνα μαζί μ’ εκείνες όπου τα βγάλαμε πέρα αρκετά καλά».
«Κατάλαβα», είπε ο Σάντοου. Και καταλάβαινε, πάνω κάτω.
«Κοίτα», είπε ο Ουίσκι Τζακ. «Τούτη εδώ δεν είναι καλή χώρα για θεούς. Ο λαός μου το κατάλαβε αυτό πολύ νωρίς. Υπάρχουν δημιουργά πνεύματα τα οποία ανακάλυψαν τη γη ή την έφτιαξαν ή την έχεσαν, αλλά σκέψου το: ποιος θα λατρέψει το Κογιότ; Έκανε έρωτα με τη Γυναίκα Ακανθόχοιρο και το μόνο που κατάφερε ήταν να μετατρέψει την πούτσα του σε μαξιλαράκι για καρφίτσες. Μάλωνε με τις πέτρες κι οι πέτρες πάντοτε νικούσαν.
»Έτσι, ναι, ο λαός μου κατάλαβε ότι μπορεί να υπάρχει κάτι πίσω απ’ όλα αυτά, ένας δημιουργός, ένα μεγαλύτερο πνεύμα, κι έτσι του λέμε ευχαριστώ, γιατί είναι πάντα καλό να λες ευχαριστώ. Αλλά δεν χτίσαμε ποτέ εκκλησίες. Δεν το χρειαζόμασταν. Η γη ήταν η εκκλησία. Η γη ήταν η θρησκεία. Η γη ήταν γηραιότερη και σοφότερη από τους ανθρώπους που την περπατούσαν. Μας έδινε σολομούς και καλαμπόκι και βούβαλους κι αποδημητικά περιστέρια. Μας έδινε πεπόνια και κολοκύθες και γαλοπούλες. Κι ήμασταν τα παιδιά της γης, όπως κι ο σκαντζόχοιρος και το βρομοκούναβο κι η γαλάζια κίσσα».
Τελείωσε τη δεύτερη μπύρα του κι ένευσε προς το ποτάμι στο κάτω μέρος του καταρράκτη. «Αν ακολουθήσεις αυτό το ποτάμι για λίγο, θα φτάσεις στις λίμνες όπου φυτρώνει το άγριο ρύζι. Την εποχή του άγριου ρυζιού, βγαίνεις με το κανό σου στις λίμνες παρέα μ’ ένα φίλο και τινάζεις το ρύζι μέσα στο κανό και το μαγειρεύεις και το αποθηκεύεις και θα σε κρατήσει για πολύ καιρό. Σε διαφορετικά μέρη υπάρχει διαφορετικό είδος τροφής. Αν πας αρκετά μακριά στο νότο, υπάρχουν πορτοκαλιές, λεμονιές κι εκείνα τα μαλακά πράσινα φρούτα που μοιάζουν με αχλάδια…»
«Τα αβοκάντο».
«Τα αβοκάντο», συμφώνησε ο Ουίσκι Τζακ. «Αυτά είναι. Δεν φυτρώνουν εδώ. Αυτή είναι η χώρα του άγριου ρυζιού. Η χώρα του ελαφιού. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι πως η Αμερική έτσι είναι. Δεν είναι γόνιμη χώρα για θεούς. Δεν πιάνουν καλά εδώ. Είναι σαν αβοκάντο που προσπαθούν να φυτρώσουν στη χώρα του άγριου ρυζιού».

…Επέστρεψαν στην καλύβα του Ουίσκι Τζακ. Εκείνος άνοιξε την πόρτα. Ο Σάντοου δίστασε. «Μακάρι να μπορούσα να μείνω εδώ μαζί σου», είπε. «Φαίνεται ωραίο μέρος».
«Υπάρχουν πολλά ωραία μέρη», είπε ο Ουίσκι Τζακ. «Αυτό είναι το θέμα, μάλλον. Άκου, οι θεοί πεθαίνουν όταν λησμονηθούν. Κι οι άνθρωποι το ίδιο. Αλλά η γη παραμένει εδώ. Τα όμορφα μέρη και τα άσχημα. Η γη δεν πηγαίνει πουθενά. Ούτε κι εγώ.»

Neil Gaiman, American Gods (Ο Πόλεμος των Θεών, μετ. Νινα Μπούρη, εκδ. οξύ)

tom waits, i’ ll be gone

who watches the watchmen?

Posted in αναγνώσεις/ ακροάσεις with tags on 11 Μαρτίου, 2009 by trelos

wch2Αύριο βγαίνει στις αίθουσες μια από κείνες τις ταινίες που σπάνε τα ταμεία, βασισμένη στο πολύκροτο άλμπουμ των Alan Moore και Dave Gibbons. Εγώ πάλι, μη έχοντας καμιάwch7 εμπιστοσύνη στην ικανότητα του Χόλυγουντ να παράγει κάτι περισσότερο από συνοδευτικά για ποπ-κορν, προτείνω να διαβάσετε το ίδιο το κόμικ.

wch6

wch1

Δεν είναι το «απόλυτο» ή το «καλύτερο κόμικ όλων των εποχών», όπως το ανακάλυψαν ξαφνικά τα σαϊνια του μάρκετwch41ινγκ (ή όπως πιθανώς σας προϊδεάσει το γεγονός πως έχει συμπεριληφθεί -δεν ξέρω με τι κριτήρια- στον κατάλογο του Τime με τα 100 σημαντικότερα σύγχρονα λογοτεχνικά έργα). Υπάρχουν στο χώρο των κόμικς αριστουργήματα με τα οποία θα ήταν αδόκιμο όσο και άδικο να συγκριθεί το watchmen, σίγουρα ωστόσο είναι κορυφαίο στο είδος τους.wch8wch5

wch3Η πρόσφατη ελληνική έκδοση, λόγω ποιότητας και συγκυρίας, είναι αρκετά «αλμυρή». Αν δεν σας ενδιαφέρει τόσο η ζωντάνια των χρωμάτων, το σκληρό εξώφυλλο και η μετάφραση, υπάρχει και η αγγλόφωνη στη μισή τιμή.

οι εικόνες από Alan Moore-Dave Gibbons, Watchmen, DC comics 1986-1987 και Alan Moore-Dave Gibbons, Watchmen, εκδόσεις Αnubis 2008

The Beatles, a day in the life


Ζορμπάς ή Βούδας; Λέοναρντ Κοέν!

Posted in αναγνώσεις/ ακροάσεις with tags , on 8 Ιουλίου, 2008 by trelos

Στο Μανχάταν έπεσε άμμος στο μελανοδοχείο του. Στη Βιέννη εξερράγη το κουτί με τα μπαχαρικά του. Και στην Ελλάδα, στο νη­σί της Ύδρας, ήρθε ο Ορφέας τα χαράματα καβάλα σ’ ένα διά­φανο γάιδαρο και πέρασε νέες χορδές στη φτηνή του κιθάρα. Από εκείνη τη στιγμή άφησε τον εαυτό του πρόθυμα και αδιάντροπα εκτεθειμένο στην αρρώστια της μουσικής. Στη φευγαλέα θρησκευ­τικο-σεξουαλική περιέργεια του σοβαρού αναζητητή προστέθηκε το ανοιχτά παράτολμο πάθος του ρομαντικού τροβαδούρου. Όταν γύρισε στην Αμερική, τα τραγούδια δούλευαν μέσα του σαν μέλισ­σες στη σοφίτα και οι ειδήμονες ένιωθαν ανεξέλεγκτη μια λαχτάρα για το νυχτερινό του μέλι, παρόλο που μερικές φορές τους πλήγωνε την καρδιά.

… Πριν από μια δεκαετία, ένας δάσκαλος που αυτοαποκαλούνταν Σρι Μπαγκουάν Ραζνίς, βρήκε το όνομα «Ζορμπάς ο Βούδας» για να περιγράψει τον ιδα­νικό σύγχρονο άνθρωπο: έναν άνθρωπο στοχαστικό που διατηρεί ένα δεσμό βαθιάς αφοσίωσης με τις κοσμικές ενέργειες, αλλά νιώ­θει επίσης απόλυτη άνεση μέσα στη φυσική σφαίρα. Ένας τέτοιος άνθρωπος ξέρει την αξία του ντάρμα και την αξία του γερμανικού μάρκου, ξέρει πόσα να δώσει φιλοδώρημα σ’ έναν σερβιτόρο σε παρισινό νάιτ-κλαμπ και πόσες φορές να υποκλιθεί σ’ έναν ναό του Κιότο. Ένας άνθρωπος που μπορεί να λειτουργήσει επιχειρηματικά όταν είναι απαραίτητο, αλλά και να αφήσει τον νου του να διεισ­δύσει σ’ ένα κουκουνάρι ή τα πόδια του να χορέψουν με τρελό αυ­θορμητισμό αν παρακινηθεί από το τραγούδι. Αρνούμενος να γυ­ρίσει την πλάτη του στην ομορφιά, αυτός ο Ζορμπάς-Βούδας βρί­σκει στις απολαύσεις των αισθήσεων όχι μια αντίφαση αλλά μια επιβεβαίωση του πνευματικού εαυτού. Δεν ακούγεται πολύ σαν τον Λέοναρντ Κοέν;

Τομ Ρόμπινς, «Λέοναρντ Κοέν»
από τη συλλογή «αγριόπαπιες πετούν ανάστροφα, μετ. Γ.Μπαρουξής
(εκδ. αίολος)

Leonard Cohen, everybody knows

Επειδή δεν μπόρεσα να τον δω κι ούτε θα μπορέσω (30 Ιουλίου θα είμαι Σέριφο). Για τον Ρόμπινς θα γράψω με άλλη ευκαιρία.

πρώτες βοήθειες σε περίπτωση υστερίας

Posted in σα δε ντρέπονται, αναγνώσεις/ ακροάσεις with tags , , , on 5 Ιουνίου, 2008 by trelos

Μια μέρα, μου έρχεται η πιο όμορφη ίσως γυναίκα του νησιού -αλήθεια, ρε, πόσο φτωχιά και μίζερη είναι η μοναξιά χωρίς γυναίκα, δεν μπορείς να το φανταστείς. Έρχεται, που λες, κάθεται στην πολυθρόνα, είναι καλοκαίρι, φοράει ένα τσιτάκι που κολλάει σα γάντι στο κορμί της, είναι κατάμαυρη απ’ τον ήλιο και μοσκοβολάει θάλασσα και βασιλικό. Ευτυχώς, εγώ φοράω ιατρική μπλούζα. Έτσι όταν, σε κάθε άγγιγμα της γυναίκας, όπως είναι φυσικό, μου σηκώνονται τα πάντα, δεν κινδυνεύω να γίνω ρεζίλι. Όμως ο ιδρώτας τρέχει ποτάμι από πάνω μου, τα πόδια μου κόβονται, η γλώσσα μου είναι ξερή σα μετζεσόλα και τα χέρια μου τρέμουν σα να ‘χω Πάρκινσον. Κάθεται λοιπόν, της λέω; τι συμβαίνει; Μου λέει, γιατρέ, του δόντι μ’, θα πεθάνω. Της λέω, ποιο; Μου δείχνει στ’ αριστερά τής άνω γνάθου. Είχε κάτι μελαχρινά βυζιά, οι κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας, με δυο τσιτωμένες ρόγες που σου έβγαζαν γλυκά γλυκά τα μάτια. Ε, μόλις κάνω να σκαλίσω το δόντι με το άγκιστρο, γίνεται τάβλα, ξύλο, σου λέω. Τα μάτια της έχουν γυρίσει ανάποδα και το κορμί της έχει τεντώσει πάνω στην πολυθρόνα. Είμαι μόνος μου στο ιατρείο, ξέρω ότι αυτό είναι υστερία -ναι, μας κάνανε μαθήματα σ’ όλους τους υγειονομικούς- τη σηκώνω και την ξαπλώνω στον καναπέ. Ε, αφού κάνω τα εύκολα, της δίνω μπατσάκια, της τρίβω τους καρπούς των χεριών, κι αυτήδε λέει να συνέρθει, βάζω το χέρι μου κάτω απ’ το φουστάνι της, κάνω στο πλάι την κιλότα κι αρχίζω με τις ρώγες των δαχτύλων μου, αφού τις σάλιωσα πρώτα, να της χαϊδεύω την κλειτορίδα, που στο πρώτο άγγιγμα σηκωθηκε σαν το πουλί του Ερμαφρόδιτου… Ο ιδρώτας τρέχει ποτάμι από πάνω μου και τρέμω ολόκληρος. Δεν ξέρω πώς θα εξελισσόταν η ιστορία -ξέρεις, ρε, τι είναι να έχεις χρόνια ν’ αγγίξεις γυναίκα, και ξαφνικά η φούχτα σου να καίγεται από ένα ολάνθιστο, τρυφερό μουνί που συσπάται και υγραίνεται στο χάδεμά σου… Ευτυχώς, εκείνη την ώρα ακούω βήματα στην ξύλινη σκάλα, το σπίτι ήταν δίπατο, βλέπω το κεφάλι ενός παλιού συντρόφου Ακροναυπλιώτη να με κοιτάει με φρίκη. Με το που με βλέπει, κατρακυλάει τις σκάλες και φεύγει. Αυτό με συνέφερε, γιατί όπως πάλλονταν η γυναίκα, τραβούσε τα δάχτυλά μου προς τα μέσα, όπου τα τοιχώματα του κόλπου της, βελούδινες μυλόπετρες, τα συνέτριβαν, και γω χάδευα σαν τρελός, ξεχνώντας πια ότι αυτό ήτανε φάρμακο για να συνέρθει από την υστερία της -ούτε άκουγα τα βογκητά της, ούτε είδα τα μάτια της που άνοιξαν και με κοίταγαν με μια τρελή επίκληση… Τράβηξα το χέρι μου, υγρό και σπαραγμένο, πήγα πίσω από το παραβάν στο νεροχύτη, τάχα να πλυθώ, σηκώθηκε, κι αφού έφκιαξε την κιλότα της, κατακόκκινη, μου είπε ένα «με συγχωρείτε» και κατρακύλησε κι αυτή τις σκάλες… Το μεσημέρι με ειδοποίησαν ότι με ζητάει ο στρατοπεδάρχης. Πήγα, ήταν εκεί ο sύντροφος που σου είπα και ο υπεύθυνος του υγειονομικού, ένας τσίφτης που στον πολιτικό του βίο, που λένε, ήταν γκαρσόν. Μου λένε, κάτσε, κάθομαι. Λένε του μπαρμπα-Λευτέρη, λέγε. Κι αυτός, μέσα στη σύγχυσή του, ούτε λίγο ούτε πολύ, λέει ότι ήμουνα καβάλα στη γυναίκα. Μια ζωή μέσα ο κακομοίρης, σάματις ήξερε και πώς σμίγουν οι άνθρωποι; Τι να πεις. Τέλος, ύστερα από τις επιδέξιες ερωτήσεις του υγειονομικού, πείστηκαν όλοι ότι η γυναίκα είχε πάθει υστερία και γω προσπαθούσα να τη συνεφέρω, και μένα μου ‘ρχονταν να κόψω το χέρι μου και να το πάρω αγκαλιά… Τέλος, τους λέω ότι αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί, δηλαδή να κάνω τον οδοντογιατρό και στους ντόπιους, γιατί είναι σίγουρο ότι ή θα πάω στο τρελοκομείο, ή θα πατήσω το «άρθρον δέκα» και θα με απομονώσουν… Πράγματι, κόψαμε τις ιατρικές παρτίδες με τους ντόπιους, παρά τις διαμαρτυρίες τους, μια κι έτσι έπρεπε να πάνε στη Λήμνο ή στον Πειραιά για τα δόντια τους… Έτσι λοιπόν ‘σύχασαν και μένα λίγο τα νευροφυτικά μου…

Χρόνης Μίσσιος, χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε; (εκδ. γράμματα)

(Milo Manara… φυσικά)

Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Οι καλογέροι

τραγούδι: Σωκράτης Μάλαμας

Μιντόρι και Βατανάμπε

Posted in σα δε ντρέπονται, αναγνώσεις/ ακροάσεις with tags , on 17 Μαΐου, 2008 by trelos

«Χωρίς αστεία, Βατανάμπε», είπε, «φοβάμαι ότι δεν θα καταφέρουμε ποτέ τίποτα. Πώς θα χωρέσει αυτό το τεράστιο σκληρό πράγμα μέσα μου;»

«Αστειεύεσαι», είπα αναστενάζοντας.

«Ναι», είπε γελώντας.»Μην ανησυχείς. Όλα θα πάνε μια χαρά. Είμαι σίγουρη ότι θα χωρέσει. Σε πειράζει να ρίξω μια ματιά;»

«Καθόλου».

Η Μιντόρι μπήκε κάτω από τα σκεπάσματα κι άρχισε να ψαχουλεύει το πουλί μου από όλες τις μεριές, τραβώντας το δέρμα του και ζυγίζοντας τ’ αρχίδια μου στο χέρι της. Τελικά ξανάβγαλε το κεφάλι της και παίρνοντας βαθιά ανάσα είπε: «Μ’ αρέσει πολύ! Δεν θέλω να σε κολακέψω! Αλήθεια μ’ αρέσει!»

«Ευχαριστώ», απάντησα απλά.

«Δεν θέλεις όμως να το κάνεις μαζί μου, Βατανάμπε. Έτσι δεν είναι; Ώσπου να ξεκαθαρίσεις την ιστορία σου…»

«Θέλω και παραθέλω», είπα. «Θέλω τόσο πολύ που κοντεύω να τρελαθώ. Όμως δεν θα ήταν σωστό».

«Είσαι τρομερά ξεροκέφαλος! Αν ήμουν στη θέση σου, θα το έκανα πρώτα και θα το σκεφτόμουν μετά».

«Αλήθεια;»

«Αστειεύομαι», είπε η Μιντόρι με σιγανή φωνή. «Ούτε εγώ θα το έκανα αν ήμουν στη θέση σου. Κι αυτό αγαπώ σε σένα, αυτό ακριβώς».

«Πόσο μ’ αγαπάς;», τη ρώτησα, αλλά δεν μου απάντησε. Αντί γι αυτό σφίχτηκε πάνω μου, κόλλησε τα χείλη της στο στήθος μου κι άρχισε να χαϊδεύει τη στύση μου. Πόσο διαφορετικά κουνούσε το χέρι της η Ναόκο, σκέφτηκα αμέσως. Και οι δύο κοπέλες ήταν τρυφερές και υπέροχες. Με κάποιον τρόπο όμως τόσο διαφορετικές μεταξύ τους που είχα την αίσθηση ότι ζούσα μια αλλιώτικη εμπειρία.

«Βατανάμπε, βάζω στοίχημα ότι σκέφτεσαι σίγουρα την άλλη».

«Κάνεις λάθος», της έκρυψα την αλήθεια.

«Αλήθεια;»

«Αλήθεια».

«Γιατί, να ξέρεις, αυτό δεν θα μ’ άρεσε καθόλου».

«Δεν μπορώ να σκεφτώ καμιά άλλη», είπα.

«Θέλεις ν’ αγγίξεις το στήθος μου; Ή να βάλεις το χέρι σου εκεί… κάτω;», με ρώτησε η Μιντόρι.

«Και βέβαια θέλω. Καλύτερα όμως να μην το κάνω. Αν τα κάνουμε όλα μαζί, δεν θ’ αντέξω».

Η Μιντόρι έγνεψε καταφατικά, κουνήθηκε κάτω απ’ τα σκεπάσματα, έβγαλε το εσώρουχό της και το κράτησε μπροστά στο πουλί μου.

«Έτσι μπορείς να χύσεις», μου είπε.

«Μα θα σου το λερώσω».

«Κόφ’ το, εντάξει; Θα με κάνεις να κλάψω», είπε η Μιντόρι μ’ ένα ύφος πραγματικά κλαψιάρικο. «Θα το πλύνω. Μην κρατιέσαι λοιπόν, χύσε όσο θέλεις. Κι αν νοιάζεσαι τόσο για το κυλοτάκι μου, αγόρασέ μου ένα καινούργιο. Εκτός κι αν δεν μπορείς να χύσεις επειδή είναι δικό μου».

«Μη λες ανοησίες», της απάντησα.

«Ε, τότε, εμπρός, καν’ το».

«Όταν τέλειωσα, η Μιντόρι κοίταξε καλά καλά το σπέρμα μου. «Πο πο, τι πολύ που είναι!»

«Σου φαίνεται πολύ;»

«Όχι, όχι. Εντάξει είναι, ανόητε. Μπορείς να χύσεις όσο θέλεις», είπε με χαμόγελο κι ύστερα με φίλησε.

Το απόγευμα η Μιντόρι βγήκε και ψώνισε στη γειτονιά, ύστερα μαγείρεψε. Φάγαμε τεμπούρα και ρύζι με πράσινα φασολάκια στο τραπέζι της κουζίνας. Ήπιαμε μπύρα.

«Να τρως πολύ για νά ‘χεις μπόλικο σπέρμα», είπε η Μιντόρι. «Κι εγώ θα είμαι καλή και γλυκιά και θα σε βοηθάω να το ξεφορτώνεσαι».

«Σ’ ευχαριστώ πολύ», είπα.

«Ξέρω πολλούς τρόπους να το κάνω. Τους έμαθα από τα γυναικεία περιοδικά που είχαμε στο βιβλιοπολείο. Είχαν κάτι ένθετα, πώς να φροντίζετε τον άντρα σας για να μη σας απατήσει κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, όταν δεν θα μπορείτε να κάνετε έρωτα μαζί του. Υπάρχουν χιλιάδες τρόποι. Θέλεις να τους δοκιμάσουμε;»

«Ανυπομονώ».

Χαρούκι Μουρακάμι, Νορβηγικό δάσος

μετ. Μαρία Αγγελίδου (εκδ. Ωκεανίδα)

The Beatles, norwegian wood

Οι manga φιγούρες, του Χινάκο Τακανάγκα

ποιος από όλους;

Posted in χωρίς απάντηση, αναγνώσεις/ ακροάσεις with tags , , on 16 Μαΐου, 2008 by trelos

Συμβαίνει άραγε και στους άλλους αυτό; Να κοιτάζουν το παρουσιαστικό τους, την εξωτερική μορφή τους, και να μην αναγνωρίζουν τον εαυτό τους; Αντικρίζουν τάχα το είδωλό τους και θαρρούν πως βλέπουν ένα σκηνικό αδέξιο, μια παραμόρφωση της πραγματικότητας; Να συνειδητοποιούν με τρόμο ότι υπάρχει άβυσσος ανάμεσα στην εικόνα που σχηματίζουν γι αυτούς οι άλλοι και στην ιδέα που έχουν οι ίδιοι για τον εαυτό τους; Κι ότι η γνώση από μέσα και η γνώση απέξω απέχουν τόσο πολύ μεταξύ τους ώστε είναι αδύνατον να τις θεωρήσει κανείς γνώση του ίδιου προσώπου;

Πασκάλ Μερσιέ, Νυχτερινό τρένο για τη Λισσαβόνα

μετ. Μαρία Αγγελίδου (εκδ. Ψυχογιός)

Και γώ πού γεννήθηκα; Ω, Θεέ μου! Κι αν ακόμα για σας όλους τους πέντε γεννήθηκα σ’ αυτό το σπίτι, πού ‘ναι ένα και πέντε σπίτια μαζί, γεννήθηκε το χρόνο τάδε, το μήνα τάδε, τη μέρα τάδε ένας βλάκας, νομίζετε πως είναι ο ίδιος βλάκας για όλους;

Λουίτζι Πιραντέλλο, Ένας, κανένας και εκατό χιλιάδες

μετ. Αγνή Αγγέλου-Σπηλιώτη (εκδ. Ζαχαρόπουλος)

Ποιος ήταν απ’ όλους; Που υποστήριζε κάποτε ότι αφού η ζωή δεν έχει νόημα, θάνατο δε φοβάται; Που διάλεξε την περιπέτεια και τη φυγή, αγκιστρωμένος στης προσωρινότητας την ασφάλεια; Ο ίδιος αυτός που εμπρός σου στάθηκε μια λέξη ανίκανος να προφέρει δίχως της ποίησης το άλλοθι. Που έφηβος αγνόησε τον έρωτά σου, για να προσπέσει ενήλικος στα πόδια σου. Και να σε ξαναβρεί παιδούλα με των ρόδων το τέχνασμα. Τον θυμάσαι, δίκην Ρωμαίου, στο μπαλκόνι σου να πηδά ή να οργανώνει απαγωγές με τα πλοία της γραμμής, σαρδανάπαλο! Να ονειρεύεται των προβολέων τη λάμψη τη θριαμβική, μα και των φάρων την απόκοσμη. Και ποιος πες απ’ όλους αυτούς πρόδωσε τη φιλία για χάρη σου; Ποιος πληρώθηκε με το ίδιο το νόμισμα; Πληγωμένος ποιος ζήτησε της ζεστής αγκαλιάς την ασφάλεια; Και ποιος -επιτέλους- είναι αρκετά τρελός ν’ αναζητάει εκείνα που ξόρκιζε;

Ποιος απ’ αυτούς με βάζει πλάτη το πρωί και ποιος νικημένος με γυρεύει το σούρουπο;

χειμερινοί κολυμβητές, το πολλαπλό σου είδωλο

ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου

Posted in αναγνώσεις/ ακροάσεις with tags , , , on 22 Μαρτίου, 2008 by trelos

 

Η ποίησις είναι ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί. Τ΄άνθη μιλούν. Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες. Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος.

Ανδρέας Εμπειρίκος (από τον πλόκαμο της Αλταμίρας)

ekdromi.jpg

MECANO Untitled Mayakovsky

 

I know the power of words,
I know the tocsin of words.
They are not those that make theatre boxes applaud.
Words like that makes coffins break out, make them pace with their four oak legs.
It happens they are thrown out, not printed, not published.
But the word gallops, its saddle girth tightened, it rings through the ages and trains creep nearer to lick….poetry’s toil-hardened hands


Vladimir Vladimiroviç Mayakovsky, ημιτελές-ατιτλοφόρητο, δεν έχω περισσότερα στοιχεία κι ούτε χρειάζονται. Ακούστε το κομμάτι (οι ολλανδοί Mecano στο «δικό μας» Rockwave Festival), δυνατά!!

 


Τα ποιήματα: δρόμος!

Ο ποιητής έχει στα μάτια του το αρχέτυπο και ξέρει πως η φύση δεν οργίζεται, πραγματικά, ούτε με την όποια καταιγίδα. Ο ποιηματογράφος έχει στα μάτια του το εγώ του και παίρνει στα σοβαρά τα δάκρυά του. Φυσικό να φοβάται λοιπόν το βρυχηθμό των ερωτημάτων, την ίδια στιγμή που ο ποιητής ποιμαίνει τα ερωτήματα με την απόκριση που είναι ο ίδιος.
Ο ποιητής ολάκερος μπαίνει στα προβλήματα, ο ποιηματογράφος περνά πλάι απ΄τα προβλήματα. Γι αυτό διατυπώθηκε μια μέρα ο καημός: «Εχετε την ιδέα πως κάνετε ποίηση, όταν το αίμα σας είναι καλά σιγουρεμένο στις φλέβες;..»
Ο ποιητής έχει πάντα μες στην ψυχή του την ευλάβεια, ενώ οι ευλαβείς δεν έχουν πάντα μες στην ψυχή τους την ποίηση.

Νίκος Καρούζος (από τον υπνόσακκο)