Archive for the Τα μεγάλα ερωτήματα Category

γιατί μου αρέσει;

Posted in Τα μεγάλα ερωτήματα with tags , , on 6 Μαΐου, 2008 by trelos

Τι είναι το ωραίο; Γιατί κάποια πράγματα μου αρέσουν, ενώ κάποια άλλα όχι; Απαντήσεις του τύπου «είναι υποκειμενικό» και «περί ορέξεως κολοκυθόπιτα», για μένα συνιστούν υπεραπλουστεύσεις και προδίδουν αδιαφορία απέναντι στην ουσία του ερωτήματος. Στο βαθμό που η εξέλιξη προχωρά μέσα από τυχαίες μεταλλάξεις, μέσα από «ρήξεις της συμμετρίας», για να χρησιμοποιήσω έναν όρο της σύγχρονης φυσικής, οι μικρές αποκλίσεις είναι φυσιολογικές και αναμενόμενες. Οι κανόνες, ωστόσο, σε ζητήματα αισθητικής είναι πανίσχυροι και –συνήθως- ευεξήγητοι. Γιατί μας αρέσει πχ το άρωμα του δυόσμου, του λεμονιού ή του φρεσκοκομμένου καφέ, ενώ μας είναι δυσάρεστες οι μυρωδιές του χαλασμένου αυγού ή του φυλακισμένου ιδρώτα, μυρωδιές που προδίδουν εστίες μόλυνσης; Γιατί μας αρέσει το μέλι και τα φρέσκα φρούτα, σε αντίθεση με οτιδήποτε τοξικό ή σάπιο, που μας προκαλεί απέχθεια; Ανάλογες παρατηρήσεις μπορούμε να κάνουμε σε ζητήματα ωραιότητας του άλλου φύλου. Παρά τις αποκλίσεις, μια ωραία γυναίκα είναι συνήθως νέα, χαμογελαστή, χωρίς εμφανή ελαττώματα, με απαλό δέρμα που προδίδει υγεία και με έντονες καμπύλες που «υπόσχονται» γερά παιδιά. Με άλλα λόγια: οι αισθητικές προτιμήσεις –όπως όλα μας τα χαρακτηριστικά- υπόκεινται στους νόμους της κληρονομικότητας και των τυχαίων διαφοροποιήσεων: από αυτήν την άποψη, το ωραίο είναι υποκειμενικό. Οι προτιμήσεις, ωστόσο, που ευνοούν την επιβίωση και την αναπαραγωγή έχουν εξελικτικό πλεονέκτημα και γι’ αυτό ο σημερινός άνθρωπος είναι απόγονος εκείνων που έλκονταν (χωρίς να γνωρίζουν γιατί) από κάποια χαρακτηριστικά γνωρίσματα, τα οποία εντέλει ταξινομήθηκαν υπό τον γενικό τίτλο «ωραίο».

Καλά όλα αυτά -για πολλούς, εξάλλου, αυτονόητα- η μουσική όμως; Είναι ένα ερώτημα που με απασχολεί καιρό και δεν έχω ιδέα αν υπάρχει σχετική βιβλιογραφία. Σε καμιά άλλη μορφή τέχνης οι αισθητικές αξίες δεν είναι τόσο ξεκάθαρες και καθολικά αποδεκτές, όσο στη μουσική. Αυτό σημαίνει πως πρόκειται για κάτι παραπάνω από μια μορφή έκφρασης και αισθητικής ικανοποίησης. Τι είναι αυτό που κάνει συγκεκριμένες αλληλουχίες ηχητικών συχνοτήτων να είναι αισθητικά αποδεκτές, ενώ κάποιες άλλες ενοχλητικές; Για ποιο λόγο οι συνηχήσεις διαστημάτων τρίτης ή πέμπτης συνιστούν αρμονία, ενώ οι διαστημάτων δευτέρας παραφωνία; Και γιατί όλ’ αυτά συνδέονται τόσο στενά με τους λόγους (συσχετισμούς) των ακεραίων αριθμών, γεγονός που οδήγησε τον Πυθαγόρα στο «παν εστι αριθμός»; Όχι πως αυτό θα με βοηθούσε να απολαμβάνω τη μουσική περισσότερο, αλλά –φίλοι μου- πολύ θα ήθελα να ξέρω την απάντηση!

Van den Budenmayer, Concerto en mi mineur

Henry Matisse (1869-1954), La Musique
1939
Oil on canvas
45 3/8 x 45 3/8 in. (115.2 x 115.2 cm)
Albright-Knox Art Gallery, Buffalo, NY

Advertisements

Ο Θεός τον Άνθρωπο, ή ο Άνθρωπος το Θεό;

Posted in Τα μεγάλα ερωτήματα with tags on 21 Μαρτίου, 2008 by trelos

creation.jpg

Ποιος δημιούργησε ποιον; Αυτή η ερώτηση μου ήρθε ξανά, διαβάζοντας το «πιστεύω» του Νάνου Βαλαωρίτη στο ιστολόγιο της γητεύτριας.

Πιστεύω σε μια χημική ένωση Πατέρα Παντοκράτορα
Πιστεύω σε μια ηλεκτρική εκκένωση Άγιο Πνεύμα
Πιστεύω σ’ έναν Γιο Μονογενή που βγήκε από το σπέρμα
Πιστεύω σε μια φυσική εξέλιξη Μητέρα Αειπαρθένα
Πιστεύω σε μιαν Εκκλησία διακόπτρια του φωτός
Και σε δώδεκα Απόστολους του Έρωτα
Πιστεύω σ’ ένα Εσταυρωμένο Δέντρο
και σε μιαν αρχική ουσία Π
Πιστεύω σ’ έναν άγνωστο παράγοντα
Που γεννάει την περιέργεια
πιστεύω σ’ ένα πονηρό και σ’ ένα αθώο πνεύμα
Πιστεύω σε μιαν ωραία γυναίκα
Που θα με κάνει ευτυχισμένο
Πιστεύω στη μεγάλη δύναμη της φαντασίας
Που μπορεί στην κόλαση να δει έναν παράδεισο
Στο καθετί που βλέπω που ακούω που μαντεύω που αγαπώ
Πιστεύω
Πιστεύω σ’ έναν άνθρωπο αποφυλακισμένο
Απ’ τα δεσμά της σκέψης του του φόβου του το αυγό
Άγιος ελεύθερος στον Αιώνα τον Άπαντα.

Νάνος Βαλαωρίτης
Ποιήματα, 1
(1944-1964)

Σε τι πιστεύει τελικά ο ποιητής; Μα το λέει καθαρά! Νομίζω πως ακούω τον Προμηθέα του, στον Αιώνα τον Άπαντα να μου φωνάζει: Αν θέλεις να πιστεύεις, πίστευε, αλλά όχι από φόβο! Μπορείς;

Στο ιστολόγιο της γητεύτριας βρήκα επίσης την καταπληκτική ιστορία της Luisa Isabel Álvarez de Toledo, της κόκκινης δούκισσας, μια πραγματική ιστορία τρέλας που μπροστά της οι δικές μου μοιάζουν ανόητες φάρσες. Είπα να γράψω κάτι, αλλά καλύτερα να τη διαβάσετε ολόκληρη εκεί, στο φυσικό της χώρο, αξίζει.

Τι είναι ο άνθρωπος

Posted in τρελού μονόλογοι, Τα μεγάλα ερωτήματα on 6 Ιανουαρίου, 2008 by trelos

vitrouvios.jpg

 Έλλογο ον, κατά τον Αριστοτέλη, κοινωνικό ζώο κατά τον Σπινόζα.

Το σπουδαιότερο δημιούργημα κατά τον Έντισον, το αθλιότερο των πλασμάτων, κατά τον Όμηρο.

Για τον Νίτσε, ένα τεντωμένο σκοινί ανάμεσα στο ζώο και τον Υπεράνθρωπο.

Ένα σκεπτόμενο καλάμι για τον Πασκάλ.

Ο Σαίξπηρ τον παρομοίαζε με το Θεό. 

Ο Διογένης έψαχνε γι’ αυτόν μια ζωή.

Κάπου εδώ δημιουργείται ένα κενό: η συνεισφορά της αφεντιάς μου, αυτή που θα μου χαρίσει μια θέση ανάμεσα στα μεγάλα πνεύματα (ή έστω μια θέση στον πάγκο).

-κρακ–κρακ-

-εισπνοή-                                                                                             

                                                                 -εκπνοή-        

                                                                                                                                  Φύγαμε!

    Άνθρωπος εστί ον αντιφατικόν και αυτοαναιρούμενον.

    (Και ελπίζω οι εξηγήσεις που ακολουθούν να είναι αρκετά αντιφατικές και αυτοαναιρούμενες ώστε να το επιβεβαιώσουν.)

    Υπάρχει μία ευρέως διαδεδομένη άποψη που υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος είναι το μοναδικό γνωστό ον με το χάρισμα (;) της συνείδησης. Συνείδηση της προσωρινής του ύπαρξης και της προσπάθειάς του να βάλει «τάξη στο χάος». Δυστυχώς γι’ αυτόν και για όλο το υπόλοιπο σύμπαν, τα αποτελέσματα δεν φαίνονται να τον δικαιώνουν. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες του τρελού, τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά.

    Ο άνθρωπος είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της τάξης σ’ ολόκληρο το ζωικό βασίλειο, πόσο μάλλον σε σύγκριση με τα φυτά και τα ορυκτά. Καλλιεργεί διαμέσου των αιώνων τη χαριτωμένη συνήθεια να ξεπατώνει ο,τιδήποτε καλόγουστο και συγυρισμένο δημιουργεί η φύση, για να το αντικαταστήσει με κάτι ασουλούπωτο και γελοίο.

    Καμώνεται τον καλλιτέχνη και δημιουργεί «αθάνατα έργα». Πολύ λίγο φαίνεται να υποψιάζεται ότι τα αθάνατα έργα της φύσης προϋπήρχαν της δικής του βλάσφημης επέμβασης και θα παραμείνουν τέτοια, σε πείσμα της καταστροφικής του μανίας.

    Παριστάνει τον αρχιτέκτονα: σκάβει τη γη, ξεπατώνει τα δάση, καταστρέφει τη δομή των αρχέγονων υλικών, για να κατασκευάσει μ’ αυτά μια καινούργια, αποκύημα ζωηρότατης φαντασίας  την οποία οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε. Μια νέα δομή την οποία θα καταστρέψει ο ίδιος λίγα χρόνια αργότερα με μεθόδους που ελάχιστα διαφέρουν (και μόνον ως προς την τεχνική) απ’ αυτές που χρησιμοποιούν τα θηρία της ζούγκλας όταν πεινάνε.

    Υποδύεται το φιλόσοφο. Αγωνίζεται φιλότιμα να εξασφαλίσει την τάξη και την εύρυθμη λειτουργία της παραγωγικής του μηχανής, οργανώνοντας τις κοινωνίες του με βάση κάποια κατ’ ευφημισμό «συστήματα», τα οποία το μόνο που εξασφαλίζουν, τελικά, είναι η δυσαρέσκεια των πάντων. Υπάρχουν πολλά τέτοια συστήματα, περίπου ένα για κάθε γεωγραφική ομάδα. Η μανιχαϊστική του ιδεοληψία, ωστόσο, τον οδηγεί να τα κατατάσσει σε δύο μεγάλες κατηγορίες, το «καπιταλιστικό» και το «σοσιαλιστικό».

    Το καπιταλιστικό σύστημα, σε γενικές γραμμές, δέχεται ότι ο άνθρωπος δεν έχει επί της ουσίας κανένα λόγο να προσπαθεί να διαφέρει από τα άλλα ζώα σε κάτι, πέραν της πεποιθήσεως ότι μπορεί να βελτιώσει κάποτε τη ζωή του με τη βοήθεια κάποιων μαγικών χαρτιων, στο κυνήγι των οποίων σπαταλά το μεγαλύτερο μέρος της, ώσπου να καταλάβει το μέγεθος της ανοησίας του κι έτσι να τον θεωρούν οι νεώτεροι «σοφό γέροντα» (χωρίς, όμως, να βιάζονται να του μοιάσουν).

    Το σοσιαλιστικό σύστημα από την άλλη, υποτίθεται ότι προσβλέπει στην ισότητα όλων των ανθρώπων, τουλάχιστον από παραγωγικής και κοινωνικής πλευράς. (Τώρα τι σημαίνει «ισότητα» και τι ακριβώς είναι η κοινωνική πλευρά της, είναι δυο ζητήματα που προτιμώ να παρακάμψω, καθότι απαιτούν χώρο και χρόνο  που μπορούμε να αξιοποιήσουμε καλύτερα αερολογώντας.) Το γεγονός είναι πως γι αυτήν την ιδέα γράφτηκαν και ειπώθηκαν περισσότερα ίσως από οποιαδήποτε άλλη, με μοναδική εξαίρεση τις ιδέες κάποιου εμπνευσμένου μισότρελου (παναπεί: μακρινού συγγενή), ο οποίος έζησε πριν κάτι χιλιάδες χρόνια αλλά θεωρείται πάντα επίκαιρος.

    Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ο άνθρωπος αυτός υποστήριξε με πάθος ιδέες όπως «αγάπη προς τον συνάνθρωπο», «συμφιλίωση», «ταπεινότητα» και άλλες παρεμφερείς, για χάρη και στο όνομα των οποίων έγιναν σφαγές, εκτελέσεις, βασανισμοί, εμπρησμοί, λεηλασίες, ξυλοδαρμοί, ισοπεδώθηκαν χωριά και πολιτείες ολόκληρες, έγιναν πραξικοπήματα και επαναστάσεις, μεταρρυθμίσεις και αποσχίσεις, εμφύλιοι πόλεμοι και καταρρεύσεις, παλινορθώσεις και επανορθώσεις και ηρωισμοί και δολοφονίες και αποκαταστάσεις και παλινωδίες κάθε λογής. Και έγιναν βιασμοί και αντεκδικήσεις και ευνουχισμοί και άλλες πράξεις απολύτως αναμενόμενες για το γνώστη της ψυχοσύνθεσης αυτού του φανατισμένου θηρίου. 

    Είναι για να τον λυπάσαι τον καημένο. Αδιόρθωτος γκαφατζής, έχει συνήθως για αφετηρία του τις καλύτερες των προθέσεων. Περνάει το ένα τρίτο της ζωής του κάνοντας πράγματα που δεν μπορεί να αιτιολογήσει και που τα βαφτίζει «εργασία». Αν σκεφτεί κανείς ότι άλλο ένα τρίτο το περνά μην κάνοντας τίποτα, μπορεί εύκολα να καταλάβει γιατί το υπόλοιπο που απομένει το περνά βασανιζόμενος από ερωτήματα του τύπου «να ζει κανείς ή να μη ζει», ερωτήματα στα οποία απαντά κάποτε με τρόπο ακραία αποτελεσματικό.

    Ξέρω, φίλε αναγνώστη, πως όλ’ αυτά τα βρίσκεις ήδη αρκετά θλιβερά. Πιθανότατα δε, αναρωτιέσαι «τι με νοιάζει εμένα τι κάνει αυτός ο τύπος;» Πίστεψέ με, βρίσκω αυτό το πλάσμα εξίσου ανάξιο λόγου και βαρετό όσο κι εσύ κι ωστόσο έχει έναν τέτοιο τρόπο να σε προκαλεί που είναι αδύνατο να το αγνοήσεις. Θέλω δεν θέλω, ανακαλύπτω  μετά από λίγο τον εαυτό μου να μιλάει γι’ αυτόν, να φωνάζει, να βρίζει, να χλευάζει κι όταν κάποια στιγμή καταλαβαίνω πως έχω ξεπεράσει τα όρια, είναι πλέον αργά: η ψυχική μου ηρεμία έχει πετάξει και, το χειρότερο, το πιο εξευτελιστικό απ’ όλα, είναι που συνειδητοποιώ πως έχω γίνει ένα μ’ αυτόν που περιφρονώ.