Archive for the Ιστορίες τρέλας Category

ουροφύλακες

Posted in Ιστορίες τρέλας on 11 Απρίλιος, 2010 by trelos

Η λέξη τινάχτηκε απ’ το στόμα του σαν πίδακας. Στο χρώμα των ούρων. Ή της σούμας, οι συνειρμοί ήταν αναπόφευκτοι. Έριξα μια ματιά στο υποκίτρινο περιεχόμενο του ποτηριού που ετοιμαζόμουν να φέρω στο στόμα μου κι άλλη μια πάνω από αυτό. Παρ’ ότι η ένταση της φωνής του, λόγω και της έξαψης απ’ το αλκοόλ, ήταν αρκετές σκάλες ανεβασμένη, δεν υπήρχε φόβος να φτάσει σε αδιάκριτα αυτιά. Η μουσική και οι φωνές των θαμώνων καθιστούσαν δύσκολο ν’ ακουστεί ακόμα κι από μένα.
«Εδώ μιλάμε για πρέζα κι εκείνος σας έκανε ουροφύλακες;»
Αυτό ήταν κάτι καινούργιο. Πρέζα στο σχολείο; Τον κοίταξα με δυσπιστία. «Νόμιζα ότι η ιστορία αφορούσε τσιγάρα», είπα. Με κοίταξε με οίκτο.
«Ουροφύλακες!» ξαναείπε. Ακούμπησα το ποτήρι στον ξύλινο πάγκο.

Ουροφύλακες. Εντεταλμένη υπηρεσία στις τουαλέτες. «Θα μας τον τινάζετε κιόλας;» Ποινές για τσιγάρα. Στο προαύλιο, πίσω απ’ τις γωνίες. Ημερήσιες αποβολές. «Μα αφού καπνίζουν οι ίδιοι!» «Δεν είμαστε ίσα κι όμοια!» Μάθε, στραβάδι, να ξεχωρίζεις τους αμνούς απ’ τα ερίφια. Υπαινιγμοί, ποιος πήγε αυτόφορο, ποιος άνοιξε παρτίδες με την αστυνομία.
«Ναι, αλλά για χόρτο. Απλά η πλειοψηφία των …δικών μας δεν μπορεί να κάνει το διαχωρισμό.»
Τα μάτια της πετάνε σπίθες.
«Εντάξει, έτσι πίστευα κι εγώ, όμως ο Χ. –τον ξέρεις τον Χ- μιλάει για πρέζα. Κι αυτός δεν είναι προκατειλημμένος, ούτε μπερδεύει τις οδοντόβουρτσες.»
«Ο Χ. μπορεί απλώς να κάνει τον έξυπνο.»

Οκ! Ξέρεις τι θα ‘χε ενδιαφέρον; Πραγματικό ενδιαφέρον όμως! Μια κουβέντα περί ουσιών, ας το πούνε ναρκωτικά, ας το πουν όπως θέλουν, στην οποία να συμμετέχουν κι οι μαθητές. Κανονικά, ξέρεις, δομημένα ερωτηματολόγια και εξασφαλισμένη ανωνυμία. Θα ‘χαμε πολλά να μάθουμε και κυρίως κάποιοι συνάδελφοι που μιλάνε για πρεζάκια και απαξιώνουν, κάνοντας οι ίδιοι δυο πακέτα την ημέρα. Απ’ τα …νόμιμα, βέβαια. Νόμιμα! Μια φορά κι έναν καιρό…
Υποκρισία, αδιαφορία, άγνοια. Θα πεις… εδώ οι περισσότεροι δεν ξέρουν το αντικείμενο που διδάσκουν, την ψυχολογία των εφήβων, τίποτα… Και περιμένεις να μπορούν να καταλάβουν ότι η νικοτίνη δεν είναι λιγότερο «ναρκωτικό» απ’ το χασίς; Αλλά, προφανώς, η νικοτίνη δεν είναι δαιμόνιο. Κι ούτε γίνεται πολιτική καταστολής με βάση τη νικοτίνη.

«Κύριε, μας λένε ότι πουλάμε ναρκωτικά. Είναι ψυχάκιες, μουρλαμένοι όλοι τους! Εντάξει, όχι όλοι, αλλά υπάρχουν αρκετοί που είναι για τα σίδερα, δεν κάνω πλάκα! Τσουβαλιαστούς έπρεπε να τους πάρουν!»
Τι ν’ απαντήσεις σ’ αυτά τα παιδιά, για ποιες αξίες να τους μιλήσεις; Δεν παύεις κι εσύ να ανήκεις στους «άλλους», σ’ αυτούς που αντί να αποτελούν πηγή έμπνευσης, έχουν καταφέρει να χρεωθούν τη ρετσινιά του… ψυχάκια.
Ή μήπως ν’ αγριέψεις, να υπερασπιστείς, να κατακεραυνώσεις; Πως δεν είναι τρόπος αυτός κλπ , με τι ψυχή; Να συνδράμεις αυτούς που ξέρεις ότι με ανάλογο τρόπο χαρακτηρίζουν μπάζα και σαβούρες; «Μα, ίσα κι όμοια είμαστε;» Αμνοί και ερίφια…

«Μήπως γενικεύεις υπερβολικά; Ας πάρουμε ένα παράδειγμα, κάποιον που ανήκει στους δύσκολους και αυστηρούς, τον κύριο Ψ…»
«Τι λέτε τώρα, ο κύριος Ψ είναι απ’ τα καλύτερα άτομα εδώ μέσα, όλοι τον αγαπάμε. Κι ας μη βάζει βαθμούς, δεν κάνει όμως διακρίσεις. Ούτε μας προσβάλλει. Ούτε μας τρέχει για ημερήσιες. Κι αν θυμώνει κάποιες φορές, καταλαβαίνουμε πως έχει δίκιο.»
Το πρόσωπό του φωτίζεται μόνιμα από ένα καλοδιάθετο χαμόγελο, ακόμα κι όταν εκφράζει τις πιο επιθετικά ακραίες απόψεις. Δεκαοχτώ χρονών, από τι να ‘χει ανάγκη άραγε συνάδελφε; Μήπως από κατανόηση; Αποδοχή, ίσως; Και χώρο; Λίγο χώρο…
«Καταλαβαίνω πού το πας και με ποιους έχεις πρόβλημα. Ίσως όμως πρέπει να σκεφτείς ότι κι αυτοί προσπαθούν, απλά δεν έχουν τον τρόπο. Εννοώ, δεν χρειάζεται να το παίρνετε προσωπικά.»
Γελάει. «Τι προσωπικά να το πάρουμε, καλέ κύριε, εδώ μιλάμε για χαφιέδες! Κι ύστερα, εσάς, οι τοίχοι και τα κάγκελα κι οι κλειδωμένες πόρτες τι σας λένε; Ούτε στη φυλακή να είμαστε. Σ’ όλα τ’ άλλα τα σχολεία οι πόρτες είναι ανοιχτές. Εδώ, μόνο οπλισμένους φρουρούς δεν μας έχουν βάλει ακόμα.»
«Ναι, γιατί κάποιοι μιλούν για ναρκωτικά. Κι όχι εδώ μέσα. Έξω, στην κοινωνία του νησιού. Κουβέντα πολλή. Κάποιοι μιλούν για πρέζα.»
«Τι λέτε τώρα; Πρέζα; Δεν γίνονται αυτά που λέτε, αυτός που χτυπάει ένεση φαίνεται από μακριά, δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια του.»
«Δεν είπε κανείς τέτοιο πράμα. Δεν χτυπιέται κανείς στο σχολείο. Για νταραβέρι μιλάμε. Για διακίνηση…»
«Δεν υπάρχει αυτό που λέτε, σας το εγγυώμαι. Μερικοί μπάφοι, εντάξει, μπορεί να γίνονται, αλλά μέχρι εκεί. Απλά στην περσινή κατάληψη γίνανε κάποιες φάσεις, υπήρχε φυλακόβιο άτομο μέσα και βγάλανε βρώμες. Κι αυτά που σας λέω τώρα, μεταξύ μας, έτσι;»

Μεταξύ μας φίλε μου. Μεταξύ μας. Δεν είμαστε χαφιέδες. Η ανάγκη μας έκανε ουροφύλακες.


Advertisements

Μαρία .2

Posted in Ιστορίες τρέλας on 5 Μαρτίου, 2008 by trelos


-Μεταφράζεις τους Nirvana;

Το δωμάτιό της είναι μικρό, γεμάτο διάφορα χνουδωτά πλάσματα. Στους τοίχους δυο μεγάλες αφίσες, μια του Τσε και μια του Cobain.

_che.jpg -Συγγνώμη;_kurt.jpg

-Το τραγουδάκι. Δείχνεις μια κομμένη σελίδα στον πίνακα από φελό. -Α, αυτό, είναι ένα ποίημα που έγραψα.. Είναι ένα ποίημα που έγραψε. Ροκ και ποιήματα -και συ στην ηλικία της περίπου τα άρχισες. -Αν θέλετε διαβάστε το, δεν με πειράζει.

Είναι σκυμμένη πάνω από μια άσκηση. Σήμερα είναι σοβαρή, χωρίς το συνηθισμένο της κέφι. Το ξαναβρίσκει σιγά-σιγά καθώς αρχίζετε να τσακώνεστε για τη φυσική. -Αποκλείεται, κύριε, δεν το πιστεύω! -Κι όμως, έτσι είναι, όπως στα λέω. -Με κοροϊδεύετε. -Έτσι κινούνται τα σώματα, Μαρία, αφού στο εξήγησα. Πριν λίγο συμφώνησες. -Συμφώνησα, τι άλλο να κάνω, όμως κατά βάθος ξέρω πως έχω δίκιο.

Δεν την πείθεις εύκολα. Και έχει άποψη για όλα. Μυαλό κοφτερό, ξυράφι, αδύνατον όμως να μείνει συγκεντρωμένο πάνω από λίγα λεπτά. -Τη γυναίκα σας την παντρευτήκατε από έρωτα; -Μαρία, μην αρχίζεις, όταν τελειώσουμε ρώτα με ό,τι θες. -Όοοτι θέλω; -Ναι αλλά όχι τώρα, σε παρακαλώ. -Μου υποσχεθήκατε! Μην το ξεχάσετε.. Κάπως έτσι κοντεύει να μάθει τα πάντα. Πώς λένε τη γυναίκα σου, πώς τη γνώρισες, πόσων μηνών είναι το μωρό, ποια στάση προτιμάς στο σεξ, αν έχεις κάνει μπάφο, αν πιστεύεις στο θεό. Την ενδιαφέρουν τα πάντα εκτός από αυτά που θα ήθελες να της μάθεις. Και φυσικά σου έχει πει τα πάντα: για τον πατέρα της που είναι πολύ καλός κι η μάνα της τον κάνει ό,τι θέλει, για τους ντετέκτιβ που βάζει να την παρακολουθούν, για το Ντίνο που είναι μαζί εδώ και τρεις μήνες αλλά δεν είναι ερωτευμένη, για το ότι της αρέσει καλύτερα να είναι εκείνη από πάνω, για τους μπάφους που κάνουνε με την παρέα στο διάλειμμα («και να σκεφτείτε ότι με στέλνει εκεί πάνω επειδή είναι λέει σοβαρό σχολείο!»), για την πρώην κολλητή της που της έφαγε το γκόμενο και για τις μηχανές που της αρέσουν αΠΙστευτα! Κι εσένα, από τη μια να σε βαραίνει η ευθύνη να τη νοιαστείς και να τη βοηθήσεις κι από την άλλη να σκέφτεσαι τη θέση σου απέναντι στους γονείς. Μύλος!

-Ο Ντίνος μου είπε ότι θα με χωρίσει. -Γιατί, τι έγινε; -Του είπα ότι σκέφτομαι να δοκιμάσω κόκα. Χαμογελάει με μια δόση αμηχανίας και δυο φιλαρέσκειας. -Κοίτα, Μαρία.. -Εντάξει, δεν μιλούσα σοβαρά, ήθελα να δω τι θα πεί! -Πάντως να ξέρεις πως άλλο η κάνναβη κι άλλο.. -Κύριε, με περνάτε για καμιά άσχετη; -Γιατί, αυτός άσχετος ήταν; -Εννοείτε τον ..Kurt; Εννοώ τον Kurt ματάκια μου και εννοώ τον υπέροχο ενθουσιασμό της ηλικίας σου και την τρελή ορμητικότητα του χαρακτήρα σου και το ότι κάποια στιγμή μπορεί να νιώσεις ξένη, καρδιά μου, όπως νιώσαν άλλοι πριν από σένα, ακόμα και κάποιοι που μπορεί τώρα να σου κάνουν μάθημα.. -Οι μπάφοι όμως δεν πειράζουν.. -Το δεν πειράζουν είναι σχετικό. Μη με κοιτάς έτσι παραπονιάρικα, δεν θα σου κάνω κήρυγμα για τις κακές συνήθειες, την ξέρεις την άποψή μου. Την ξέρεις αλήθεια; Καλά-καλά δεν την ξέρω εγώ. Σε καταλαβαίνω όμως. Καταλαβαίνω την περιέργειά σου, την επιθυμία σου να γνωρίσεις τα πάντα και δεν το βρίσκω κακό. Λίγο επικίνδυνο, ίσως. Αλλά σου έχω εμπιστοσύνη. Αυτή την εμπιστοσύνη που χρειάζεσαι, αυτή την εμπιστοσύνη που απεγνωσμένα ζητάς να σου δείξουν -και κυρίως εκείνη.

Εκείνη που κάθε τόσο με πιάνει και με ρωτάει, εκείνη που κάποιος κάτι της είπε και φοβάται, εκείνη που -όχι- δεν θέλει να ξέρει, δεν θέλει να έχει ιδέα τι σημαίνει vivere pericolosamente. Εκείνη που θέλει να ξέρει τα πάντα, εκείνη που πιστεύει πως ξέρει τα πάντα και που θέλει μετά το σχολείο να σου αλλάξει και σπίτι, εκείνη που θέλει σπασμωδικά να τρέξει, να φύγει, να σωθεί από τα δικά της φαντάσματα, απ’ τους δικούς της εφιάλτες, εκείνη που λέει πως ξέρει, ενώ εσύ όχι, εκείνη που -τελικά- δεν ξέρει ότι Μαρία είναι μία και μόνη κι αυτή είσαι εσύ.

maria.jpg

Μαρία .1

Posted in Ιστορίες τρέλας on 27 Ιανουαρίου, 2008 by trelos

     

-Έτσι σας είπαν; Φωνή βραχνή, πονηρό βλέμμα. Γέρνει το κεφαλάκι της και σε καρφώνει απ’ το πλάι. -Δηλαδή δεν ήσουν στο νοσοκομείο; -Ο πατέρας μου ή η μάνα μου σας το είπε; -Ο πατέρας σου. Σουφρώνει τα χείλια με τον τρόπο που κάνουν τα παιδιά ‘μούτρα’. Είναι δεκάξι χρονών.maria.jpg

 «Τό ‘χει βάλει πείσμα.» Ένα χρόνο πριν. Η μάνα γύρω στα πενήντα, ο πατέρας αρκετά μεγαλύτερος. Στέκονται αδέξιοι μπροστά σου, εκείνη νευρική, εκείνος απόμακρος. Το σπίτι μεσοαστικό, παλιό, σε γειτονιά που υποβαθμίστηκε ραγδαία τα τελευταία χρόνια. «Η εφηβεία , δεν ξέρω τι να πω. Ήταν μαθήτρια του δεκαοχτώ.» Εκείνη μιλάει, εκείνος ακούει. Κάποιες στιγμές φαίνεται σα να θέλει να παρέμβει κι ύστερα μετανιώνει. «Δουλεύεις με τον…», αλλάζει θέμα αναφέροντας τον κοινό γνωστό, μεγαλοκαθηγητή. Σου μιλάει στον ενικό με την άνεση και τη σταθερότητα της δυναμικής γυναίκας, της συνηθισμένης να κατευθύνει και να ελέγχει. Επιχειρηματίας; Ανώτερο στέλεχος; Περιμένεις να μάθεις. Και να γνωρίσεις τη μικρή.

-Ψέμματα σας είπαν, δεν ήμουν στο νοσοκομείο. Σε κοιτά στα μάτια, έλα, ρώτα. -Πού ήσουν; -Τό ‘χα σκάσει. Εντυπώσεις; -Με κρύβαν κάτι φίλοι. Αναγκάστηκα να γυρίσω για να μην την πληρώσουν αυτοί. Είπε πως θα στείλει την αστυνομία. Όμορφα πράματα..

«Είναι πολύ καλό κορίτσι και φιλότιμο. Πανέξυπνη. Αλλά έχει μουλαρώσει. Δεν ήθελε να της αλλάξουμε το σχολείο. Βρε καλή μου, βρε χρυσή μου.. Τίποτα. Τό ‘πε και τό ‘κανε. Απ’ το δεκαοκτώ στο οκτώ, κινδυνεύει να μην περάσει την τάξη.» Μη μου πεις! «Δηλαδή είναι εντελώς αδιάφορη; Στην περίπτωση αυτή δεν ξέρω..» Ου μπλέξεις. «Συμφωνήσαμε από δω και πέρα να προσπαθήσει, νομίζω έπαθε κι η ίδια ένα σοκ με τους βαθμούς. Περίμενε μισό λεπτό να τη φωνάξω.»

Μόλις εκείνη βγαίνει, ο πατέρας φαίνεται να ξυπνάει. «Καθίστε, μη στέκεστε όρθιος.» Κάθεται κι ο ίδιος. Έχει ύφος απολογητικό όταν λέει πως «η Δέσποινα είναι πολύ πιεσμένη τελευταία.. Με το γραφείο. Κι η μικρή είναι δύσκολο παιδί, θέλει έναν τρόπο..» Μιλάει αργά, με παύσεις. Πρέπει νά ‘ναι γύρω στα εξήντα ή μεγαλύτερος, αδύνατος, με μια ηρεμία στους τρόπους ο Αριστείδης. Το γραφείο είναι τεχνικό, τό ‘χουν μαζί με τη γυναίκα του τη Δέσποινα. «Δε σας κεράσαμε και τίποτα..» Πριν απαντήσεις «δεν πειράζει, δεν θέλω κάτι», η Δέσποινα επιστρέφει. Πίσω της εμφανίζεται η Μαρία. Είναι δεκαπέντε χρονών.

«Δεκαπέντε μισό! Τον Ιούλιο τα κλείνω.» Φωτιά και λαύρα. «Καλά, δεκαπέντε μισό. Λέω, λοιπόν, ότι στα δεκαπεντέμισυ δεν σε συμφέρει η επανάσταση. Δεν θα κερδίσεις εσύ. Κι εσύ θέλεις να κερδίσεις, δε θέλεις;» Φυσικά και θέλει. «Εκείνο που δεν θέλω είναι να κερδίσει αυτή!» «Αυτή είναι η μάνα σου, Μαρία.» Και είναι στο διπλανό δωμάτιο. Και μπορεί να σας ακούει τώρα. Και τα πράγματα δεν ξεκινάνε καθόλου καλά. «Δεν ξέρω αν είναι μάνα μου. Μπορεί να μ’ έχει υιοθετήσει.» Ωχ. «Αμφιβάλεις και για τον πατέρα σου;» Στα μούτρα είναι η θηλυκή του έκδοση. «Ο μπαμπάς μου είναι καλός. Μόνο που αυτή τον κάνει ό,τι θέλει. Η σκρόφα.» Δύσκολα τα πράγματα.

Δύσκολοι καιροί για πρίγκηπες. Και για πριγκήπισσες.  Όποιος βγαίνει απ’ το μαντρί τον τρώνε οι λύκοι,  Μαρία, όμως εσύ είσαι ίδια λύκαινα μωρό μου, τα πρόβατα -δες- σε κοιτούν τρομαγμένα, μη σβήσεις τη φλόγα σου φωτιά μου, λάμψε τρελό διαμάντι μου, πέτα ψηλά και λάμψε.

-Και γιατί το έσκασες; Κοιτάζει αμήχανα. -Καλά, δε ρωτάω. -Τσακωθήκαμε χοντρά. -Και λοπόν; Πρώτη φορά ήταν; -Τσακωθήκαμε ΧΟΝΤΡΑ, σας λέω. Δεν έφταναν οι κοριοί στο τηλέφωνο, έβαλε και ντετέκτιβ. Η γυναίκα είναι.. -Όπα, σιγά, περίμενε.. Τι ακριβώς είπες; Σε κοιτά σα να βέπει ούφο. -Σας είχα πει για το τηλέφωνο. Κύριε, δεν με παίρνετε στα σοβαρά. Παράπονο. Τι να πείς τώρα;

«Τι να πεις! Μια ώρα την ξυπνάω. ΜΑΡΙΑ!! Περιμένεις αν θέλεις λίγο; Τι θα κάνω μ’ αυτό το κορίτσι; Έχω αφήσει και τη δουλειά να περιμένει.. Τρεις μήνες πριν. Περιμένεις. Η Μαρία μετεξεταστέα. Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου. Κρίμα το κορίτσι.. Έρχεται με το μακρύ μακό που φορά στο κρεββάτι. Τα ποδαράκια της αδύνατα σαν ξύλα, μουτράκι μωρού με φουσκωτά χειλάκια, τσαχπινιά που ακροβατεί ανάμεσα στο αθώο και στο ερωτικό. Παραφωνία η βραχνάδα, κάτι μεταξύ Αλεξίου και Καρέζη. Μάλλον Αλεξίου.

Μάθημα μετ’ εμποδίων, ως συνήθως, γεμάτο χασμουρητά και γκριμάτσες. Κάπου στα μισά δεν κρατιέται, «περιμένετε, κύριε, έρχομαι», πάει και φέρνει το τηλέφωνο. «Τι είναι αυτό;» Γελάν και τα μουστάκια της, ένα ξανθό χνούδι, ανεπαίσθητο. Τι σκαρώνει; «Τηλέφωνο είναι, κύριε, τι σας μοιάζει;» «Και τι το θέλεις εδώ;» «Α, τίποτα, για να το δείτε τό ‘φερα. Είναι ..καθαρό.» «Φυσικά.» Τι θα πει πάλι αυτό; «Εννοώ, δεν έχει κοριούς.» «Πού να τους βρει τους κοριούς το τηλέφωνο, βρε Μαρία; Θα το αφήσεις να συνεχίσουμε;» Έχει κοκκινίσει από την έξαψη. «Κοριούς, κύριε, κο-ριούους..» και συνομωτικά: «Δεν ξέρει ότι το ξέρω.» «Ποιος;» «Αυτή!» «Μαρία, πού βρήκες το τηλέφωνο;» Κοκκινίζει ξανά (από ντροπή; από περηφάνεια;) «Είναι των αποκάτω» » … » «Θα σας πω.» Θα σου πει. «Λέιπουν διακοπές κι η μπαλκονόπορτα που είναι κάτω απ’ τη δική μου δεν κλείνει καλά. Έχει πρόβλημα.» Μόνο αυτή; «Θες να πεις.. ;» «Κατέβηκα μπήκα και το πήρα. Κι όποτε θέλει φόρτισμα, ξανακατεβαίνω. Πολύ χρήσιμο. Μόνο που έχει αναγνώριση -πρέπει να θυμηθώ να σβήσω τις..» Θα προτιμούσες να μην ξέρεις τίποτα, αλλά είναι πολύ αργά πια. «Πώς ξέρεις ότι το δικό σου έχει κοριό;» «Κρυφάκουσα που τό ‘λεγε.» Μυθομανής; Δεν της φαίνεται. «Μπορεί να τό ‘λεγε έτσι..» «Όχι, ήξερε πράγματα, κύριε με περνάτε για.. ξέρω τι σας λέω.» Δεν τρελάθηκε, παναπεί. Εσύ όμως κοντεύεις.

-Μαρία, με τρελαίνεις! Είμαι εδώ για να κάνουμε φυσική. Αν πρόκειται να έχουμε τα περσινά, πέστο να διακόψουμε! -Αχ, όχι κύριε (αυτό το «κύριε»!) Μετά ποιον θα έχω για συμπαράσταση. Σας πάει καρδιά να μ’ εγκαταλείψετε; Η πουτανίτσα. -Θα ξαναφύγω, σας το λέω. Δεν αντέχω άλλο εδώ μέσα. Κι αυτή τη φορά θα πάρω τα μέτρα μου να μη με βρουν. Ή θα κλειστώ στο δωμάτιο και θα.. -Θα κάνεις απεργία πείνας; Θα το δεις κι αυτό. -Τι λέτε, κύριε, έτσι όπως είμαι; Αν αδυνατίσω κι άλλο, ο Ντίνος θα με χωρίσει. -Αν κλειστείς στη σοφίτα, ο Ντίνος δεν θα σε βλέπει. -Στο δωμάτιό μου είπα, κύριε, ποια σοφίτα; Δεν είμαι η Σταχτοπούτα. Όχι, δεν είσαι μικρή μου πριγκήπισσα. -Δεν είχα τη Σταχτοπούτα στο μυαλό μου. -Ποιαν είχατε; Μαλάκα, κόφτο. -Άστο καλύτερα. -Α, όχι, μην το κάνετε αυτό. Το σιχαίνομαι. Πείτε μου. -Κάποια με τ’ όνομα Λη Τσέρι, σου λέει κάτι; Κοιτάζει παραπονιάρικα. -Πλάκα κάνω, μια χαζή σειρά στην τηλεόραση, κάτι με μια σοφίτα, ούτε που θυμάμαι πια.. Άστο καλύτερα.

Άστο σου λέω. Αρκετή τρέλα κουβαλάει. Αν διαβάσει και Ρόμπινς, χαιρετίσματα.

Ο μικρός Νικόλας

Posted in Ιστορίες τρέλας on 25 Νοέμβριος, 2007 by trelos

stork.gif

Η Ιωάννα δεν μπορούσε να κάνει παιδιά. Έξι χρόνια παιδευότανε στο κρεβάτι κι άλλα έξι με τις ενέσεις και τις εξωσωματικές, σύνολον δώδεκα. Στα δεκατρία τής ήρθε το μαντάτο απ’ αλλού.
Δεν ήτανε κανένα αβάδιστο, είχε ζήσει και τα πάθη και τις καταστάσεις τις ακραίες, είχε κάνει και κάνα-δυο εκτρώσεις στα νιάτα της. Μοναχοκόρη.
Ο Δημοσθένης, ο άντρας της, παιδικός φίλος. Αδερφός. Τον παντρεύτηκε ένα μήνα πριν τα εικοστά πέμπτα της γενέθλια, ακριβώς ένα μήνα πριν εκπνεύσει η προθεσμία του εφηβικού της ονείρου για οικογένεια. Ανέλαβε το ρόλο ζεστά, μέχρι σουτζουκάκια έμαθε να μαγειρεύει. Μόνο το παιδί που δεν ερχόταν.

o-mikros-nicolas.jpg

Όταν την άφησε ο Δημοσθένης στα τριανταεφτά της για μια φίλη της έπεσε να πεθάνει. Ψυχολόγοι, ομάδες στήριξης και λοιπά. Ύστερα γνώρισε το Θύμιο. Δηλαδή το Θύμιο τον γνώριζε ήδη αλλά από μακριά. Τώρα τον γνώρισε καλύτερα. Στη δύσκολη εφηβεία ο Θύμιος. Των εικοσιεννιά. Φρεσκοαπολυμένος από το στρατό, κάτι με μαθηματικά είχε σπουδάσει, πολίτης του κόσμου και άνεργος εκ πεποιθήσεως, είχε τις δικές του (πιο ελαστικές) προθεσμίες: να βρει τον εαυτό του και το κάρμα του. Ως συνήθως στις περιπτώσεις αυτές, ξεκίνησε χαλαρά αλλά προέκυψε έρωτας. Και στο μήνα επάνω προέκυψε και ο Νικόλας.
(Κάπου εδώ μπαίνω στον πειρασμό ν’ ανοίξω μια παρένθεση για τη δύναμη της φύσης, το πεπρωμένο και τα ρέστα, αλλά αντιστέκομαι γιατί θα το πάμε στο συναισθηματικό ενώ η ουσία της ιστορίας είναι αλλού.)
Ζορίστηκε πολύ να πάρει τη μεγάλη απόφαση η Ιωάννα. «Ναι ήθελα παιδί σαν τρελή αλλά μέσα στο συννεφάκι του. Ξέρεις, αυτό που χωράει μέσα τρεις και γράφει από πάνω ‘μπαμπάς-μαμά-ζουζουνάκι’. Ο Θύμιος σήμερα είναι, αύριο δεν είναι. Πώς θα τα βγάλω πέρα;» Προσγειωμένη και τρομαγμένη όσο ποτέ πριν. Παρ’ όλ’ αυτά, κάτι τα στενά ηλικιακά περιθώρια, κάτι η τραυματική ανάμνηση των εξωσωματικών, κάτι η σχετική ασφάλεια που της παρείχε το δημόσιο, την πήρε την απόφαση και μες στο κατακαλόκαιρο του 2005 γεννήθηκε ο Νικόλας ο μικρός και προέκυψε το πρόβλημα το μεγάλο.
Στο νοσοκομείο της ξεκαθάρισαν ότι το παιδί πρέπει να πάρει το όνομα του συζύγου. «Έχουμε χωρίσει, σ’ ένα μήνα βγαίνει το διαζύγιο». «Ναι αλλά σύμφωνα με το νόμο και τη δήλωσή σας κατά το γάμο, το παιδί πρέπει να πάρει το όνομα του πατέρα του». «Μα δεν είναι αυτός ο πατέρας του σας λέω!» Τίποτα. Ο νόμος είναι νόμος. Το παιδί θα λέγεται Ζ……άκης.
Ίσως να φαντάζεστε τώρα ότι στην Ευρώπη του εικοστού πρώτου αιώνα θά ‘πεφτε κάθε λογής πρόνοια πάνω στη χωρισμένη και άγαμη γυναίκα να στηρίξει τη μονογονεϊκή οικογένεια, αν όχι με κανέναν άλλο τρόπο τουλάχιστον προστατεύοντάς την από τον παραλογισμό της γραφειοκρατίας. Εντάξει, ίσως να μην το φαντάζεστε γιατί κι εσείς στην ίδια χώρα με την Ιωάννα ζείτε και μπλα μπλα… Εν κατακλείδι: μετά από δυο χρόνια τρέξιμο σε δικηγόρους, σε προκαταρκτικές δίκες («ο πατέρας είναι άλλος, το ‘χει αναγνωρίσει, θα έλθει να δώσει κατάθεση μαζί και με τον πρώην σύζυγο όποτε θέλετε») και στον δεν-είναι-δικό-μου-το-πρόβλημα Δημοσθένη («απαιτούν εξέταση DNA, είναι άδικο να την επιβαρυνθώ μόνη μου, στο κάτω-κάτω ούτε εσένα συμφέρει αυτή η κατάσταση»), η Ιωάννα πλήρωσε την ταρίφα των χιλίων πεντακοσίων ευρώ της εξέτασης (για το αναξιοπρεπές της όλης υπόθεσης δεν συζητάμε) συν τους δικηγόρους και περιμένει τα αποτελέσματα τον άλλο μήνα. Ή τον παράλλο.

 

Η βινιέτα του μικρού Νικόλα είναι του Jean Jacques Sempé από τις θαυμάσιες ιστορίες του René Goscinny με τον ομώνυμο ήρωα. Η εικόνα του πελαργού βρίσκεται στο greetings.pathfinder.gr

 

Μη βάλεις Αλβανό!

Posted in Ιστορίες τρέλας on 3 Νοέμβριος, 2007 by trelos
Με το φίλο μου τον Αντώνη είχαμε να βρεθούμε μήνες. Από την Άνοιξη που έβαλε μπροστά το σπίτι τον χάσαμε. Είναι να μη μπλέξεις, όπως λένε όσοι έχουν ασχοληθεί με το «άθλημα».
Μιλούσαμε κατά καιρούς στο τηλέφωνο. «Τι γίνεται, ρε Αντώνη;» «Τρέχω με τις άδειες.» «Ψάχνω το μηχανικό.» «Ρίχνω μπετά.» «Έμπλεξα…»
Αυτά τα πράγματα, ως γνωστόν, αν δεν τα ζήσεις από πρώτο χέρι δε μπορείς να τα καταλάβεις. Έτσι κι εγώ που είχα ακούσει για το σπιτάκι της γιαγιάς στην Άνω Βούλα και για τον όροφο που θα σήκωνε πουλώντας κάτι άλλο, είπα να περάσω μια βόλτα προχτές για «αυτοψία». Δίνουμε ραντεβού, έρχεται να με πάρει, πηγαίνουμε και βλέπω ένα σχεδόν τελειωμένο, ωραιότατο, ολοκαίνουργιο τριώροφο με μισό στρέμμα κήπο. Τον ζήλεψα τον Αντώνη.
«Πού το ‘χες αυτό το θαύμα και το ‘κρυβες, ρε μπαγάσα;» Το ‘χε πάρει η γιαγιά το εβδομηντακάτι, «τι το θες ρε μάνα, θα μας φαν οι λύκοι εκεί πάνω», τέτοια άκουγε. Τώρα αξίζει χρυσάφι. Κάποια στιγμή έφτιαξε ένα μικρό σπιτάκι, καμιά σχέση με τις βίλες που ξεφύτρωσαν αργότερα, με τον κήπο του, τα δέντρα του και το νοίκιαζε. Αμαρτωλή ιστορία…
«Στην αρχή, έμενε μια γυναίκα. Μόνη…(παύση). Το σπίτι τότε δεν είχε ούτε καλοριφέρ, μετά βάλαμε. Τα νοίκια κουτσά –στραβά τα παίρναμε, τι έκανε, πώς ζούσε, δεν μας ενδιέφερε. Μέχρι που κάποια στιγμή της μπήκε η ιδέα να κλείσει το χώρο που δημιουργούσε κάτω απ’ την πίσω μεριά του σπιτιού η κλίση του εδάφους. Είναι παράνομο, της ξεκόψαμε. Αποτέλεσμα πρώτο: έριξε τσιμέντο χωρίς να μας πει τίποτα και το σπίτι απέκτησε υπόγειο. Αποτέλεσμα δεύτερο: τη μάνα μου να την ανακρίνει ένας της δίωξης με πολιτικά, γνωστός γνωστού, καθότι η κοπελιά συνελήφθη για εμπορία με μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών -«δοκιμάστρια», λέει- κι από τη φυλακή μας μηνούσε να μην τη βγάλουμε απ’ το σπίτι γιατί επρόκειτο περί λάθους. Οι γονείς μου φοβήθηκαν μη μπλέξουνε με τα κυκλώματα και την άφησαν. Έτσι, είχαν το νοίκι για τους επόμενους μήνες πρώτη φορά στην ώρα του, μέχρι που βγήκε, άδειασε το σπίτι κι εξαφανίστηκε. Μας άφησε ενθύμιο το υπόγειο και δυο πλακάκια σπασμένα στην κουζίνα και σκαμμένες από κάτω τους δυο ρηχές κοιλότητες…(παύση). Καταλαβαίνεις…» Καταλαβαίνω.
Μετά ήρθε ένα ζευγάρι. Σοβαρό ζευγάρι, σκεφτόταν το γάμο. Προφανώς η συγκατοίκηση αποδείχθηκε καταλυτική (εκτός αν έφταιγε το κάρμα του σπιτιού) και σε κάνα χρόνο αυτός τα μάζεψε κι έφυγε αφήνοντας πίσω του γρονθοκοπημένα ντουλάπια και μια μπαγκαζιέρα για να τον θυμούνται. Σχεδόν αμέσως ακολούθησε και η άλλη, το σπίτι ξενοικιάστηκε κι ο φίλος μου ο Αντώνης, άντρας πια, ανέλαβε να το συνεφέρει και να εισπράττει τα νέα ανεβασμένα ενοίκια.
«Τα οποία ενοίκια τα πλήρωνε η Γιαπωνέζα κανονικά. Εντάξει, πού και πού μπορεί να χρειαζόταν να της υπενθυμίσουμε ότι άλλαξε ο μήνας, σοβαρά προβλήματα όμως μαζί της δεν είχαμε. Ήταν η πρώτη εξάλλου που έδειξε να εκτιμά τον κήπο. Βλέπεις αυτή την τσιμεντένια πλατφόρμα;» Του είπα ότι τη βλέπω, ήταν περίπου όσο η κρεβατοκάμαρά μου. «Αυτή την έφτιαξε, για τους δύο καυκάσιους. Όταν αργότερα πήγα να ξηλώσω το σπιτάκι τους, γέμισα ένα κοντέινερ ξυλεία, συρματόπλεγμα και σκυλίσια τρίχα. Είχε περιμαζέψει όλα τα αδέσποτα γατιά της περιοχής, βάλε κάνα-δυο χελώνες και τα καναρίνια κι η εικόνα συμπληρώθηκε. Μετά αρρώστησε κι άφηνε τα σκυλιά μες στο σπίτι…(παύση απόγνωσης). Όταν έφυγε έπρεπε ν’ αποφασίσω αν θα το βάψω και θ’ αλλάξω τις πόρτες ή θα κατεβάσω την τιμή. Προτίμησα το δεύτερο κι έτσι μπήκε ο καπετάνιος.»
 Ο καπετάνιος ήταν σκίππερ στο γιωτ κάποιου φραγκάτου. Για κάποιο λόγο ο φραγκάτος τον πλήρωνε όποτε το θυμόταν (ή τουλάχιστον έτσι υποστήριζε), οπότε κι αυτός έβαζε το νοίκι αναλόγως: πότε ένα μόνο του, πότε δύο μαζί, μια φορά τού ‘φερε  του Αντώνη εκατόν πενήντα ευρώ χρωστούμενα. «Από πού μου τα χρωστούσε δεν κατάλαβα, είχα χάσει το λογαριασμό. Ύστερα έριξε το γιωτ σε ξέρες ή κάτι παρόμοιο, ο άλλος τον απέλυσε, πάει κι ο καπετάνιος. Αυτός μου άφησε για ενθύμιο το υπόγειο της πρεζούς στρωμένο με πλακάκι. Τώρα το κάνω γκαρσονιέρα για τον παππού και τη γιαγιά.» Μου δείχνει το υποτιθέμενο υπόγειο καθώς αφήνουμε τον κήπο ανηφορίζοντας τη ράμπα., βαμμένο πια, κανονικό σπιτάκι. Χαμογελάει πονηρά. Και μου εξηγεί για τους Αλβανούς.
«Τι να ‘κανα, να τους έδιωχνα; Με φάγανε όλοι, μη βάλεις Αλβανό και μη βάλεις Αλβανό. Εγώ μια φορά τους Έλληνες τους δοκίμασα, τους Γιαπωνέζους τους δοκίμασα, ένα ζευγάρι με τρία παιδιά ήταν, είπα να δοκιμάσω την τύχη μου προετοιμασμένος για τα χειρότερα. Πάνω στο μήνα, που λες, περιμένω το νοίκι. Πάει πέντε του μήνα, πάει δέκα, πουθενά το νοίκι. Αλβανό μου ήθελες, λέω στον εαυτό μου, πάρτα μαλάκα! Τον παίρνω τηλέφωνο και μου ζητά χίλιες φορές συγγνώμη. Δεν έβρισκε, λέει, το τηλέφωνό μου κι ο μόνος τρόπος να επικοινωνήσει ήταν να μη βάλει τα λεφτά. Σαν καθώς πρέπει Έλλην σκέφτηκα βέβαια ‘πού τα πουλάς αυτά’, την άλλη μέρα όμως πρωί-πρωί τα λεφτά ήταν στην τράπεζα. Έκτοτε, το νοίκι δεν καθυστέρησε ποτέ ούτε μια μέρα. Φρόντισε τον κήπο, έβαψε το σπίτι εξωτερικά χωρίς να απαιτήσει δεκάρα και, όταν μου την έδωσε πέρσι στα ξαφνικά να φτιάξω το σπίτι για να μείνω, δεν είπε τίποτα παρότι είχε συμβόλαιο για δυο χρόνια, μόνο το τακτοποίησε ωραία-ωραία, το σκούπισε, το γυάλισε κι έφυγε σαν κύριος.»
Είχε σκοτεινιάσει και κατηφορίσαμε προς την Καλύμνου. Στο φανάρι κάναμε δεξιά προς Αθήνα, χαλαρωμένοι, με το βουητό του σαββατόβραδου ν’ ανεβάζει στροφές. Αυτοκίνητα προσπερνούσαν με θόρυβο, ο αέρας μύριζε βροχή. Χωρίσαμε ανταλλάσσοντας χαιρετίσματα και την καθιερωμένη υπόσχεση να τα ξαναπούμε, ποιος ξέρει πότε. Τον είδα στα φώτα των αθηναϊκών δρόμων να φεύγει, τον είδα ν’ απομακρύνεται και να χάνεται και σκέφτηκα, κρίμα που δεν τον βρήκε νωρίτερα τον Αλβανό του ο Αντώνης…