κεφάλαιο 10 – αλεξάνδρεια

…πουλί, πουλάκι στεριανό, θάλασσα δεν σου πρέπει… (*)

bat10Δοκίμασες ξανά;» ρώτησε ο Φώτης βλέποντας την Ελίνα με το κινητό στο χέρι. Έτρεχε να τους προλάβει, καθώς αυτός κι ο Οδυσσέας κατηφόριζαν ήδη προς το λιμάνι.
«Είναι απενεργοποιημένη. Μάλλον δεν έχει μπαταρία. Ούτε ο Άρης όμως απαντά.»
«Ο Δημήτρης;»
«Εξαφανισμένος. Άφησα σημείωμα στο μπαρ. Ααχ! Θάλασσα!»
Καθώς μιλούσε έριξε το τηλέφωνο μες στην ψάθινη τσάντα της. Περπατούσαν βιαστικά και ήδη έβγαιναν στον παραλιακό δρόμο. Η μυρωδιά τους χτύπησε στα ρουθούνια.

Ακολούθησαν τον Οδυσσέα που έστριψε αριστερά. Πέρασαν το δρόμο και βγήκαν στην προκυμαία. Στάθηκαν κοιτώντας αναποφάσιστοι.
«Σου είπε πού ακριβώς;» ρώτησε ο Οδυσσέας την Ελίνα.
«Όχι, μόνο κάτι για κότερα κατάλαβα.»

Προχώρησαν κατά μήκος της προκυμαίας. Τίποτα δεν θύμιζε την προηγούμενη αναστάτωση και επιφυλακή, εκτός ίσως απ’ το πλήθος των σκαφών που στριμώχνονταν στη μαρίνα.
«Εδώ!» ακούστηκε μια φωνή.
Γύρισαν ξαφνιασμένοι. Με τα μαλλιά τραβηγμένα πίσω κι ένα ναυτικό κασκέτο, απ’ το κατάστρωμα ενός μικρού ιστιοφόρου τους χαιρετούσε η Αλεξάνδρα. Ακριβώς από κάτω της, στο πλαϊνό της πρύμνης, θα ‘λεγες πως κάποιος είχε κολλήσει μια λεζάντα με τ’ όνομά της. Έγραφε όμως απλά, Αλεξάνδρεια.

Αφού καταλάγιασε η φασαρία από τις φωνές και τα «δεν το πιστεύω» της Ελίνας, κι ανέβηκαν οι τρεις με τη σειρά τους για να πάρουν θέση  στη χαβούζα του καταστρώματος, ήλθε η ώρα των εξηγήσεων.

«…να τρέχει σαν τρελός και ξαφνικά τον χάνω! Νόμιζα ότι τον κατάπιε η γη. Αφού, άρχισα να σκέφτομαι αυτά που λέγατε για τα όνειρα!» Εδώ, η Αλεξάνδρα έκανε μια παύση κοιτώντας περιπαικτικά τον Οδυσσέα.
«Μη μου πεις!» είπε εκείνος.
«Σου λέω, γιατί έτσι ακριβώς έγινε. Κι εκεί που περπατούσα σα χαμένη… σα χεσμένη, μην πω, από την τρομάρα μου, τον ακούω να μου φωνάζει από δω μέσα. Είναι, ξέρετε…»
«Ναι, ξέρουμε», είπε η Ελίνα. «Η περιβόητη Αλεξάνδρεια.»
Κι άρχισε να στροβιλίζεται μόνη της, τραγουδώντας «λα, λα, λα» στο σκοπό του γνωστού τραγουδιού.

«Και ο Άρης, πού είναι τώρα;» ρώτησε ο Φώτης.
«Δεν σας είπα; Έχει πάει στο λιμεναρχείο να ρωτήσει. Εγώ έμεινα για να σας περιμένω. Και για την περίπτωση που θα επέστρεφαν στο μεταξύ οι γονείς του… Δεν απαντούν στο τηλέφωνο κι ανησυχούσε πολύ. Κάτι με το ψυγείο όμως, που είναι λέει ακόμα κρύο, τον καθησύχασε.»
«Προφανώς, για να είναι εδώ το σκάφος», πήρε το λόγο η Ελίνα, «κάπου εδώ θα είναι κι εκείνοι. Τι άλλο θα μπορούσε να συμβαίνει;»
«Αργά ή γρήγορα θα μάθουμε», είπε ήρεμα ο Οδυσσέας. Φαινόταν κι αυτός ανήσυχος, προφανώς εξαιτίας του πρωινού φαξ.

Ξαφνικά, έπεσε ησυχία. Η Ελίνα είχε καθίσει κι αυτή, φανερά αποκαμωμένη.
«Πεινάω», είπε.
«Έχω πάρει μια σοκολάτα», είπε η Αλεξάνδρα και σηκώθηκε. «Την έχω αφήσει μέσα.»
«Περίμενε, έρχομαι κι εγώ», είπε η Ελίνα και σηκώθηκε πίσω της. «Θέλω να δω πώς είναι.» Χάθηκαν κι οι δυο μέσα στη φάλκα.
Ο Φώτης κοίταξε ερωτηματικά τον Οδυσσέα που χαμογελούσε.
«Γυναίκες…», είπε μόνον αυτός, αλλά ο Φώτης είχε ήδη πιάσει το νόημα.
«Μοιάζουν τόσο απλές», αναστέναξε. «…Και ξαφνικά γίνονται τόσο περίπλοκες!»
Σηκώθηκε, έδεσε τα χέρια πίσω από το φαλακρό του κρανίο και τεντώθηκε. Ύστερα άρχισε να επιθεωρεί το σκάφος.
«Δε φαντάζομαι να ξέρεις κι από τούτα δω;» ρώτησε δείχνοντας γενικά γύρω του.
«Στη θεωρία, αρκετά», είπε ο Οδυσσέας, «αλλά από εμπειρία, ελάχιστα. Έχω να ταξιδέψω, ουσιαστικά, από φοιτητής… Όλο αυτό που πατάς είναι η κουβέρτα κι εκεί που στηρίζεσαι τώρα, τα ρέλια. Δε νομίζω να θέλεις να μάθεις όλη την ορολογία του καραβιού;»
«Για αρχή, καλά είναι», είπε ο Φώτης. «Εγώ είμαι κατά βάση στεριανός. Με το νερό δεν τα πάω πολύ καλά. Ίσα που καταφέρνω να επιπλέω. Κι αυτό, όσο το νερό είναι πράσινο. Όταν αρχίζει και σκουραίνει, κάτι με πιάνει.» Και, ολοκληρώνοντας το γύρο του στην κουβέρτα, ξανακάθισε.
«Κανονικός θαλασσόλυκος, δηλαδή», είπε ο Οδυσσέας χαμογελώντας.
«Μην ακούω για λύκους γιατί πεινάω», ακούστηκε η φωνή της Ελίνας και, σχεδόν ταυτόχρονα, εμφανίστηκε στο άνοιγμα της φάλκας μασουλώντας και γλείφοντας τα δάκτυλά της. «Και τώρα διψάω επίσης. Από πού την πήρες αυτή;»
Η ερώτηση απευθυνόταν, υποτίθεται, στην Αλεξάνδρα, η οποία όμως δεν εμφανίστηκε.
«Νομίζω ότι το είδα», είπε ο Οδυσσέας. «Ένα μαγαζάκι στην απέναντι πλευρά, στη γωνία. Όχι σ’ αυτήν, στην προηγούμενη ή στην πιο προηγούμενη…»
«Ωραιότατα!» είπε η Ελίνα με προσποιητό ενθουσιασμό. «Θέλει κανείς άλλος τίποτα;»
«Όχι, ευχαριστώ», απάντησε ο Φώτης.
«Αν φέρεις νερό, εγώ είμαι καλυμμένος», είπε ο Οδυσσέας.
«Καλά, θα φέρω ό,τι βρω», είπε η Ελίνα παρακάμπτοντας τη ρόδα του τιμονιού για να βγει στην προβλήτα.

Οι δύο άντρες απόμειναν σιωπηλοί στους πάγκους της χαβούζας. Ο Οδυσσέας σκεπτικός, καπνίζοντας, ο Φώτης στριφογυρίζοντας το βλέμμα δεξιά κι αριστερά, σαν το παιδί που του χαρίσανε καινούργια παιχνίδια.
«Καταπληκτικό, ε;» είπε σε κάποια στιγμή δείχνοντας το σκάφος. «Από πού ξεκινήσαμε και… ποιος ξέρει κιόλας τι έχουμε να δούμε ακόμα!»
Ο Οδυσσέας χαμογέλασε βιασμένα. Κάτι πήγε να πει αλλά πνίγηκε κι άρχισε να βήχει. Σηκώθηκε βαρύς κοιτάζοντας γύρω και τελικά έσβησε το τσιγάρο του σχολαστικά πάνω στο κάγκελο της πρύμνης. Ύστερα απόμεινε να το κοιτάζει αναποφάσιστος.
«Αυτό ψάχνεις;» ρώτησε η Αλεξάνδρα προβάλλοντας μ’ ένα τασάκι στο χέρι. «Βρήκα κάτω… Έκανα μια μικρή εξερεύνηση, έχει διάφορα τρόφιμα στα ντουλάπια. Όταν έρθει ο Άρης μπορεί να μας μαγειρέψω κάτι…»
«Τι εννοείς; Εδώ θα καθίσουμε; Μήπως να σαλπάρουμε κιόλας;» είπε ο Φώτης.
«Γιατί να μην καθίσουμε; Αν οι γονείς του Άρη –τέλος πάντων, η μάνα του κι ο πατριός του- έχουν σκοπό ν’ αργήσουν… Ή μπορεί να μένουν κάπου αλλού, γιατί να μην…»
«Ας μην προτρέχουμε», είπε ο Οδυσσέας. «Ας έλθει πρώτα ο Άρης με το καλό, να δούμε τι μας γίνεται…»

«Με ζήτησε κανείς;» Το κεφάλι του Άρη είχε εμφανιστεί πίσω από την πρύμνη του διπλανού σκάφους. «Πώς πάει; Βολευτήκατε στη μικρή μας Άλεξ;» είπε ανεβαίνοντας στη μικρή ράμπα.
«Γεια σου Άρη», είπε απλά ο Οδυσσέας.
«Πού ‘σαι ρε φίλε; Τους βρήκες τους δικούς σου;» είπε ο Φώτης και τραβήχτηκε για να του κάνει χώρο. Εκείνος ωστόσο εξακολουθούσε να στέκεται μισός μέσα –μισός έξω.
«Το μόνο που έμαθα», είπε ο Άρης, είναι ότι το σκάφος δεν έχει δηλωθεί ακόμα. Υποθέτουν ότι κατέπλευσε σήμερα, μαζί με πολλά άλλα. Λογικό, αν σκεφτούμε ότι χτες το πρωί που μίλησα ήταν ακόμα στους Παξούς. Η Ελίνα;»
«Έρχεται πίσω σου», είπε η Αλεξάνδρα έχοντας εντοπίσει το χαρούμενο βάδισμα της Ελίνας που πλησίαζε. «Είχε πάει για κάποια εφόδια.»
«Πάλι για μένα μιλάτε; Γεια σου Άρη! Τι καλά νέα μας φέρνεις;»
«Το νέο που φέρνω αφορά την Αλεξάνδρα.» Και γυρνώντας σ’ εκείνην: «Το πλοίο σου φεύγει στις οκτώ. Πρωί –πρωί.»
Η Αλεξάνδρα κούνησε το κεφάλι της.
«Ωραία», είπε. «Μήπως να πήγαινα να βγάλω εισιτήριο από απόψε; Αν και… τι σήμερα τι αύριο… Δεν υπάρχει πια απαγορευτικό, έτσι;»
«Πουθενά», είπε ο Άρης. «Φαίνεται πως η κοπελιά απλώς εξαφανίστηκε.»
«Γυναίκα, παιδί μου!» είπε με δραματικό στόμφο η Ελίνα. «Όλο νάζι και καμώματα!»
«Ναι. Και καταστροφή», συμπλήρωσε ο Φώτης, για να εισπράξει την επίπληξη:
«Θα ‘σκαγες άμα δεν το ‘λεγες!»
«Αφήστε τα αυτά τώρα», είπε ο Οδυσσέας. «Τι μας φέρνεις εκεί;»
Η Ελίνα θυμήθηκε τη σακούλα που κρατούσε.
«Νεράκια, μπισκοτάκια, πατατάκια», είπε βγάζοντάς τα ταυτόχρονα πάνω στον πάγκο. «Υγιεινή διατροφή …από αύριο!»
«Πάντως, κάτω έχει κουζίνα», είπε ο Άρης. «Κι απ’ όσο ξέρω τη μάνα μου, τα ντουλάπια θα είναι γεμάτα.»
«Είναι, πράγματι», είπε αμέσως η Αλεξάνδρα. «Και εγώ προσφέρομαι. Τους το είπα!»
«Μήπως δημιουργήσουμε πρόβλημα…», είπε ο Φώτης.
«Τι πρόβλημα, μωρέ Φώτη;» είπε η Ελίνα. «Εγώ είμαι μέσα, όπως πάντα. Δεν έχω ξαναβρεθεί σε σκάφος κι αυτό εδώ είναι γαμάτο! Το πολύ-πολύ, αν έρθουν οι άνθρωποι, την κάνουμε με ελαφρά. Δεν θα τους κάτσουμε και στο σβέρκο!»
«Ωραία», είπε ο Άρης, για πρώτη φορά με μια υποψία χαμόγελου, «χαίρομαι που συμπλέουμε. Ελάτε να σας δείξω τα κατατόπια.»

εσωτερικό Αλεξάνδρειας

Ο ένας πίσω από τον άλλο κατέβηκαν από το άνοιγμα της φάλκας στο σαλόνι. Μιας που, εκτός από τον ίδιο και τον Οδυσσέα, κανείς άλλος δεν είχε ξαναμπεί σε τέτοιο σκάφος, ο Άρης τους έκανε μια γρήγορη ξενάγηση: το σαλόνι, το τραπέζι με τους χάρτες και το GPS, οι δυο καμπίνες, το WC. Ύστερα, στράφηκε στην Αλεξάνδρα.
«Η κουζίνα, όπως βλέπεις, είναι με υγραέριο. Έχεις ξαναχρησιμοποιήσει τέτοια;»
«Στο σπίτι μου», είπε απλά εκείνη.
«Έχεις φυσικό αέριο;» τη ρώτησε η Ελίνα.
«Όχι, υγραέριο. Μπουκάλα. Όπως κι εδώ.»
«Ωραία», είπε ο Άρης. «Άρα ξέρεις τη διαδικασία. Άνοιγμα-κλείσιμο μπουκάλας κλπ Εδώ υπάρχει και μια ενδιάμεση βαλβίδα που στην ανοίγω τώρα. Στο τέλος θα την ξανακλείσουμε. Αν ακούσεις έναν παράξενο ήχο, φώναξέ με.»
«Φυσικά», είπε η Αλεξάνδρα. «Μπορείς να μ’ εμπιστευτείς. Καθίστε εσείς επάνω στη δροσιά να τα λέτε κι εγώ θα ετοιμάσω μια ωραία μακαρονάδα… Απ’ ό,τι βλέπω, έχει όλα τα απαραίτητα, έτοιμες σάλτσες, μέχρι και φακελάκι με τριμμένο τυρί στο ψυγείο. Υπάρχει κανείς που δεν τρώει τα μανιτάρια; …Χαίρομαι!»

Έτσι τώρα, οι τέσσερις απολάμβαναν τη χαλαρή ώρα της δύσης συντροφιά με το φλοίσβο και το άρωμα (ανακατεμένο με τη λιμανίσια βρώμα) της θάλασσας, ενόσω η πέμπτη της παρέας εκτόνωνε τη σωρευμένη ένταση στην κουζίνα και η επεισοδιακή αυτή μέρα φαινόταν να βαίνει προς το τέλος της με τους καλύτερους οιωνούς.

Ή, σχεδόν.

«Δε μου λες, Άρη… εγώ είμαι άσχετος και με τα πετούμενα και με τη θάλασσα, αλλά αυτό το πουλί …δεν είναι γλάρος, έτσι; Οι γλάροι, απ’ όσο ξέρω είναι άσπροι.»
Μες στο μενεξεδί λυκόφως, οι άλλοι τρεις προσπαθούσαν να εστιάσουν εκεί που έδειχνε ο Φώτης συμπληρώνοντας: «Θα έλεγα πως μοιάζει με κοράκι…»

Το εντόπισαν, ψηλά στο άλμπουρο, στο σταυρό.
Ήταν, σαφώς, ένα κοράκι.


(*) Ν.Καββαδίας, λύχνος του Αλλαδίνου (από τη συλλογή ΠΟΥΣΙ)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: