την επανάστασή μου μέσα

Θα κλείσω αυτή την ενότητα τη σχετική με την Ευθύνη (και τις ευθύνες) του καθενός από εμάς σε σχέση με τα αδιέξοδα που βιώνουμε, με δυο κουβέντες για τη σχέση μας με τους Βαρβάρους: ποιοι είναι οι Βάρβαροι; Όλοι αυτοί οι αλήτες, τα λαμόγια, αυτοί που πρέπει να πληρώσουν, ποιοι είναι; πού βρίσκονταν τόσο καιρό; ήταν μήπως αόρατοι; Μήπως ήταν δίπλα μας; Μήπως ήταν αδέρφια, πατεράδες, φίλοι, γείτονες, δάσκαλοι, γνωστοί γνωστών μας; Μήπως καθαρά από σατανική σειρά συμπτώσεων δεν είμαστε εμείς οι ίδιοι; Να, τέτοιες για να μπορώ να λέω τρέλες, τρελός βαφτίστηκα. Και συνεχίζω. Επιτρέψτε μου, για ακόμα μια φορά, το «εγκώμιο» της γενιάς μου να πλέξω. Της γενιάς της ευκολίας όπως επανειλημμένα την αναφέρω. Γιατί μ’ αυτήν –ή όχι;- ξεκίνησαν όλα.
Η τεράστια –αναλογικά- κάστα των νεόπλουτων, που όλοι λίγο ως πολύ ξέρουμε πότε και πώς δημιουργήθηκε, επέδρασε στα κοινωνικά μας ήθη με δύο καταλυτικούς, αλληλοενισχυόμενους τρόπους.

Ο πρώτος: καθώς επρόκειτο για ανθρώπους της διπλανής ή ακόμα και της δικής μας πόρτας, αγρότες ή τουριστικούς μικροεπιχειρηματίες που άρπαξαν ευκαιρίες κι επιδοτήσεις, πιτσιρικάδες με κεφάλαια από κληρονομιές (και παχυλά εφάπαξ κατοχικών πατεράδων μαθημένων να ζουν με το τίποτα και ν’ αποταμιεύουν), οι οποίοι ξεκίνησαν με μια καφετέρια ή ένα μπαράκι για να καταλήξουν σωματέμποροι, ιδιοκτήτες ενός φορτηγού ή ενός ταξί με χαρτοφυλάκια στο χρηματιστήριο, ναυτικούς ή στρατιωτικούς φτιαγμένους (και) απ’ τα λαθραία, ανθρώπους των κατάλληλων θέσεων φτιαγμένους απ’ τις μίζες, μπάτσους, τελωνιακούς, εφοριακούς φτιαγμένους απ’ τα λαδώματα, διαφημιστές, εργολάβους, ασφαλιστές ή χονδρέμπορους φτιαγμένους απ’ το τίποτα, ανθρώπους δικούς μας, «καλά παιδιά» που με εκφράσεις όπως «να φάμε ένα κομμάτι ψωμί» ή «ν’ αφήσουμε κάτι στα παιδιά μας» άλλαξαν ύπουλα μέσα σε μισή γενιά τις αξίες μας προωθώντας καινούργιες όπως «Ευκαιρία», «Ευελιξία», «Επικοινωνιακή ικανότητα» στη θέση παραδοσιακών όπως η αξιοσύνη, η εντιμότητα και το φιλότιμο, συνηθίσαμε στην ιδέα ότι οι λέξεις μπορεί να έχουν διπλές σημασίες, ότι η λέξη «φτωχός» μπορεί να σημαίνει τον μετανάστη που ίσως εκμεταλλεύομαι στο χωράφι ή στο σπίτι μου και ταυτόχρονα εμένα απλώς και μόνο επειδή εργάζομαι ή επειδή δεν έχω καταθέσεις στην Ελβετία, ότι η λέξη «απατεώνας» μπορεί να σημαίνει το μεγαλολαμόγιο, αλλά και το κωλοπετσομένο φιλαράκi που ξέρει πώς να τη βγάζει καθαρή με το ίκα, το σδοε και την εφορία και ότι σε μια κοινωνία όπου οι μεγαλύτεροι κλέφτες είναι οι τράπεζες και το ίδιο το κράτος, το να παρανομείς είναι κάποιου τύπου απόδοση δικαιοσύνης, ακόμα κι όταν υποψιάζεσαι ότι μερικές φορές κλέβεις από την ίδια σου την τσέπη.

Και ο δεύτερος: καθώς όλοι αυτοί οι απίστευτοι τύποι επετύγχαναν αυτό που δεν μπορούσαν οι «μορφωμένοι» και οι «κουλτουριάρηδες», κάθε ηλίθιος με πολυτελές αυτοκίνητο και φτιασιδωμένη συνοδό αναγορευόταν σε βι-αι-πι -και όχι μόνο, αλλά ακόμα και οι γνωστοί των γνωστών του αναβαθμίζονταν σε «εκ των έσω γνώστες των καταστάσεων», ένα εντελώς νέο είδος επιστημονικού συμβούλου, σε μια χώρα όπου ο ξερολισμός κατέληξε σε μια εκ των ων ουκ άνευ συνιστώσα του λάιφ-στάιλ. Ο Ξερόλας. Αυτός υπήρξε επί σειρά ετών ο εθνικός σούπερ-ήρωας. Αυτός είχε τον τρόπο να σε βοηθήσει με τις γνωριμίες του, αυτός τις πληροφορίες που θα σ’ έκαναν πλούσιο στο χρηματιστήριο. Αυτός ήξερε όλες τις κακοτοπιές του δημοσίου, καθώς και το μυστικό δρομάκι για να τις αποφύγεις. Αυτός για τα εισιτήρια στο γήπεδο ή στη συναυλία όταν όλες οι θέσεις έχουν εξαντληθεί, αυτός για να σβήσεις την κλίση στην τροχαία, αυτός ήξερε τα πάντα για τον αγαπημένο σου τραγουδιστή/ηθοποιό/τερματοφύλακα, αυτός και για το δυσπροσπέλαστο αντικείμενο του πόθου σου.
Κάπου πρόσφατα άκουγα ότι μια θεμελιώδης σύγχρονη –και, ακόμα περισσότερο, ελληνική- ιδιαιτερότητα είναι η μικρή (κοινωνικά) απόσταση που χωρίζει ανθρώπους με ολότελα διαφορετικά συμφέροντα, καταβολές και μορφωτικά επίπεδα, η οποία επιτρέπει στους πάντες να έχουν άποψη περί των πάντων. Και επιδρά, θα πρόσθετα, στο σύστημα αξιών της κοινωνίας σαν παραμορφωτικός φακός. Καθοριστική είναι βεβαίως και η μιντιακή συμβολή με την αναγόρευση των ανωνύμων πολιτών-πελατών σε κριτές με όρους πλειοψηφιών: τόσο πιο ισχυρή άποψη όσο πιο δημοφιλής. (Αν, για παράδειγμα, η πλειοψηφία των πελατών «ψηφίζει» ως σημαντικότερο αθηναϊκό κτίριο το mall, η δική σου ψήφος στην Ακρόπολη απλώς «τρώει x».)

Θαυμάσια! Κι η τηλεόραση λοιπόν μέσα στους Βαρβάρους. Κι εσύ; Εσύ που λες, τι να κάνω; μειοψηφία ήμουν και θα παραμείνω, τι φταίω; και γυρνάς το κανάλι για να δεις μπάλα ή τα μάτια της Γκιουλμπαχάρ, εσύ δεν έχεις καμιά ευθύνη; Εσύ που μιλάς για την Επανάσταση σαν άπιαστο όνειρο (ή σαν κρύο ανέκδοτο) σκέφτηκες μήπως ποτέ ότι η επανάσταση μπορεί (και οφείλει) ν’ αρχίσει Τώρα; Μέσα σου; Από σένα;

Advertisements

3 Σχόλια to “την επανάστασή μου μέσα”

  1. call out the instigator
    because there’s something in the air
    we’ve got to get together sooner or later
    because the revolution’s here..

    (από το ‘something in the air’)

    Εξαίρετο κείμενο, αγαπημένο γειτονόπουλο. Για μια ακόμη φορά εκφράζεις ανοιχτά τις σκέψεις, τις αγωνίες και τους φόβους μου σε σχέση με τη νεοελληνική μας πραγματικότητα. Μέσα σε λίγες σειρές συνοψίζεις με τόση εντιμότητα όλη την ουσία και την αλήθεια αυτής της νοσηρής πραγματικότητας που μας αφορά όλους άμεσα.
    Για μένα η ανάγκη της Επανάστασης παραμένει πάντα ζωντανή. Της Επανάστασης, του ξεβολέματος και της αντίστασης δηλαδή, που ξεκινάει από μέσα μας πρώτα και που ίσως, ποιος ξέρει, στα σωστά χέρια και τις κατάλληλες συνθήκες, καταλήξει κάποτε σε μια κοινωνική Επανάσταση. Τώρα, πώς γίνεται ν’ αλλάξουν οι αντιλήψεις κι οι νοοτροπίες που περιγράφεις ξεκινώντας από μέσα πρώτα, είναι κάτι που δε μπορώ προς το παρόν να συλλάβω.
    Κάποτε σκεφτόμουν πως πρέπει πρώτα να ‘πεθάνουν’ αυτές οι γενιές που ανέθρεψαν λαμόγια και τυχοδιώκτες, κι ύστερα ίσως κάτι θα μπορούσε να γίνει. Τώρα σκέφτομαι πως ο σπόρος όλων αυτών παραμένει στο κύτταρο. Συν φυσικά τη μόνιμη αναπηρία της απάθειας σε εθνικό πλέον επίπεδο.
    Κι επειδή είναι τόσο λίγα εκείνα μπορούμε ν’ αλλάξουμε, δε μας μένει παρά μόνο ο εαυτός μας κι ένα όσο το δυνατόν πιο καθαρό βλέμμα τριγύρω. Με την αγάπη μου πάντα, είναι μεγάλη παρηγοριά για μένα που είσαι εδώ. Φιλιά από έναν ηλιόλουστο Βορρά.

  2. Αγαπημένο γειτονόπουλο, σου είχα γράψει νωρίτερα αλλά δεν ξέρω αν το δέχτηκε. Δεν το βλέπω – ας είναι όμως, την αγάπη μου σου στέλνω και πιστεύω πως ξέρεις τι αισθάνομαι και πόσο κοντά νιώθω σε αυτά που γράφεις :*

  3. Το βρήκα γειτονοπούλα μου, το βρήκα στα σπαμ, εξόριστο και αποκαρδιωμένο. Ποιος ξέρει τι βρηκε να καταλογίσει η μαμα-γουορντ στο αθώο σου σχόλιο.
    Δυστυχώς, οι αντιλήψεις κι οι νοοτροπίες το ‘χω κι εγώ πάρει απόφαση ότι δεν θ’ αλλάξουν, και οπωσδήποτε όχι όσο κυριαρχούν ακόμα πάνω στο χώμα της ταλαίπωρης πατρίδας τούτες οι διεφθαρμένες γενιές. Διατηρώ ωστόσο την πεποίθηση ότι η ζωή είναι -πάνω απ’ όλα- μια προσωπική περιπέτεια κι αυτό καθιστά το αίτημα της (δονκιχωτικής ή όχι, αδιάφορο) συνέπειας καίριο. Δεν μας μένει παρά ο εαυτός μας, όπως λες -και τι κρίμα που είμαστε τόσο λίγοι:*

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: