στο μάτι του κυκλώνα #3 [Αλεξάνδρα]

batterfly-15Πείτε μου, δεσποινίς.»

Είχε σηκώσει τα μάτια της από τα έντυπα που συμπλήρωνε και την κοιτούσε εξεταστικά. Μικροκαμωμένο γκομενάκι αλλά νόστιμο. Η φουστίτσα που φορούσε, μόλις που κάλυπτε το εσώρουχο (υποθέτοντας –καλοπροαίρετα- ότι υπήρχε τέτοιο.)
«Ξέρετε… Θέλω να σας ζητήσω μια χάρη.»
Είχε σκύψει ελαφρά προς το μέρος της κι έκανε κάτι με τις (έντονα μαύρες) βλεφαρίδες της.
Η Αλεξάνδρα έσκυψε επίσης. Συνωμοτικά.
«Έχουν κάτι τα μάτια σας;» ρώτησε χαμηλόφωνα.
«Τα μάτια μου; Όχι.»
«Σαν να πετάνε…»
«Όχι, βέβαια. Πώς σας ήρθε;»
«Έχετε κάποιο… τικ;»
«Τικ; Εγώ; Καλέ τι λέτε;»
«Και γιατί μιλάτε σιγά;»
«Εγώ μιλάω σιγά;» Φώναζε. «Εσείς μιλάτε σιγά.»
«Σας παρακαλώ, δεσποινίς. Μη φωνάζετε.» Έσκυψε ξανά στα χαρτιά της. «Προσπαθώ να κάνω τη δουλειά μου.»
«Με συγχωρείτε.» Τούτη τη φορά ακούστηκε γλυκιά –η ίδια η γλύκα. Άρχισε τα κόλπα πάλι, σκέφτηκε η Αλεξάνδρα, αλλά δεν θα της κάνω τη χάρη. Συνέχισε να παριστάνει ότι συμπληρώνει έντυπα. Θα σε φτιάξω εγώ, πουτανάκι.
«Κύριε…» Η φωνή της Ελίνας ακουγόταν τώρα παρακλητική. «Γιατί δεν με κοιτάτε;»
Κύριε; Καινούργιο κόλπο; Και τι ήταν αυτό το σούσουρο που ακουγόταν; Εντάξει λοιπόν. Μια γρήγορη ματιά, δήθεν αδιάφορη και… δεν είμαστε καλά!
Είχε βγάλει τα ρούχα της και τα είχε ακουμπήσει πάνω στο γκισέ. Στεκόταν εκεί μπροστά φορώντας το κιλοτάκι της και μοιράζοντας απολογητικά χαμόγελα στους υπόλοιπους πελάτες του ταχυδρομείου που την κοιτούσαν (και κάποιοι την έδειχναν) σοκαρισμένοι.
«Θέλω να στείλω αυτά εδώ…» Έδειχνε τα ρούχα της.
Η Αλεξάνδρα την κοίταξε ειρωνικά.
«Πού να τα στείλεις, καλή μου;»
«Σ’ εκείνην. Στην Αλεξάνδρα.»
«Στην Αλεξάνδρεια. Έχετε συγγενείς;»
«Όχι Αλεξάνδρεια. Αλεξάνδρα… Είναι φίλη μου.»
«Φίλη σας. Κι αυτή η φίλη σας… δεν έχει επώνυμο;»
«Έχει, αλλά δεν το ξέρω. Ίσως Νικολάου. Αλεξάνδρα Νικολάου. Πρέπει να της στείλω τα ρούχα μου. Τα χρειάζεται.»
Δεν έπρεπε να εκνευριστεί. Το ήξερε. Ήταν λάθος.
«Νικολάου;» Η Αλεξάνδρα σηκώθηκε όρθια. «Τι λες κοπέλα μου! Τ’ όνομά μου είναι Σωτηροπούλου. Τ’ ακούς; Σω-τη-ρο-πού-λου! Και ποιος σου είπε ότι χρειάζομαι τα κουρέλια σου;»

Ήταν λάθος. Το ήξερε καθώς στήριζε τα χέρια της στο γραφείο, καθώς σηκωνόταν όρθια, το ήξερε, αλλά ήταν ήδη πολύ αργά. Κανείς δεν κοιτούσε πλέον την Ελίνα. Όλος ο κόσμος κοιτούσε τώρα αυτήν (αυτόν; ) φανερά διασκεδάζοντας. Γελούσαν.
Σε αργή κίνηση. Σήκωσε. Τα χέρια. Τρεμάμενα, μεγάλα αντρικά χέρια. Έπιασε το κεφάλι της (το κεφάλι του; ) Μια επαφή λείου δέρματος. Πασπάτεψε το γυμνό κρανίο. Ύστερα το τριχωτό στέρνο. Το αντρικό εσώρουχο –το μόνο της ρούχο- που δεν μπορούσε να κρύψει τη στύση της. Όλοι γελούσαν.
«Είναι μόνο ένα όνειρο», σκέφτηκε.
Ύστερα σκέφτηκε ένα όνομα.
Κι ύστερα ξύπνησε.

Η Ελίνα κοιμόταν δίπλα της. Με το γυμνό της στήθος, δίχρωμο απ’ το σημάδι του μαγιό, το κιλοτάκι τόσο μικροσκοπικό ώστε άφηνε να διακρίνεται η άκρη ενός τατουάζ (μιας πεταλούδας; ) στην ηβική χώρα.
Έξω φαινόταν ακόμα σκοτάδι. Διψούσε κι ήθελε τουαλέτα. Η τουαλέτα ήταν εύκολη –δίπλα στην καμπίνα. Έπρεπε να σηκωθεί, βέβαια.

Τι όνειρο κι αυτό! Ονειρεύτηκε τον εαυτό της στη θέση εκείνου του μαλάκα στο ταχυδρομείο. Και το δικό της ρόλο τον έπαιζε –άκου φίλε μου!- η Ελίνα. Μυστήριο πράγμα τα όνειρα.
Θυμήθηκε την κουβέντα που είχε ξεκινήσει –ποιος ήταν; ο Άρης;- πως θα μπορούσε, λέει, όλα αυτά να τα ονειρεύονται… Και μήπως κι αυτή η ίδια, μέσα στον ύπνο της προ ολίγου, το ίδιο –είναι όνειρο- δεν σκέφτηκε; Ύστερα, βέβαια, ξύπνησε, αλλά πού; Εδώ μέσα, στην Αλεξάνδρεια, δίπλα στην Ελίνα. Όχι σπίτι της (όπως πολύ θα ήθελε!) Η Αλεξάνδρεια, αυτή δυστυχώς δεν ήταν όνειρο. Ούτε οι πέντε τους. Ειδάλλως, θα έπρεπε να δεχτούμε (τι ήταν αυτό το κούνημα ξαφνικά; ) ότι έβλεπε ένα όνειρο μέσα σ’ ένα άλλο. Σαν εκείνες τις κούκλες…

Προσπάθησε να σηκωθεί. Ένιωσε μια ζάλη και ξανάπεσε πίσω. Βαθιά εισπνοή –αργή εκπνοή. Το είχε αυτό το πρόβλημα από μικρή. Της έπεφτε η πίεση. Κατάλαβε την Ελίνα να τεντώνεται δίπλα της –το ένα πόδι της σκαρφάλωσε πάνω στο αριστερό πόδι της Αλεξάνδρας. Χαμογελούσε.

Δεν θυμόταν πώς βρέθηκε στην τουαλέτα… Θυμόταν να τραβιέται απαλά και την Ελίνα να μουρμουρίζει γελώντας στον ύπνο της. Θυμόταν να σηκώνεται αργά κι ύστερα… Τίποτα. Θα πρέπει να την πήρε ο ύπνος στη λεκάνη.
Ανασηκώθηκε προσεκτικά μες στο σκοτάδι. Γιατί δεν άναψε ένα φως; Είχε ουρήσει ή όχι; Ένιωθε ακόμα την κύστη της γεμάτη, όμως όσο και να προσπαθούσε δεν έβγαινε τίποτα. Κοντοστάθηκε. Τι έπρεπε να κάνει; Κάτι της διέφευγε, σίγουρα κάτι της διέφευγε.
Βρέθηκε παραπατώντας στο σαλόνι. Ζαλιζόταν ακόμα. Αλλού πατούσε κι άλλού…
…βρισκόταν. Ξαφνικά. Πάνω σε ένα μαλακό σώμα. (Αντρικό!) Το πρόσωπό της, τα χείλη της, συνάντησαν κάτι απαλό και ζεστό (αναμφισβήτητα, έναν αντρικό λαιμό). Μια ζεστή ανάσα μες στο αυτί της.
«Το ήξερα», είπε ο Άρης.
«Τι… Τι ήξερες;» Προσπάθησε να σηκωθεί.
«Ότι θα έλθεις. Αυτό τράβα το όσο θες, μόνο βγάλε το δάχτυλο απ’ το μάτι μου.»
Αυτό, ποιο αυτό;
«Δεν…το… επίτηδες… Σκόνταψα στο κρεβάτι σου. Τι είναι αυτό που τραβάω;»
«Αυτό που τραβάς είναι το πουλί μου. Και είσαι στο κρεβάτι μου. Και είσαι τελείως γυμνή.»
«Καλέ τι…»
Ήταν γυμνή!
«Δεν… Συγγνώμη. Κουνούσε πολύ και…» Προσπαθούσε να σηκωθεί ή όχι; «Γιατί με σκέπασες;»
«Εγώ σε σκέπασα; Και, ενημερωτικά, είμαστε μέσα στο λιμάνι. Δεμένοι. Το μόνο που κουνάει είναι το πράμα μου
στα χέρια σου. Αν συνεχίσεις…»
Συνειδητοποίησε ότι αυτό που τραβολογούσε ήταν πράγματι το… Γαμώτο. Γιατί δεν τη χάιδευε, αντί να μιλάει συνέχεια; Σηκώθηκε απότομα. (Η πίεση, Αλεξάνδρα!)
«Κι εγώ σου λέω πως κουνάει. Κουνάει τρελά.»
Τυλιγμένη στο σεντόνι και σκουντουφλώντας, κινήθηκε προς το αμυδρό φως που ερχόταν απ’ τη φάλκα.
«Γαμώ τις σκάλες μου! Πώς ανοίγει αυτό το πράγμα;»
Ένιωσε τα χέρια του να την τυλίγουν, να διατρέχουν το κορμί της πάνω απ’ το σεντόνι. Τα χείλη του να ζητούν τα δικά της. Μόνο, μη μου βάλεις γλώσσα, σκέφτηκε.
Δεν της έβαλε.
«Κουνάει στ’ αλήθεια», είπε ο Άρης ανοίγοντας το κάλυμμα και μισοβγαίνοντας στην κουβέρτα. «Κάτι δεν πάει καλά.»
Ανέβηκε πίσω του. Τίποτα δεν πήγαινε καλά. Δεν φαίνονταν φώτα. Ούτε λιμάνι. Ούτε αστέρια. Μόνο ένα θαμπό σκούρο φως εκεί όπου θα πρέπει να βρισκόταν το φεγγάρι. Τα κύματα έσκαγαν με δύναμη στα πλευρά του σκάφους πιτσιλώντας την στο πρόσωπο. Αδύνατον, σκέφτηκε. Αυτό δεν συμβαίνει. Πρέπει να ξυπνήσω, να ξυπνήσω πραγματικά.

Πρώτα ένιωσε τα σεντόνια. Απαλά, προστατευτικά, βαμβακερά σεντόνια. Ύστερα τη γλυκιά χαλαρότητα του ξυπνήματος. Άκουσε τη φωνή του Άρη, σαν απόηχο του ονείρου της ή… Κάποιος την κουνούσε. Είχε ξημερώσει; Ένα καμπανάκι χτύπησε μέσα στο κεφάλι της.
Άνοιξε τα μάτια. Το φως της καμπίνας ήταν αναμμένο. Το πρόσωπο της Ελίνας την κοιτούσε γεμάτο έξαψη. Ένιωθε ακόμα…
«Αλεξάνδρα! …Ξύπνα!»
…πιτσιλισμένη.

«Ταξιδεύουμε!»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: