The birds will all fly from my head

«Πού βρισκόμαστε εμείς;» ρώτησε ο Σάντοου. «Εγώ είμαι στο δέντρο; Είμαι νεκρός; Βρίσκομαι εδώ; Νόμιζα ότι είχαν τελειώσει όλα. Τι είναι πραγματικό;»
«Ναι», είπε ο Ουίσκι Τζακ.
«Ναι; Τι σόι απάντηση είναι το “Nαι;”»
«Καλή απάντηση. Αληθινή απάντηση επίσης.»
Ο Σάντοου είπε, «Κι εσύ θεός είσαι;»
Ο Ουίσκι Τζακ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Εγώ είμαι πολιτιστικός ήρωας», είπε. «Κάνουμε τις ίδιες μαλακίες που κάνουν κι οι θεοί, απλά τα κάνουμε σκατά πιο συχνά και κανείς δεν μας λατρεύει. Λένε ιστορίες για μας, αλλά λένε εκείνες που μας δίνουν κακή εικόνα μαζί μ’ εκείνες όπου τα βγάλαμε πέρα αρκετά καλά».
«Κατάλαβα», είπε ο Σάντοου. Και καταλάβαινε, πάνω κάτω.
«Κοίτα», είπε ο Ουίσκι Τζακ. «Τούτη εδώ δεν είναι καλή χώρα για θεούς. Ο λαός μου το κατάλαβε αυτό πολύ νωρίς. Υπάρχουν δημιουργά πνεύματα τα οποία ανακάλυψαν τη γη ή την έφτιαξαν ή την έχεσαν, αλλά σκέψου το: ποιος θα λατρέψει το Κογιότ; Έκανε έρωτα με τη Γυναίκα Ακανθόχοιρο και το μόνο που κατάφερε ήταν να μετατρέψει την πούτσα του σε μαξιλαράκι για καρφίτσες. Μάλωνε με τις πέτρες κι οι πέτρες πάντοτε νικούσαν.
»Έτσι, ναι, ο λαός μου κατάλαβε ότι μπορεί να υπάρχει κάτι πίσω απ’ όλα αυτά, ένας δημιουργός, ένα μεγαλύτερο πνεύμα, κι έτσι του λέμε ευχαριστώ, γιατί είναι πάντα καλό να λες ευχαριστώ. Αλλά δεν χτίσαμε ποτέ εκκλησίες. Δεν το χρειαζόμασταν. Η γη ήταν η εκκλησία. Η γη ήταν η θρησκεία. Η γη ήταν γηραιότερη και σοφότερη από τους ανθρώπους που την περπατούσαν. Μας έδινε σολομούς και καλαμπόκι και βούβαλους κι αποδημητικά περιστέρια. Μας έδινε πεπόνια και κολοκύθες και γαλοπούλες. Κι ήμασταν τα παιδιά της γης, όπως κι ο σκαντζόχοιρος και το βρομοκούναβο κι η γαλάζια κίσσα».
Τελείωσε τη δεύτερη μπύρα του κι ένευσε προς το ποτάμι στο κάτω μέρος του καταρράκτη. «Αν ακολουθήσεις αυτό το ποτάμι για λίγο, θα φτάσεις στις λίμνες όπου φυτρώνει το άγριο ρύζι. Την εποχή του άγριου ρυζιού, βγαίνεις με το κανό σου στις λίμνες παρέα μ’ ένα φίλο και τινάζεις το ρύζι μέσα στο κανό και το μαγειρεύεις και το αποθηκεύεις και θα σε κρατήσει για πολύ καιρό. Σε διαφορετικά μέρη υπάρχει διαφορετικό είδος τροφής. Αν πας αρκετά μακριά στο νότο, υπάρχουν πορτοκαλιές, λεμονιές κι εκείνα τα μαλακά πράσινα φρούτα που μοιάζουν με αχλάδια…»
«Τα αβοκάντο».
«Τα αβοκάντο», συμφώνησε ο Ουίσκι Τζακ. «Αυτά είναι. Δεν φυτρώνουν εδώ. Αυτή είναι η χώρα του άγριου ρυζιού. Η χώρα του ελαφιού. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι πως η Αμερική έτσι είναι. Δεν είναι γόνιμη χώρα για θεούς. Δεν πιάνουν καλά εδώ. Είναι σαν αβοκάντο που προσπαθούν να φυτρώσουν στη χώρα του άγριου ρυζιού».

…Επέστρεψαν στην καλύβα του Ουίσκι Τζακ. Εκείνος άνοιξε την πόρτα. Ο Σάντοου δίστασε. «Μακάρι να μπορούσα να μείνω εδώ μαζί σου», είπε. «Φαίνεται ωραίο μέρος».
«Υπάρχουν πολλά ωραία μέρη», είπε ο Ουίσκι Τζακ. «Αυτό είναι το θέμα, μάλλον. Άκου, οι θεοί πεθαίνουν όταν λησμονηθούν. Κι οι άνθρωποι το ίδιο. Αλλά η γη παραμένει εδώ. Τα όμορφα μέρη και τα άσχημα. Η γη δεν πηγαίνει πουθενά. Ούτε κι εγώ.»

Neil Gaiman, American Gods (Ο Πόλεμος των Θεών, μετ. Νινα Μπούρη, εκδ. οξύ)

tom waits, i’ ll be gone

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: