στο μάτι του κυκλώνα #1 [Φώτης]

bat-14Γ--ιατί δεν τρως το άλογο;»

Ο Άρης του χάρισε ένα βλέμμα οίκτου. Το ήξερε αυτό το βλέμμα. Το θυμόταν καλά. Έτσι τον κοιτούσε συνήθως ο μακαρίτης όταν ζούσε. Με οίκτο.

Τον χάσανε νωρίς το πατέρα του –ίσα που θα ‘κλεινε τα πενήντα. Θηρίο. Μα θηρίο χειρότερο ήταν η αρρώστια, τον έφαγε σε μια βδομάδα από μέσα, τον διέλυσε. Κάπνιζε, βέβαια, του σκοτωμού.

Από μικρό, το Φώτη τον είχε για άχρηστο. Τον είχε ακούσει κάνα-δυο φορές να ρωτάει τη μάνα του αν ήταν σίγουρα δικό του παιδί. Ραλίστας. Έκανε το αυτοκίνητο φύλλο-φτερό για την πλάκα του. Το τελευταίο, μόνο, δεν πρόλαβε να το χαρεί. Του κουτιού, βαμμένο και φτιαγμένο, του ‘μεινε του Φώτη το καθαρόαιμο, να πληρώνει τις δόσεις και να πηγαινοέρχεται Καλλιθέα-Μπραχάμι μουγκρίζοντας.

«Δεν μ’ αρέσει το κρέας τους», είπε ο Άρης σκύβοντας ξανά στη σκακιέρα. «Κι αυτό ειδικά θα μου πέσει βαρύ.» Έμεινε για λίγο έτσι ακίνητος.
«Φου επί ζήτα επτά, σαχ», είπε στο τέλος και σήκωσε το κεφάλι σα να περίμενε την έγκριση του αντιπάλου του.
«Ενδιαφέρον», είπε ο Οδυσσέας. «Το μέτρησες καλά;»
«Όχι», είπε ο Άρης μετακινώντας τον αξιωματικό του.

Δεν το καταλάβαινε αυτό το παιχνίδι. Σαν παιδί είχε μάθει βέβαια τους κανόνες, αλλά δεν έτυχε να παίξει ποτέ. Για την ακρίβεια, έπαιξε μια φορά με τη Στεφανία και έχασε, κάτω από το αποδοκιμαστικό βλέμμα του πατέρα του. Σε αντίθεση με το Φώτη, η αδερφή του, αν και μικρότερη, ήταν το καμάρι της οικογένειας.

Απέσπασε την προσοχή του απ’ την επιτραπέζια μονομαχία κι απέμεινε να χαζεύει την κίνηση στη μαρίνα. Αρκετά σκάφη είχαν φως κι έβλεπες ανθρώπους να ρεμβάζουν ή να συζητούν χαμηλόφωνα. Κάπου στο βάθος, μια κατάφωτη θαλαμηγός υπενθύμιζε ότι πάντα κάποιοι στέκουν ψηλότερα. Η βραδιά ήταν ειδυλλιακή. Πού είχαν πάει τα κορίτσια;

Η Αλεξάνδρα είχε κάνει θαύματα στη μικρή κουζίνα. Είχαν μαζέψει την τέντα της πρύμνης κι είχαν ανοίξει ένα σπαστό τραπεζάκι για ν’ ακουμπάνε τα ποτήρια τους. Άνοιξαν κι ένα μπουκάλι κρασί που υπήρχε στο ψυγείο. Όλα ήταν σαν… όνειρο.

«Να μου κάνετε τη χάρη να μην ξαναπιάσουμε αυτή τη συζήτηση!»
Ήταν η Αλεξάνδρα που άσκησε το βέτο. Για κάποιο λόγο αυτή η συζήτηση φαινόταν να την ενοχλεί -όχι πως για τις άλλες πετούσε τη σκούφια της.

«Ναι, παιδιά, μην αρχίσουμε πάλι», σιγοντάρισε η Ελίνα. «Ακόμα κι αν με πείσετε ότι αυτή τη στιγμή είμαι ήδη στο κρεββάτι μου και μας ονειρεύομαι, το σώμα μου θα εξακολουθεί να διαμαρτύρεται, οπότε καλύτερα ν’ αφήσουμε τα όνειρα και να σκεφτούμε την πεζή πραγματικότητα.» Και, στρεφόμενη προς τον Άρη: «Υπάρχει μια ερώτηση για τον αγαπημένο μας αμφιτρύονα και κάποιος πρέπει…»
«Αν δεν μας ενοχλεί το στρίμωγμα, βολευόμαστε όλοι», την πρόλαβε εκείνος. «Τα αγοράκια μπροστά, τα κοριτσάκια πίσω κι εγώ στη μέση, εδώ στο σαλόνι. Σε περίπτωση που επιστρέψουν οι γονείς μου, καλό είναι να δουν εμένα πρώτο.»
«Ε, όχι να σε ρίξουμε και στον καναπέ…» έκανε τη δύσκολη η Ελίνα.
Ο Άρης την κοίταξε σκεφτικός σαν να εξέταζε εναλλακτικές λύσεις.
«Ίσως αν με πέρνατε ανάμεσά σας…»
«Είσαι πολύ πούστης», είπε απλά εκείνη.
«Ευχαριστώ. Μην ανησυχείτε, ο καναπές αυτός ενώνεται με τον απέναντι και γίνεται κρεββάτι. Έχει τύχει να κοιμηθούν οκτώ άτομα στο σκάφος.» Και, βλέποντας την απορία τους, συμπλήρωσε: «Τα δύο, νήπια.»
«Α, πες το έτσι! Έμαθε να κοιμάται το γλυκό μου ανάμεσα στους μεγάλους και θέλει στοργή.»

Αυτό το κορίτσι! Όταν άρχιζε το παιχνίδι, δεν ήξερε πού να σταματήσει.

«Δεν εννοούσα εμένα», είπε ξερά ο Άρης. «Όταν η μάνα μου γνώρισε το Μιχάλη, εγώ ήμουν δεκατριών… Κάπως μεγάλος για να κοιμάμαι στο κρεββάτι τους.»
«Εντάξει, δεν είπα τίποτα κακό», αμύνθηκε η Ελίνα. «Νόμιζα ότι κάνουμε πλάκα.»

Εκεί απάνω -ίσως για να χαλαρώσει την ατμόσφαιρα- πέταξε ο Οδυσσέας το άσχετο:
«Ο Μιχάλης… παίζει σκάκι;»
Τον κοίταξαν απορρημένοι.
«Και ο Μιχάλης», απάντησε ο Άρης. «Λες για το τραπεζάκι…»
Τότε, μόλις, το πρόσεξε ο Φώτης. Το σχέδιο του τραπεζιού ήταν μια σκακιέρα. Δεν είχε γράμματα και αριθμούς ή άλλα διακριτικά -υπήρχαν μόνο τα γνωστά δίχρωμα τετραγωνάκια μέσα σ’ ένα πλαίσιο που κάλυπτε σχεδόν όλη του την επιφάνεια.
«Παίζεις κι εσύ, εννοείς.» Στη φωνή του Οδυσσέα υπήρχε μια αδιόρατη πρόκληση, στην οποία ο Άρης απάντησε μ’ ένα ανασήκωμα του φρυδιού:
«Αν ο μαιτρ θέλει να δοκιμάσει…»

Μέσα σε λίγα λεπτά, το σκηνικό είχε συμπληρωθεί. Τα ποτήρια είχαν φύγει και τη θέση τους είχαν πάρει βασιλείς, βασίλισσες και η συνοδεία τους, προς μεγάλη απογοήτευση της Ελίνας που για πρώτη φορά βρέθηκε στο περιθώριο.
«Μα θα παίζουν οι δύο κι οι άλλοι θα κοιτάνε; Χάθηκε μια μπιρίμπα, ένα ταμπού
Του Φώτη, πάντως, του ήταν το ίδιο. Έτσι κι αλλιώς, αν εξαιρέσουμε το μπιλιάρδο, ποτέ δεν είχε έφεση στα παιχνίδια. Μόνο κάτι προσομοιωτές (αεροπλάνα κι αυτοκίνητα) έκανε κέφι κι αυτούς όταν ήταν μόνος του. Τότε, τον πρώτο καιρό μετά που έφυγε η Έλενα, όταν σάπιζε τη μισή μέρα μπροστά στην οθόνη…

«Την πουτάνα μου μέσα! Έκανα μαζετιά
Εγκαταλείποντας τους ρεμβασμούς του, ο Φώτης επέστρεψε πίσω στο θέατρο των επιχειρήσεων.
Ο Άρης φαινόταν απαρηγόρητος. Η λάμψη του αναπτήρα, καθώς ο Οδυσσέας άναβε τσιγάρο, φώτισε ένα μικρό χαμόγελο ανακούφισης. Θα πρέπει να τον είχε στριμώξει άγρια ο πιτσιρικάς.
«Τι μαζέτας που είμαι, γαμώτο… Τι μαζέτας!»
«Τι θα πει πάλι αυτό;» ρώτησε ο Φώτης.
Ο Άρης τον αγνόησε. Αυτή τη στιγμή φαινόταν διακτινισμένος σ’ ένα δικό του κόσμο.
«Ισοπαλία;» πρότεινε ο Οδυσσέας.
Ο άλλος σηκώθηκε χωρίς να απαντήσει. Έκανε να φύγει, ύστερα γύρισε και έτεινε το χέρι του.
«Πάνω απ’ όλα οι καλοί τρόποι.»
Ο Οδυσσέας του έδωσε το δικό του.
«Τιμή μου», είπε.

«Τι έγινε, Φώτη; Γιατί χαιρετιούνται αυτοί;»
Η Ελίνα έκανε την εμφάνισή της στην προκυμαία μαζί με την Αλεξάνδρα. Ο Φώτης σήκωσε τους ώμους.
«Λένε κάτι δικά τους, ακαταλαβίστικα», είπε, καθώς ο Άρης μάζευε τα κομμάτια απ’ το τραπέζι σ’ ένα σακούλι.
Ύστερα, αφού περίμενε μέχρι να τον δει να εξαφανίζεται στο εσωτερικό, ρώτησε χαμηλόφωνα τον Οδυσσέα:
«Οδυσσέα, τι θα πει μαζέτας
Ο Οδυσσέας χαμογέλασε μελαγχολικά (ή μήπως έφταιγε η νύστα; ) «Άντε πάμε για ύπνο», είπε, ακολουθώντας τις κοπέλες που στριμώχνονταν στη φάλκα.

«Μαζέτες», τον άκουσε να μουρμουρίζει. «Μαζέτες, είμαστε όλοι μας.»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: