περιμένοντας την Ιφιγένεια #4 [Άρης]

bat9mας μπέρδεψες για τα καλά», είπε η Ελίνα.
Απευθυνόταν στην Αλεξάνδρα η οποία μετά από ένα χειμαρρώδες ξέσπασμα είχε σωπάσει αποτραβηγμένη σε μια απ’ τις αγαπημένες της σιωπές.

Τη συμπαθούσε όλο και πιο πολύ την Αλεξάνδρα, αυτό τον αγέρωχο αυθορμητισμό της, του θύμιζε τη μάνα του τη Χρυσάνθη –να ‘τη ξανά η σύγκριση, αναπόφευκτη.
Η Ελίνα, αντιθέτως, είχε αρχίσει να του χτυπάει στα νεύρα. Αυτός ο επιδεικτικός τρόπος με τον οποίο προσπαθούσε να πλησιάσει την άλλη του ήταν ανυπόφορος. Δεν κρατώ κακία, παθούσα είμαι κι εγώ, εκείνος φταίει για όλα, σα να έλεγε. Στην τσαχπινιά και στα σκέρτσα του θύμιζε εκείνο το ξανθό, τη Ναταλία, τον εκνεύριζε και τον ερέθιζε ταυτόχρονα. Ενώ η Αλεξάνδρα είχε κάτι το σκοτεινό και μυστηριώδες, κάτι που σε προκαλούσε να το ανακαλύψεις.

«Αν ψάχνουμε το αδύνατο σημείο στη θεωρία του Φώτη, συγγνώμη αλλά υπάρχει ένα πιο σοβαρό απ’ αυτά τα μπερδεμένα με τις συνέχειες και τις ασυνέχειες», είπε τελικά. Ανταπέδωσε το βλέμμα στην Αλεξάνδρα –ύστερα στράφηκε στο Φώτη.
«Κρίμα, γιατί μου άρεσε πολύ η θεωρία σου», πρόσθεσε.

Άφησε να κυλήσουν μερικές στιγμές , απολαμβάνοντας εκ των προτέρων την εντύπωση. Τα ματάκια της Ελίνας είχαν στενέψει και τον κοιτούσαν προκλητικά. Οκ, μωρό μου, αφού σ’ αρέσουν τα παιχνίδια, ας παίξουμε!
«Όπως μας έλεγε νωρίτερα ο προφέσορ», εδώ γύρισε προς τον Οδυσσέα, «τα περισσότερα όνειρα κρύβουν κάτι λιγότερο ή περισσότερο συγκαλυμμένα ερωτικό.» Έκανε μια εκφραστική παύση. «Τα δικά μου –και λόγω ηλικίας, καταλαβαίνεται- μπορώ να σας βεβαιώσω ότι είναι πάντα ερωτικά και διόλου συγκαλυμμένα.»
«Και τι σχέση έχει αυτό;» ρώτησε η Ελίνα.
«Έχει μεγάλη. Είμαι εδώ τόσες ώρες με δυο ωραίες, νέες γυναίκες κι ακόμα δεν έχει παίξει τίποτα.»
«Ορίστε;» Τα μάτια της Ελίνας ήταν γεμάτα γνήσια, ανυπόκριτη έκπληξη. «Σαν τι να παίξει δηλαδή;»
«Δεν καταλαβαίνεις πού το πάει;» παρενέβη η Αλεξάνδρα. «Αφού δεν του έκατσε καμιά μας ως τώρα…»
«Και ούτε πρόκειται!»
Ήταν ιδέα του ή οι μύτες των δύο κοριτσιών είχαν υψωθεί κατά μερικά χιλιοστά η καθεμία;
«Μην το παίρνετε προσωπικά, δεν έχει να κάνει με σας. Κι ούτε έχω πρόθεση να σας προσβάλλω.»
«Δεν τις προσβάλλεις», επενέβη συμφιλιωτικά ο Οδυσσέας, «τις φέρνεις, όμως, σε δύσκολη θέση. Και, ενδεχομένως, αμφιβάλλουν για το κίνητρό σου να συνεισφέρεις δημιουργικά στη συζήτηση.»
«Δεν βλέπω το λόγο να έρχονται σε δύσκολη θέση. Δεν περιμένω κάποια απάντηση, απλά μια διαπίστωση κάνω. Φυσικά πράγματα είναι αυτά.»

Το ήξερε ότι θα έπιανε. Αμέσως τις είδε να μαζεύονται, αν και τα πρόσωπα παρέμειναν σφιγμένα.
«Και αν το καλοσκεφτείτε», συνέχισε, «θα δείτε πως έχω δίκιο.»
«Δίκιο, ως προς τι;» ξαναπιάστηκε η Ελίνα. «Το ότι δεν λειτουργούμε, εγώ κι η Αλεξάνδρα, ως σεξουαλικά αντικείμενα, όπως μας θέλετε, ίσως σημαίνει πράγματι πως αυτό δεν είναι ένα αντρικό όνειρο. Και για να μην αδικήσω το Φώτη και τον Οδυσσέα, θα ήταν καλύτερα μάλλον να πω ότι δεν είναι το όνειρο ενός εφήβου που έχει μονίμως μέσα στο κεφάλι του το σεξ.»

Δεν είχε σκοπό να το συνεχίσει αλλά αυτή τον προκαλούσε με τη μύτη της που σηκωνόταν όλο και περισσότερο.
«Θέλεις να πεις ότι το δικό σου δεν είναι εκεί;» είπε. «Θα μου φαινόταν τουλάχιστον παράξενο και… όχι παράξενο, απλά υποκριτικό!»
Η Ελίνα του χάρισε ένα χαμόγελο.
«Αναρωτιέμαι τι θα ‘λεγες αν είχες πρόθεση να μας προσβάλλεις», είπε.
«Απλά γνωρίζω, όπως όλοι, πόση υποκρισία υπάρχει γύρω απ’ το θέμα του σεξ. Πρέπει μονίμως άλλα να σκέφτεσαι, άλλα να λες και άλλα να εννοείς. Υποτίθεται πως ζούμε στον εικοστό πρώτο αιώνα, γαμώτο!»
«Δεν έχει να κάνει ο αιώνας», είπε η Αλεξάνδρα που φαινόταν –παραδόξως- πιο άνετη απ’ την Ελίνα, λες και το θέμα την ενδιέφερε επιστημονικά. Ίσως, πάλι, προσπαθούσε απλά να τον καλοπιάσει. «Κάθε κοινωνία έχει τα δικά της ταμπού. Υπάρχουν κοινωνίες, κατά τ’ άλλα πρωτόγονες, οι οποίες στα ζητήματα του σεξ είναι πολύ πιο προχωρημένες απ’ τη δική μας. Προχωρημένες, βέβαια, όπως το εννοείς εσύ –πιο ανεκτικές, με λιγότερα ταμπού…»
«Όπως το εννοώ εγώ. Για σένα δεν είναι προχωρημένες, δηλαδή; Προτιμάς αυτήν την κοροϊδία, τις καθωσπρέπει κυράτσες με τους φουσκωμένους ευνούχους; Αυτές που λένε θα ξεσαλώσω μέχρι τα τριάντα και μετά θα νοικοκυρευτώ; Εννοώντας πως είναι πρόθυμες να αποπλανηθούν, αρκεί να αξίζει τον κόπο; Πούλα μου γοητεία κι αγάπες και λουλούδια, στην ανάγκη πότισέ με δυο σφηνάκια παραπάνω και φέρσου σαν να ήμουν πουτάνα, αρκεί να μην φαίνεται έτσι;»

Θυμήθηκε τη Φένια, τη μάνα εκείνου του συμμαθητή του, πρόπερσι. Πόσο διαφορετική, πόσο γυναίκα φαινόταν όταν κλείνονταν οι δυο τους στην κρεβατοκάμαρα… σα να πετούσε μια μάσκα. Πόσο τον είχε τρελάνει την πρώτη φορά που ένιωσε αυτή την αλλαγή –τα χέρια της πάνω του, ξαφνικά χέρια θηλυκού στο κορμί ενός άντρα, χωρίς ετικέτες, χωρίς πειθαναγκασμούς…
Κάθε γυναίκα, του ‘χε πει, κρύβει μια ξεκωλιάρα βρώμα μέσα της. Όμως πριν την πεις ξεκωλιάρα βρώμα κι άλλες τέτοιες προστυχιές που γουστάρεις, βεβαιώσου πρώτα ότι συνομιλείς μαζί της. Γιατί η άλλη, η κυρία, δεν θα τις ανεχτεί, δεν επιτρέπεται να τις ανέχεται.

«Δεν ξέρω για ποιες γυναίκες μιλάς, αλλάζουν τα πράγματα και μερικές φορές δεν ξέρω αν ο κόσμος είναι ακόμα όπως τον άφησα. Στην εποχή μου», η Αλεξάνδρα τόνισε ειρωνικά αυτό το τελευταίο, «θέλαμε ο άλλος να νιώθει κάτι για μας, γουστάραμε παραμύθι, πώς το λένε!» Έτριψε το μέτωπό της κουρασμένα. «Νομίζω, πάντως, πως καταλαβαίνω τι εννοείς για τον καθωσπρεπισμό και την αποπλάνηση –κι ίσως, τελικά, να έχεις δίκιο. Τα ένστικτα υπάρχουν για όλους, ίσως σε μας να είναι πιο περιορισμένα, πιο εντοπισμένα χρονικά με βάση τον έμμηνο κύκλο. Και, ίσως, πιο υποβαθμισμένα εξαιτίας του φυσικού και του κοινωνικού μας ρόλου. Εσείς είστε οι κυνηγοί –ή όχι; Θέλω να πω, το να κάνουμε και λίγο τις δύσκολες έχει κι αυτό τη σημασία του. Από κει και πέρα, όπως είπα και πριν, κάθε κοινωνία έχει τα δικά της ταμπού και το σύστημα που τα καθορίζει δεν είναι τόσο απλό στο να αναλυθεί. Τα πάντα επιδρούν σ’ αυτό: οι οικονομικές σχέσεις, η θρησκεία, τα βιώματα της κοινωνίας όπως πόλεμοι, κρίσεις, επιδημίες, ζητήματα επιβίωσης… Σαφώς μια κοινωνία με λυμένα όλα τα άλλα προβλήματα θα ήταν όχι μόνο πιο ελαστική αλλά και πιο αχαλίνωτη, για να το πω ωμά, στα ζητήματα του σεξ…»
Ξαφνικά σταμάτησε. Κοιτούσε τόσο αμήχανα γύρω της την παρέα που την άκουγε με προσοχή κι ήταν τόσο γλυκιά, τόσο ανεπιτήδευτα όμορφη! Ένιωσε παράλογα κολακευμένος γιατί όλο αυτό το λογύδριο το απηύθυνε σ’ αυτόν… Από πού ξεκινήσαμε και πού καταλήξαμε, σκέφτηκε.

Πλάκα θα ‘χε να ερωτευτεί τη γυναίκα του πατέρα του.

Advertisements

2 Σχόλια to “περιμένοντας την Ιφιγένεια #4 [Άρης]”

  1. Σε μερικά σημεία οι διάλογοι είναι λες και τους βλέπεις πραγματικούς, εννοώ πολύ ζωντανοί! Ίσως επειδή δεν γράφεις απιτηδευμένα, γι’ αυτό η γλώσσα είναι αυθόρμητη, πιο κοντά στην καθημερινή. Πιστεύω θα έπαιρνες το μέρος του Ευριπίδη στους Βατράχους, αντί του Αισχύλου, ε;
    Α, επέστρεψε ο passarela, ο φίλος μας, πέρασα μια βόλτα και είχε καινούριο παραλήρημα!
    έλειπα κανα μηνα (η παραπάνω) κυνηγώντας το σέλας στη Νορβηγία, και διαβάζοντας μανιωδώς διάφορα.
    Ελπίζω να είσαι καλά φίλε μου,
    Ιάκωβος

  2. ιάκωβε, μεταξύ Ευριπίδη και Αισχύλου ψηφίζω ..Τριστάν Τζαρά (πάει να πει, κάνε όπως σ΄αρέσει κι όπως σου βγαίνει και στείλε τους κριτικούς στην ..Κρήτη)

    το φίλο μας περιμένω να τον δω να γράφει πραγματικά, το ίδιο κι εσένα 😉

    εν τω μεταξύ.. φχαριστήσου το

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: