περιμένοντας την Ιφιγένεια #3 [Αλεξάνδρα]

νσταση!»

Ένιωθε τόσο κουρασμένη και τόσο ζαλισμένη που για μια στιγμή νόμισε πως ήταν κάποιος άλλος που είχε μιλήσει. Μόνο όταν είδε τα μάτια όλων καρφωμένα πάνω της περιμένοντας τη συνέχεια, συνειδητοποίησε πως ήταν η δική της φωνή αυτή που έσπασε τη σιωπή.
Εντάξει λοιπόν…

«Απ’ ό,τι φαίνεται δεν αστειεύεστε κι εγώ δεν μπορώ άλλο ν’ ακούω για τα όνειρα λες και…»
Σταμάτησε. Κάτι ήθελε να πει αλλά το ‘χανε. Ένιωθε το απόγευμα να κυλάει μέσα της, να τη ναρκώνει. Ίσως έπρεπε να παραγγείλει άλλον ένα φραπέ αντί να μασάει τόση ώρα το καλαμάκι. Το ‘ριξε νευρικά μέσα στο ποτήρι κι έγειρε πίσω στο κάθισμά της. Κοίταξε σταθερά τον Οδυσσέα που φαινόταν προσηλωμένος πάνω της -ύστερα έσκυψε με αποφασιστικότητα πάλι μπροστά.
«Μπορεί να τα λέτε αυτά για να περάσει η ώρα –το ίδιο μου κάνει. Αντιμετωπίζετε το όνειρο λες και είναι μια λογική εξήγηση σε κάτι παράδοξο, σαν εκείνους που ερμηνεύουν τα ανεξήγητα αποδίδοντάς τα στους εξωγήινους ή στα πνεύματα ή, δεν ξέρω, στο Θεό. Σε κάποιον τέλος πάντων που να μπορούμε να δεχτούμε ότι δεν υπακούει στους δικούς μας νόμους. Αν είναι αυτό το πρόβλημά μας, τότε εντάξει, ας πούμε ότι όλα αυτά είναι ένα όνειρο να ξεμπερδεύουμε. Κι ο κόσμος κι η ζωή το ίδιο –κι όσα δεν καταλαβαίνουμε, ή καταλαβαίνουμε αλλά δεν μας αρέσουν, να τα φορτώσουμε, έτσι είναι τι να κάνουμε, στα όνειρα και να μην ξανασχοληθούμε μαζί τους.»
Πήρε ανάσα. Είχε μιλήσει με ταχύτητα σα να φοβόταν τις αντιδράσεις, ωστόσο κανένας δεν αντέδρασε. Ο Οδυσσέας την κοιτούσε πάντα με προσήλωση, η Ελίνα συνοφρυωμένη, ο Άρης κάπως αδιάφορα.
Ο Φώτης στριφογυρνούσε μια χαρτοπετσέτα.
«Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις», είπε στο τέλος. «Τι σχέση έχουν οι εξωγήινοι;»
«Ήταν απλώς ένα παράδειγμα», είπε εκνευρισμένη. «Αντικαθιστούμε το ένα ανεξήγητο με ένα άλλο. Με κάτι το οποίο δεν μπορούμε να ελέγξουμε και συνεπώς μας απαλλάσσει απ’ την ευθύνη.»
«Μας απαλλάσσει; Ποιους απαλλάσσει;» Τώρα φαινόταν ο Φώτης εκνευρισμένος. «Τι σχέση έχει η ευθύνη; Επειδή προσπαθούμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει; Επειδή λέω πως μ’ ενδιαφέρουν τα όνειρα, πάει να πει ότι προσπαθώ ν’ απαλλαγώ από… από…»
Η Αλεξάνδρα κατάλαβε πως είχε θίξει κάποια ευαίσθητη χορδή κι έσπευσε να επανορθώσει.
«Φώτη, με παρεξήγησες. Δεν είναι εκεί η ουσία της σκέψης μου. Δεν υπάρχει καμία μομφή –απορία εξέφρασα. Τι σχέση έχουν τα όνειρα και τ’ ανακατεύουμε; Επειδή δεν μπορούμε να εξηγήσουμε λογικά τις συμπτώσεις; Οι οποίες μάλιστα –απ’ ό,τι φαίνεται- δεν είναι καν συμπτώσεις; Ένας ανώμαλος που του αρέσουν τα παιχνίδια. Και λοιπόν; Ο κόσμος είναι γεμάτος ανώμαλους…»

Χρειαζόταν έναν καφέ. Έψαξε με το βλέμμα την κοπέλα, η οποία δεν φαινόταν πουθενά. Ούτε κι ο Δημήτρης βέβαια. Πού είχαν πάει; Στην τηλεόραση τοίχου κάποιοι μιλούσαν χωρίς φωνή. Απ’ τα ηχεία ακουγόταν πολύ χαμηλά κάτι σε λάτιν. Παρατήρησε ότι αντί για το καλαμάκι τώρα έπαιζε με τον αναπτήρα. Τι έκανε εκεί μέσα; Τι έκαναν όλοι τους;

«Επέτρεψέ μου να διαφωνήσω.» Ήταν ο Οδυσσέας που πήρε το λόγο.
«Το θέμα μας δεν είναι ούτε ο ανώμαλος, ούτε ο τρόπος με τον οποίο συνέλεξε τις πληροφορίες που μας αφορούν. Το θέμα μας είναι αυτή η απόκοσμη –αν μπορώ να το πω έτσι- ιστορία με τον τυφώνα κι αυτή η εντελώς εξωπραγματική φάση με τη νταλίκα και τον οδηγό της.» Σταμάτησε κοιτώντας τα βρεγμένα μαλλιά της. «Έριχνες νερό στο κεφάλι σου είπες.»
«Για να ξελαμπικάρω. Προσπαθώ να καταλάβω τι γίνεται, όπως κι εσείς. Μέσα σε κάποια πλαίσια όμως… Το να λέμε ότι ονειρευόμαστε δεν βοηθάει σε τίποτα», φούντωσε πάλι η Αλεξάνδρα. «Είναι, δεν ξέρω, σα να λες πως η ζωή είναι παράξενη, δεν είναι δημιουργικό, καταλαβαίνεις τι σου λέω;»
«Καταλαβαίνω πολύ καλά», είπε ο Οδυσσέας. Στα χείλη του άνθιζε ένα στοργικό χαμόγελο. «Δεν συμφωνώ όμως. Κάθε προσπάθεια ανάλυσης του προβλήματος είναι δημιουργική. Πρέπει ν’ ανακαλύψεις τη δομή του, τους νόμους που το διέπουν, πριν προσπαθήσεις να το επιλύσεις. Για τον κόσμο του ονείρου γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα, υποθέτουμε ωστόσο πως υπακούει σε κάποιους νόμους διαφορετικούς απ’ αυτούς με τους οποίους είναι εξοικειωμένη η συνείδηση. Ένας απ’ αυτούς είναι ότι επιτρέπει τοποχρονικές ασυνέχειες…»
«Εκεί ακριβώς ήθελα να καταλήξω», τον έκοψε η Αλεξάνδρα. «Σ’ αυτές τις περιβόητες ασυνέχειες. Τα όνειρα είναι γεμάτα με τέτοιου είδους χάσματα, τα οποία δεν είναι απλώς άλματα στο χρόνο. Αυτό δεν σημαίνει υποχρεωτικά πως η δομή του ονείρου είναι ασυνεχής –ασυνεχή την αντιλαμβάνεται η συνείδηση. Είναι όπως όταν επισκέπτεται κανείς μια άγνωστη πόλη. Στην αρχή, τα διάφορα σημεία της πόλης φαίνονται αποκομμένα, ασυνάρτητα, λείπει το πλέγμα των σχέσεων που τα συνδέει. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος μετακινείται μονίμως μεταξύ δύο ή τριών σημείων μέσω της ίδιας πάντα διαδρομής, χωρίς χάρτη, χωρίς άποψη για τη σύνδεση των σημείων αυτών μέσα στη γεωγραφία της πόλης. Ο άνθρωπος αυτός λειτουργεί ακολουθώντας ένα πρότυπο και κάθε παρεκτροπή απ’ αυτό, κάθε απώλεια προσανατολισμού, του δημιουργεί το αίσθημα της ασυνέχειας, νομίζει ας πούμε ότι κινείται προς το Β και ξαφνικά βρίσκεται πίσω στο Α. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει συνέχεια, απλά ο ίδιος αγνοεί τους συσχετισμούς που την καθορίζουν.»

Κατάλαβε πως είχε παρασυρθεί και χτυπούσε με τον αναπτήρα την επιφάνεια του τραπεζιού. Σταμάτησε αμήχανη και γεμάτη ένταση κοιτάζοντας ένα προς ένα τα σιωπηλά γύρω της πρόσωπα. Κατέληξε στο Φώτη.
«Χημεία είπες ότι σπούδασες», τη ρώτησε εκείνος.
«Βιολογία.»

Και ξαφνικά ήταν πάλι εκεί, πίσω, στις μαραθώνιες συνεδριάσεις, τις λογομαχίες και τις αντεγκλήσεις γύρω από τα φοιτητικά έδρανα, τους ατέλειωτους τσακωμούς με τον πατέρα της, τις πιέσεις, την απουσία στοιχειώδους επικοινωνίας, τις αγχώδεις, εξουσιαστικές πρώτες σχέσεις με διάφορα αλαζονικά καθάρματα και τις συζητήσεις με το Φοίβο, τον μόνο εκτός από τη Μπέτυ που την καταλάβαινε, αλλά και που προσπαθούσε να της ανοίξει έναν κόσμο ασταθή, ρευστό, γεμάτο μεταφυσικά διλήμματα και συγκρούσεις. Δεν μπορούσε να ζήσει σ’ έναν τέτοιο κόσμο, τη γέμιζε άγχος και τρόμο. Γι αυτό κρατούσε πάντα το Φοίβο διακριτικά σε απόσταση, γι αυτό, παρ’ όλη την αδυναμία που του είχε και παρ’ όλες τις παραινέσεις της Μπέτυς, αρνιόταν πεισματικά να ολισθήσει σε κάτι πιο βαθύ μαζί του. Φοβόταν όλα όσα αυτός αντιπροσώπευε, τη διαρκή ανησυχία του, την ονειροπόληση και την αγάπη του για την οντολογική φιλοσοφία και την ποίηση. Εκείνη είχε ανάγκη από στέρεα πράγματα, τα πόδια της είχαν ρίζες στη γη, τη νευρίαζε η συνήθειά του να περπατάει κοιτώντας τ’ αστέρια. Κι η ειρωνεία της τύχης την έριξε εδώ, σ’ αυτήν την αλλόκοτη περιπέτεια, όπου τα πάντα φαίνονταν ρευστά και διάχυτα, βυθισμένα σε μια μυστηριώδη αχλύ και συντροφιά με ανθρώπους που, λες για να την εκνευρίσουν περισσότερο, εννοούσαν να ανακατεύουν όλη την ώρα τη ζωή με το όνειρο.
Τι άλλο θ’ ακούσω σήμερα, αναρωτήθηκε.

Και δικαίως, μιας που ο Άρης δεν είχε ακόμα ανοίξει το στόμα του.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: