περιμένοντας την Ιφιγένεια #2 [Ελίνα]

bat9hτουαλέτα φαινόταν καθαρή και περιποιημένη. Καλού-κακού την πέρασε μ’ ένα αντισηπτικό μαντηλάκι που κουβαλούσε μαζί της. Δεν ήταν από κείνες τις μανιακές που δεν πάνε σε ξένη τουαλέτα και που, αν αναγκαστούν, σκαρφαλώνουν ολόκληρες πάνω, δεν είχε όμως και διάθεση να ρισκάρει καμιά ουρολοίμωξη. Σκούπισε προσεκτικά το προσεκτικά αποτριχωμένο μουνάκι της –είχε συνηθίσει στη χαλάουα από μικρή- κουμπώθηκε και τράβηξε το νερό. Βγαίνοντας χάρισε ένα δειλό χαμόγελο στην Αλεξάνδρα που είχε βγει πρώτη και (την περίμενε; ) την κοιτούσε αμήχανα και καθυστέρησε στο νιπτήρα όσο χρειαζόταν για να πλυθεί και να βεβαιωθεί ότι η μάσκαρα είναι στη θέση της κι ότι δεν έχει γίνει σαν κλόουν.

(Πάντα φοβόσουνα τους κλόουν, Μαριλένα. Από μικρή φοβόσουν τους φανταχτερούς ανθρώπους, τις φανταχτερές βιτρίνες, τις φανταχτερές λέξεις -κάθε τι το έντονο και το υπερβολικό- και προσπαθούσες να μην ξεχωρίζεις, στο ντύσιμο, στο βάψιμο και στ’ αντικείμενα που σε προσδιόριζαν. Και μόνο σε αντιστάθμισμα (γιατί, κατά τ’ άλλα, ανάγκη είχες βαθιά να ξεχωρίζεις) ήταν οι τρόποι σου φανταχτεροί και τα καμώματα κι όπως οι θεατρίνες, πού ‘χουν τον κόσμο για σκηνή, δεν ένιωθες επιτήδευση καμία, γιατί ό,τι στους άλλους έδειχνε ολότελα επίπλαστο, για σένα ήτανε γλώσσα του σώματος και της ψυχής –η ίδια, σα να λέμε, η φύση σου.
Και είσαι δω τώρα νιώθοντας κυκλωμένη από δαύτους. Κάτι σ’ ενοχλεί, κάτι μονότονα εξακολουθητικό βρέχει μέσα σου. Κάποτε φόραγες πολύχρωμα γυαλιά, κάποτε είχες για μάτια δυο καλειδοσκόπια -μέσα από κείνα κοίταζες τον κόσμο και ξεφώνιζες. Γυρνούσες την πλάτη σ’ ο,τιδήποτε στριφνό –απειλούσες. Απειλούσες το μαύρο του κόσμου, τη νύχτα, τους σκυφτούς διαβάτες, το Θεό… Κι ωστόσο προσευχόσουνα, με πάθος και με πείσμα, έλεγες Πιστεύω στο Θεό κι έβαζες κείνο το κεφαλαίο πι σαν προειδοποίηση, σαν οφείλεις να υπάρχεις, κάτι, οφείλεις γιατί σε χρειάζομαι.
Κι είσαι εδώ πάλι νιώθοντας γεμάτη μάτια, μάτια που σε κοιτάζουν από μέσα, μάτια που φωνάζουν είσαι ψεύτικη, όλα είναι ψεύτικα, παραδώσου! Και θέλεις να παραδοθείς, να παραδοθείς στους κλόουν και στα ψεύτικα χαμόγελά τους, στην αδιαφορία για όλους και για όλα, να γίνεις μια κυρία κι όλα εκείνα που φοβόσουν, που πάντα έτρεμες μήπως οι άλλοι διαβάσουνε στα μάτια σου και προπάντων εκείνος, εκείνος… πάντα εκείνος…)

«Να σε ρωτήσω κάτι;»
Τινάχτηκε. Η Αλεξάνδρα είχε σταθεί στην πόρτα και την κοίταζε. Ότι απευθυνόταν σ’ εκείνην ήταν προφανές, δεν υπήρχε κανείς άλλος απ’ τις δυο τους.
«Φυσικά», ανταποκρίθηκε καλοσυνάτα.
Η Αλεξάνδρα έμεινε μια στιγμή διστακτική, ύστερα:
«Πριν, στο αυτοκίνητο… έβαλες εσύ ένα πενηντάρικο στην τσέπη μου;»
Τι ιδέα!
«Όχι βέβαια, γιατί;»
«Έτσι… τίποτα… Νόμιζα πως δεν είχα πάρει λεφτά, ίσως έκανα λάθος. Σίγουρα έκανα λάθος.»
«Ωραίο λάθος! Τέτοια λάθη να ‘κανα κι εγώ!» είπε κάνοντας εκείνο το χαρακτηριστικό ήχο με τη γλώσσα στον ουρανίσκο, που για όσους τη γνώριζαν ενείχε θέση κλεισίματος του ματιού. Και, χαμογελώντας άνετα τούτη τη φορά, βγήκε πρώτη απ’ τις τουαλέτες.

Στο μπαρ, ο Δημήτρης με την κοπέλα είχαν ένα ζεστό τετ-α-τετ. Απ’ τα παράθυρα μπορούσε να δει την έρημη πλατεία και να αισθανθεί μια παράξενη ησυχία μέσα απ’ την ακινησία των δέντρων. Στο τραπέζι τους, ο Φώτης με τον Άρη και τον Οδυσσέα φαίνονταν απορροφημένοι σε μια αρκετά ζωηρή συζήτηση. Κατά τα άλλα, η αίθουσα ήταν το ίδιο άδεια αλλά περισσότερο σκοτεινή απ’ όσο την άφησε, γεγονός που δεν έδειχνε να ενοχλεί κανέναν. Προχώρησε αποφασιστικά και κάθισε με θόρυβο προσπαθώντας να τραβήξει την προσοχή της παρέας.
«Τι έχασα;» ρώτησε καρφώνοντας το Φώτη που φαινόταν έτοιμος να πάρει το λόγο, κόβοντάς του τη φόρα κι αφήνοντάς τον να την κοιτάζει με μια αξιολύπητη αμηχανία.
«Ο Φώτης μας ανέπτυσσε μια πολύ ενδιαφέρουσα θεωρία για την κατάσταση που βιώνουμε όλοι μας», ανέλαβε να βοηθήσει ο Οδυσσέας. «Αναρωτιόταν αν θα μπορούσε να είναι ένα όνειρο κι εμείς οι πρωταγωνιστές του.»
«Το έλεγες και πριν», είπε η Ελίνα. «Νόμιζα ότι αστειευόσουν.»
«Δεν αστειεύομαι καθόλου», είπε ο Φώτης. «Εξετάζω ένα ενδεχόμενο. Ίσως ακούγεται απίστευτο, απίστευτα όμως είναι κι όλα αυτά που συμβαίνουν.»
Η Ελίνα τον κοίταξε σκεφτική.
«Μ’ αρέσει αυτό το ενδεχόμενο», είπε στο τέλος. «Να ξυπνήσουμε κάποια στιγμή απαλλαγμένοι απ’ αυτόν τον κωλοεφιάλτη!»

«Ποιος να ξυπνήσει;»
Η Αλεξάνδρα επέστρεφε εκείνη τη στιγμή, με τα μαλλιά να στάζουν πάνω στη μπλούζα της. Κάθισε στην καρέκλα και τα τράβηξε πίσω από τ’ αυτιά για να μην την ενοχλούν. Πόσο πιο όμορφη ήταν πριν! Η Ελίνα συγκρατήθηκε απ’ το να περάσει τα δάχτυλά της μέσα στα μαλλιά της άλλης και να της τα ανακατέψει. Καθώς κανείς δεν απαντούσε, η Αλεξάνδρα συνέχισε:
«Πάλι για όνειρα λέτε; Εγώ πάντως, καλού-κακού, έβαλα το κεφάλι κάτω από τη βρύση και μου πάτησα μερικές δυνατές τσιμπιές χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Αν όλο αυτό είναι ένα όνειρο, τότε δεν είναι δικό μου», είπε χαμογελώντας για να δείξει ότι αστειεύεται. Και πάλι, κανείς δε μίλησε. «Τι;» ρώτησε το Φώτη που την κοιτούσε αποσβολωμένος.
«Αυτό, ομολογώ πως δεν το σκέφτηκα», είπε εκείνος.
«Τι δεν σκέφτηκες;» ρώτησε με καινούργιο ενδιαφέρον ο Άρης.
«Τίνος είναι το όνειρο. Εννοώ, αν είναι όνειρο… Θεωρούσα αυτονόητο πως είμαι εγώ… δηλαδή ο… αυτός που ονειρεύεται, ο Κινέζος που λέγαμε…»
«Α, το ξέρετε κι εσείς αυτό με…»
«Περίμενε, Ελίνα», την έκοψε απότομα ο Άρης. Και ξαναγυρνώντας στο Φώτη: «Υπονοείς ότι όλα αυτά –κι εμείς μαζί- είναι μέρος του δικού σου ονείρου; Ότι είμαστε όλοι μέσα στο μυαλό σου;»
Ο Φώτης φάνηκε να διστάζει.
«Βασικά… υποθέτω πως ναι. Αυτό δεν είναι το νόημα της κουβέντας;»
«Εξαρτάται πώς το βλέπει κανείς», απάντησε ο Άρης. «Για μένα, το νόημα της κουβέντας είναι πως όλα αυτά που συμβαίνουν βρίσκονται –ενδεχομένως– μέσα στο δικό μου κεφάλι κι εσείς είστε μέρος του δικού μου ονείρου, μη γελάς ρε Οδυσσέα γαμώτη μου!»
«Δεν καταλαβαίνω τι γίνεται» είπε η Αλεξάνδρα. «Μιλάτε αστεία ή σοβαρά;» Στράφηκε με ελπίδα στον Οδυσσέα, ο οποίος κοιτούσε μια τον Άρη και μια το Φώτη με ύφος σα να διασκέδαζε με την ψυχή του. «Οδυσσέα, πες μου ότι δεν τα πιστεύετε στ’ αλήθεια όλ’ αυτά.»
«Ποια αυτά;» ρώτησε ο Οδυσσέας προσπαθώντας να πάρει σοβαρό ύφος.
«Μα είναι δυνατόν να βλέπουμε όλοι το ίδιο όνειρο;» φώναξε η Αλεξάνδρα ανεβάζοντας τον τόνο.
«Απ’ ό,τι έχω καταλάβει, κανείς δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο», είπε ήρεμα ο Οδυσσέας. «Όσο για το τι πιστεύουμε στ’ αλήθεια… Η αλήθεια είναι πολύ μεγάλη κουβέντα, πολύ περισσότερο υπό τις παρούσες συνθήκες. Ας πούμε ότι ελέγχουμε διάφορες πιθανότητες. Έχεις να προτείνεις κάτι καλύτερο;»
Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε αποθαρρυμένη. Έμοιαζε τόσο χαμένη και αβοήθητη που η Ελίνα τη λυπήθηκε.
«Κάτι έλεγες για χρονοταξιδιώτες», είπε στον Άρη.
Εκείνος πήρε ένα ψευτοαδιάφορο ύφος.
«Είπα εγώ τέτοιο πράγμα;»
«Ναι, το είπες. Αν αρχίσαμε να εξετάζουμε διάφορα παλαβά σενάρια, γιατί να μην το εξετάσουμε κι αυτό;»
«Γιατί δεν εξηγεί απολύτως τίποτα», παρενέβη ο Οδυσσέας. «Βλέπεις είναι ακόμα Τετάρτη.»
«Τι εννοείς;» ρώτησε η Ελίνα.
«Εννοώ πως ξεκινήσαμε στις 27 Ιουλίου και εξακολουθούμε να έχουμε 27 Ιουλίου. Ο αστυνόμος είπε ότι ο Χρηστάρας βρέθηκε τη Δευτέρα, στις 25. Το χρονικό άλμα θα αποτελούσε εξήγηση αν είχαμε ξεκινήσει στις 25 που βρέθηκε νεκρός ο Χρηστάρας ή και νωρίτερα. Θα συμπεραίναμε τότε πως αφού τον βρήκαμε, στη συνέχεια πηδήσαμε δυο μέρες και βρεθήκαμε στις 27 που είμαστε τώρα. Με δεδομένο όμως ότι ξεκινήσαμε σήμερα, δεν μπορώ να φανταστώ ποια χρονικά σλάλομ θα επέτρεπαν στην Αλεξάνδρα και το Φώτη να τον προλάβουν ζωντανό –δεν ξέρω πότε– ως οδηγό του ταξί, στη συνέχεια να κινδυνέψουμε όλοι μαζί απ’ τη νταλίκα του προχτές και να ξαναβρεθούμε στο σήμερα απ’ όπου ξεκινήσαμε. Ακόμα κι αν πιστεύαμε στη δυνατότητα τέτοιων αλμάτων και πάλι δεν βγαίνει νόημα. Εξάλλου…». Σταμάτησε.
«Τι;» ρώτησε η Ελίνα.
«Εξάλλου τα άλματα στο χρόνο, ενώ είναι εξαιρετικά ασυνήθιστα στον –σε εισαγωγικά- πραγματικό κόσμο, είναι πολύ συνηθισμένα στα όνειρα», είπε χαμογελώντας. «Οπότε…»

«Πάλι εκεί καταλήξαμε!» είπε η Ελίνα με απόγνωση

Advertisements

2 Σχόλια to “περιμένοντας την Ιφιγένεια #2 [Ελίνα]”

  1. Η Ελίνα με άγγιξε! Νομίζω πως ταυτίστηκα μαζί της…Λες να ζουν όλη αυτή την κατάσταση σε όνειρο;;; Θα τρελαθώ,Τρελέ μου!!!

    φιλάκι δαγκωτό:))

  2. Ψυχή μου, αυτό αναρωτιέμαι κι εγώ 🙂

    χαίρομαι που σ’ αγγιξε η Ελίνα -παρ’ όλα τα λάθη και τις αδυναμίες της, την αγαπώ πολύ

    φιλάκι πρωϊνό με άρωμα καφέ:))

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: