περιμένοντας την Ιφιγένεια #1 [Φώτης]

bat9kατάλαβες; Κέην. Όπως Μάικλ Κέην. Στα αγγλικά γράφεται Cane, δηλαδή Κάνε. Όπως κάνε όρεξη. Όπως κάνε μας τη χάρη. Και Νας, όπως Νάσος. Όπως να σε πάρει και να σε… Καλά, εντάξει, κατάλαβα –και λοιπόν; Και λοιπόν, όλο μαζί: Κανένας. Τι κανένας; Κανένας απολύτως! Ποιος είναι αυτός; Μα, ο Οδυσσέας φυσικά. Ο Οδυσσέας δεν είναι κανένας, ο Οδυσσέας είναι κάποιος. Ναι, αλλά ο ίδιος είπε ότι είναι κανένας, δηλαδή ότι δεν είναι κανένας. Κατάλαβες; Μπερδεύτηκα. Σε ποιον το είπε; Στον Πολύφημο. Ποιος είναι πάλι αυτός; Αυτός είναι –ήταν– ένας Κύκλωπας, δηλαδή μυθικός άντρας –και τι άντρας, άντρακλας! Θεριό! Μ’ ένα μάτι μόνο, στο κούτελο. Ήθελε να σκοτώσει τον Οδυσσέα, αλλά αυτός του την έφερε. Ο Κανένας; Έτσι του είπε ότι τον λένε. Για να του τη φέρει. Κατάλαβες; Μάλιστα κυρία δασκάλα. Τι κατάλαβες; Εε… όλα αυτά… Ποια αυτά; Αυτά που είπατε… τα κατάλαβα όλα. Έλα λοιπόν Φώτη, πες μας αυτά που κατάλαβες, φώτισέ μας! Μη γελάτε οι υπόλοιποι, ησυχία! Θα μας πεις ή… Δεν μπορώ κυρία, οι άλλοι γελάνε, με κοροϊδεύουν. Γιατί σε κοροϊδεύουν Φώτη, μπορείς να μας πεις γιατί; Ε, που να ξέρω κυρία, αν το ήξερα θα ήμουν σοφός, αν το ήξερα θα ήμουν εγώ ο δάσκαλος και θα ‘ρχόμουν στο σχολείο για να μάθω στα παιδιά τις απαντήσεις, όχι για να τα ρωτάω συνέχεια. Δηλαδή, δεν ξέρω τη δουλειά μου; Δεν εννοούσα αυτό κυρία. Τι εννοούσες Φώτη, για πες μας. Εσύ θα μάθαινες στα παιδιά τις απαντήσεις, ενώ εγώ… εγώ δεν σας τις μαθαίνω, σωστά; Αυτό δεν εννοούσες; Γιατί δεν μιλάς; Γιατί δεν μας φωτίζεις τώρα Φώτη; Μίλα λοιπόν! Σε ρωτάω τι…

«Τι με ρώτησες; Συγγνώμη, δεν πρόσεχα.»
«Ρωτάω», επανέλαβε ο Άρης, «γι’ αυτό που έλεγες πριν στην πλατεία, αν το εννοούσες…»
«Ποιο απ’ όλα;»
Ανασηκώθηκε στο κάθισμά του προσπαθώντας να συγκεντρωθεί σ’ αυτό που του έλεγαν. Από την ώρα που έφυγαν τα κορίτσια, είχε πέσει σε μια παράξενη αφασία γεμάτη παλαβά ονειροπολήματα. Η άδεια καφετέρια, οι συνταξιδιώτες του, η επερχόμενη καταιγίδα -ή ό,τι άλλο ήταν αυτό- είχαν γίνει αίφνης πολύ μακρινά. Ήταν πάλι μόνος του και τίποτα –οσοδήποτε αλλόκοτο- δεν είχε σημασία.
«Για το όνειρο», είπε ο Άρης. «Για το αν θα μπορούσαν όλα αυτά να είναι μόνο ένα όνειρο. Φανταστήκαμε ότι αστειευόσουν.»
«Εε… ναι, δηλαδή όχι, δεν αστειευόμουν. Αναρωτιόμουν… Και τώρα αναρωτιέμαι…»
Πάντα είχε μια δυσκολία όταν έπρεπε να εξηγήσει κάτι, μια σκέψη του. Έτσι και τότε, στο σχολείο, μ’ εκείνη τη δασκάλα, φώτισέ μας Φώτη του έλεγε χαμογελώντας, τ’ άλλα παιδιά γελούσαν κι αυτουνού η γλώσσα δενότανε κόμπος. Πού να ‘ταν τώρα αυτή η δασκάλα; Τι είχαν απογίνει εκείνα τα παιδιά;

«Εννοείς, όπως όταν σκεφτόμαστε μέσα στον ύπνο μας ότι αυτό είναι ένα όνειρο και μετά από λίγο ξυπνάμε;» βοήθησε ο Άρης.
«Ναι, κάτι τέτοιο. Πώς είμαστε σίγουροι ότι είμαστε ξύπνιοι;»
Τελειώνοντας τη φράση του ο Φώτης στράφηκε στον Οδυσσέα, σα να απηύθυνε την ερώτηση ειδικά σ’ εκείνον. Στο πρόσωπο του Οδυσσέα σχηματίστηκε το γνωστό χαμόγελο.
«Σαν τον Κινέζο, που δεν ήξερε αν είναι πεταλούδα», είπε ο Άρης.
«Ποιον Κινέζο;» ρώτησε ο Φώτης. «Συγγνώμη, δεν το ξέρω αυτό.»

Δεν το ξέρει αυτό. Συγγνώμη. Δεν το ξέρει. Έναν Κινέζο. Ή Κανέναν; Έναν κινέζο Οδυσσέα που τον λένε Κανένα. Έτσι είπε στον Περίφημο. Ποιον Περίφημο; Μα, το μυθικό τέρας! Όχι, όχι τέρας, άνθρωπος ήταν, ψηλός, γίγαντας μ’ ένα μάτι. Και όχι Περίφημος, όχι… Πολύφημος ήταν, ναι, ένας κύκλωπας, αυτό ήταν, ένας κινέζος κύκλωπας με μεγάλα πολύχρωμα φτερά σαν πεταλούδα. Φώτη, Φώτη, τα’ χεις μπερδέψει, τίποτα δεν έχεις μάθει, ακόμα κι ένα παιδί σαν τον Άρη ξέρει περισσότερα από σένα, ο καθένας ξέρει περισσότερα, μα όχι, όχι ο Οδυσσέας, αυτός δεν ήταν ο Καθένας αλλά ο Κανένας, συγκεντρώσου Φώτη, προσπάθησε να συγκεντρωθείς, το είπαμε αυτό, το εξηγήσαμε, αυτός ο Κέην έκανε μόνο ένα αστείο, κάπως χοντρό αστείο βέβαια, μα δεν είναι μόνον αυτός, είναι όλο αυτό το παράξενο σκηνικό, όλο αυτό το όνειρο που δεν είναι όνειρο, παρά μόνο μια πεταλούδα που ήθελε να είναι Κινέζος… ή νόμιζε… ή τουλάχιστον… όχι, όχι και πάλι όχι, ξύπνα Φώτη, συγκεντρώσου, πού το έχεις το μυαλό σου παιδί μου, πάλι ξέχασες το μπουφάν σου στο σχολείο, καμιά μέρα θα ξεχάσεις κι εσένα τον ίδιο, σε λίγο δεν θα ξέρεις πια πότε ονειρεύεσαι και πότε είσαι ξύπνιος, δεν θα ξέρεις αν είσαι ο Τσουάνγκ Τσου που ονειρεύτηκε την πεταλούδα ή η πεταλούδα που ονειρεύτηκε πως ήταν ο Τσουάνγκ Τσου…

«Και τι λέει η ιστορία; Πώς τελειώνει;»
«Δεν ξέρω», είπε ο Άρης, «δεν ξέρω καν αν υπάρχει ιστορία, πέρα από το γεγονός ότι ο Τσουάνγκ Τσου θυμόταν καθαρά τον εαυτό του ως πεταλούδα και στη συνέχεια ως άνθρωπο και δεν ήξερε να πει αν ο άνθρωπος ονειρεύτηκε την πεταλούδα, ή αν η πεταλούδα ονειρευόταν πως είναι άνθρωπος. Υποτίθεται ότι το νόημα είναι αυτή ακριβώς η ερώτηση –αν ο κόσμος υπάρχει πραγματικά. Και αν η πραγματικότητά του είναι πιο πραγματική από την πραγματικότητα του ονείρου.»
«Περίμενε γιατί με μπερδεύεις», είπε ο Φώτης, που ωστόσο φαινόταν περισσότερο συνεπαρμένος παρά μπερδεμένος. «Αυτοί οι Κινέζοι, απ’ όσο ξέρω, ήταν σοφοί άνθρωποι, έτσι; Και λέγανε ότι αυτό που ζούμε αυτή τη στιγμή θα μπορούσε να είναι ένα όνειρο;»
«Τουλάχιστον, αυτό έχω καταλάβει εγώ», είπε ο Άρης.
«Εσύ τι λες, Οδυσσέα;»
Για μια ακόμα φορά ο Φώτης είχε στραφεί γεμάτος προσδοκία στον αμίλητο τρίτο της συντροφιάς.
«Εγώ… λέω να κάνω τον Κινέζο», είπε ο Οδυσσέας γελώντας μέσα απ’ τα μουστάκια του. «Μιλώντας για σοφία, είναι η πιο σοφή επιλογή.»
«Εννοείς ότι δεν έχεις άποψη επί του θέματος;»
«Εννοώ ότι γνωρίζω τη σχετική φιλολογία και τη βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Αλλά δεν θέλω να σας πω μπούρδες. Όπως θα ‘λεγε ένας Γερμανός σοφός, γι αυτά που δεν μπορεί κανείς να μιλήσει, είναι καλύτερα να σιωπά.»
«Ωραία», είπε ο Άρης. «Τώρα κάνει το Γερμανό.»
«Εγώ πάντως θα επιμείνω κι ας πω και μπούρδες», είπε ο Φώτης. «Αν υποθέσουμε πως όλη αυτή η ιστορία είναι ένα όνειρο, τότε εξηγούνται πολλά…»
«Περίμενε», είπε ο Άρης. «Εννοείς, αν όλη μας η ζωή είναι ένα όνειρο; Ή μόνο τα σημερινά γεγονότα;»
«Εννοώ…» Ο Φώτης φάνηκε να πέφτει απότομα. «Δεν ξέρω τι εννοώ. Όχι, ναι, εννοώ σήμερα, δηλαδή αυτά τα τελευταία, οι τυφώνες και τα μηνύματα και τα ταξίδια… Όλα αυτά τα παράλογα.»
«Ναι, αλλά η ιστορία με τον τυφώνα έχει αρχίσει εδώ και μέρες», είπε ο Άρης.
«Και πού το ξέρουμε αυτό;» είπε ο Φώτης ξαναβρίσκοντας τον οίστρο του. «Οι μέρες αυτές είναι μέσα στο μυαλό μας και το μυαλό μας είναι στο παρόν. Είμαι μια πεταλούδα που ονειρεύεται ότι πριν από μέρες άκουσε στην τηλεόραση ότι…»
«Αα, καλό!» Ο Άρης κοίταζε τώρα το Φώτη με σεβασμό. «Αυτό δεν το είχα σκεφτεί.»
«Τι;» έκανε ο Οδυσσέας στο Φώτη που είχε στραφεί σ’ αυτόν σαν παιδί που περιμένει τον έπαινο απ’ το δάσκαλο. «Εγώ, είπαμε. Κινέζος. Ευχαρίστως πάντως να σας τσιμπήσω, αν νομίζετε ότι θα φέρει κάποιο αποτέλεσμα.»

Ο Φώτης έγειρε πίσω προβληματισμένος. Ένας Κινέζος που νομίζει πως είναι πεταλούδα. Κι ένας Οδυσσέας που νομίζει πως είναι Κινέζος. Και τότε, ποιος είναι πραγματικά ο Οδυσσέας; Μήπως ο Οδυσσέας είσαι εσύ Φώτη; Μα, αν είσαι ο Οδυσσέας, αυτό θα πει… αυτό θα πει πως είσαι ο Κανένας, Φώτη… ο Κανένας. Την σκέφτηκες αυτή την πιθανότητα, Φώτη; Όχι, κυρία δασκάλα, δεν την σκέφτηκα. Κακώς, πολύ κακώς… Γιατί είναι κι αυτή μια πιθανότητα, Φώτη. Ο Κανένας

Advertisements

2 Σχόλια to “περιμένοντας την Ιφιγένεια #1 [Φώτης]”

  1. Αναμνήσεις μέσα στο όνειρο και μια πραγματικότητα να σχοινοβατεί πάνω σε μύθους και σοφία…Μ’άρεσε:))

    φιλάκι καλοσαββατοκυριακάτικο!!!

  2. Ψυχή μου, χαίρομαι γιατί είναι κομβικό, το πιο δύσκολο ως στιγμής

    φιλάκι ονειρικό!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: