το αδύνατο δεν υπάρχει #5 [Οδυσσέας]

ο κιόσκι του φρουρού έξω απ’ το αστυνομικό τμήμα ήταν άδειο κι ο Οδυσσέας φοβήθηκε προς στιγμήν ότι το σκηνικό της απόλυτης ερήμωσης θα επαναληφθεί για ακόμα μια φορά. Όμως, μπαίνοντας στο κτίριο της αστυνομίας μαζί με το Δημήτρη, βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά σε κίνηση.
Βέβαια, η κίνηση αυτή θύμιζε περισσότερο τηλεφωνικό κέντρο παρά αστυνομικό τμήμα. Στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας tτα τηλέφωνα χτυπούσαν διαρκώς και δυο νεαροί αστυνομικοί, ένας άντρας και μια κοπέλα, τα σήκωναν με εντυπωσιακή προθυμία, ενώ στο απέναντι γραφείο ένας χοντρός με στολή κι ένας ξερακιανός γκριζομάλλης με πολιτικά και με γυαλιά ψαχούλευαν κάτι στην οθόνη ενός υπολογιστή.
Αισθάνθηκε σαν να βρίσκεται στο θέατρο –σαν εθελοντής θεατής που ανεβαίνει στη σκηνή, μη έχοντας ιδέα τι ακολουθεί και αν τον περιμένει χειροκρότημα ή γελοιοποίηση.

«Ορίστε, τι θέλετε;» τους ρώτησε ο νεαρός αστυνομικός καθώς τους είδε να στέκονται αναποφάσιστοι ανάμεσα στα δύο γραφεία.
«Θέλουμε να αναφέρουμε ένα συμβάν. Στην εθνική, λίγο έξω απ’ το Αίγιο», είπε ο Οδυσσέας και κινήθηκε προς τον αστυνομικό, ο οποίος είχε στρέψει και πάλι την προσοχή του στο τηλέφωνο.

Ανέκαθεν αντιπαθούσε τους μπάτσους. Από πιτσιρικάς που έπαιζε εκείνο το παιχνίδι, το στάκαμαν, πάντα προτιμούσε τους κλέφτες. Τους ρομαντικούς κλέφτες, φυσικά, σαν τον Ρομπέν. Με τις ιστορίες τους μεγάλωσε, ιστορίες παρανόμων με προσωπικό ηθικό κώδικα, κυνηγημένων απ’ την αυθαιρεσία της εξουσίας.
Αργότερα, στα δεκάξι του, σ’ ένα αστυνομικό τμήμα της συμφοράς όπου προσήχθη –σαββατόβραδο- για φθορά ξένης περιουσίας από ατύχημα, τη γνώρισε και την αυθαιρεσία και την καχυποψία και την κατάχρηση της εξουσίας από μια ομάδα μισομεθυσμένων ηλίθιων με στολή.

Το ξύλο στις πορείες δεν βοήθησε καθόλου στην ανατροπή αυτής της εικόνας.

Παρ’ όλα αυτά, είχε προτείνει να πάει μαζί με το Δημήτρη ως πιο έμπειρος, αλλά αν καθυστερούσαν οι διατυπώσεις αυτός θα έφευγε για να προλάβει το πλοίο. Αν και το αστυνομικό τμήμα ήταν δυο βήματα απ’ το σημείο που στάθμευσαν δεν είχαν πολλή ώρα στη διάθεσή τους.
Συμφώνησαν να μην αναφέρουν τίποτα για την πρωινή συνάντηση του Φώτη και της Αλεξάνδρας με το νεκρό, γιατί δεν θα τους πίστευαν και θα καθυστερούσαν άδικα.

«Τι συμβάν, τροχαίο;» Αυτός που ρώτησε ήταν ο χοντρός πίσω απ’ τον υπολογιστή. Βλέποντας τους άλλους απασχολημένους, ο Οδυσσέας στράφηκε σ’ αυτόν.
«Όχι ακριβώς.» Μπαίνοντας στο γραφείο το μάτι του έπεσε στην επισήμανση υποδιοικητής. «Ο οδηγός μιας νταλίκας… μάλλον έπαθε ανακοπή.»
«Άντε πάλι.»
Η παρατήρηση έγινε από το γκριζομάλλη με τα πολιτικά, ο οποίος δεν τους έριξε ούτε μια ματιά αλλά εξακολουθούσε να έχει την προσοχή του στραμμένη στην οθόνη του υπολογιστή.
«Λίγο έξω απ’ το Αίγιο είπατε;» ρώτησε ο χοντρός.
«Μάλιστα», είπε ο Οδυσσέας. «Τα κινητά δεν έπιαναν και γι αυτό…»
«Ρε συ Μιχάλη, τι έγινε να πούμε; Επιδημία έπεσε;»
Ο χοντρός απευθυνόταν στο γκριζομάλλη, ο οποίος θα πρέπει να ήταν ανώτερός του και ο οποίος τον κοίταξε τώρα αφηρημένα βγάζοντας τα γυαλιά του. Έμεινε για λίγο απαθής –ύστερα
«Τι θέλουν οι κύριοι;» ρώτησε.
«Ένας νταλικέρης, λέει, λίγο έξω απ’ το Αίγιο…»
«Αυτό το άκουσα.»
Ο άλλος φάνηκε να τα χάνει.
«Έπαθε, λέει, ανακοπή.»
«Κι αυτό το άκουσα.» Ύστερα γυρνώντας προς το Δημήτρη: «Εσείς τον βρήκατε;»
«Ε… ναι, μάλιστα. Κόντεψε να πέσει πάνω μας.»
«Δεν πειράξαμε τίποτα», είπε ο Οδυσσέας. Μόνο ανάψαμε τα αλάρμ και στήσαμε ένα τρίγωνο.»
«Σήμερα το κάνατε αυτό;»
«Βέβαια, δεν είναι ούτε ώρα.»
Οι δυο αστυνομικοί κοιτάχτηκαν με νόημα.
«Και… η νταλίκα; Αυτή πώς ήταν;» συνέχισε την ανάκριση ο γκριζομάλλης. «Είχε κανένα διακριτικό, κάποιο όνομα;»
«Νομίζω έγραφε …Στελάρας;» γύρισε ο Οδυσσέας στο Δημήτρη.
«Όχι Στελάρας, Μητσάρας» είπε εκείνος.
«Μήπως Χρηστάρας;» ρώτησε ο χοντρός μ’ ένα απροσδόκητο χαμόγελο.
«Ναι, ναι… Χρηστάρας», βεβαίωσε ο Οδυσσέας. «Τον ξέρετε;»
Το χαμόγελο εξαφανίστηκε.
«Να τους συλλάβω, κύριε διοικητά;»
Ορίστε;
Ο τύπος με τα πολιτικά, ο διοικητής, είχε επανέλθει στην προηγούμενη απάθεια. Φαινόταν ξαφνικά πολύ κουρασμένος.
«Απόπειρα γελοιοποίησης Αρχής και σπατάλη πολύτιμου χρόνου εν ώρα εθνικού κινδύνου», φώναξε κοφτά ο χοντρός με τη στολή (ο υποδιοικητής προφανώς) με ύφος παλιού φαντάρου απέναντι σε νεοσύλλεκτους. Η κοπέλα κι ο νεαρός αστυνομικός στο διπλανό γραφείο είχαν στρέψει την προσοχή τους πάνω τους. Τα τηλέφωνα άρχισαν να χτυπάνε ξανά. Θέατρο του παραλόγου.

«Δεν καταλαβαίνω», είπε τελικά ο Οδυσσέας.
Ο γκριζομάλλης σηκώθηκε αμίλητος. Από ένα φωριαμό πίσω του τράβηξε ένα ντοσιέ, το άνοιξε κι έριξε μπροστά τους μερικές φωτογραφίες. Στην πρώτη, που ήταν μακρινή, φαινόταν η γνωστή νταλίκα στο γνωστό μέρος όπου την είχαν αφήσει. Οι άλλες ήταν κοντινές και έδειχναν την καμπίνα με το νεκρό οδηγό από διάφορες οπτικές γωνίες.
«Τον βρήκατε;»
Η έκπληξη στο πρόσωπο του Δημήτρη θα πρέπει να εντυπωσίασε το χοντρό, ο οποίος κάτι ετοιμαζόταν να πει και το κατάπιε. Μουτρωμένος, άφησε την υπόθεση στον ανώτερό του και προσηλώθηκε ξανά στην οθόνη μπροστά του.

«Οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν τη Δευτέρα», είπε ο διοικητής. «Σήμερα έχουμε Τετάρτη. Το παράξενο θα ήταν να μην τον είχαμε βρει. Και μιας που λέμε για παράξενα… Κάποιος είχε ανάψει τα αλάρμ και είχε τοποθετήσει το τρίγωνο καμιά πενηνταριά μέτρα πιο πίσω. Αν κατάλαβα καλά, αυτές οι φροντίδες ήταν δικές σας. Και, αν επίσης κατάλαβα καλά, έγιναν πριν από μία ώρα;»
Τα μάτια του φωτίζονταν από μια ειρωνική λάμψη. Ο Οδυσσέας είχε πάρει μια φωτογραφία στα χέρια του και την κοιτούσε προσπαθώντας να διαψεύσει το ολοφάνερο. Ο Δημήτρης είχε μείνει άναυδος.

«Είναι ανεξήγητο», είπε στο τέλος για να πει κάτι.
«Όχι, δεν είναι ανεξήγητο», είπε ο άλλος. «Είναι απολύτως κατανοητό και εξηγήσιμο. Ο Χρηστάρας ο Μότσαρτ νεκρός από ανακοπή στο τιμόνι εν μέσω καύσωνα. Αυτοκτονία εξ αμελείας.» Μάζεψε τις φωτογραφίες και έκλεισε το ντοσιέ. «Το ανεξήγητο είναι που δεν σας έχω διαολοστείλει μέχρι τώρα.»

«Κύριε διοικητά…»
Η κοπέλα είχε σκεπάσει το ακουστικό και περίμενε.
«Έλα, κορίτσι μου.»
«Είναι ο κύριος νομάρχης.»
Ο αστυνόμος τους άφησε με ένα προειδοποιητικό βλέμμα και έσπευσε να πάρει το τηλέφωνο. Ο χοντρός παρέμεινε καρφωμένος στον υπολογιστή.
«Είστε τυχεροί που είναι στις καλές του», είπε σαν να μιλούσε στον εαυτό του. «Γιατί δε συμπαθεί καθόλου τα ψώνια που του ζαλίζουν τα παπάρια. Εδώ ο κόσμος χάνεται, βαρκούλες αρμενίζουν… Κοίτα ρε τι έγινε στην Επίδαυρο! Ακόμα εδώ είστε; Τον πούλο πριν γυρίσει. Αρκετό τρέξιμο έχουμε.»

Ο Δημήτρης είχε στραφεί προς τον Οδυσσέα σαν να περίμενε από κείνον το σύνθημα. Ο τελευταίος ωστόσο φαινόταν απορροφημένος από τη συνδιάλεξη του αστυνόμου με το νομάρχη. Ξεχώρισε καθαρά τις λέξεις τυφώνας, επιφυλακή, ετοιμότητα, απαγόρευση απόπλου.
«Συγγνώμη», είπε κοιτάζοντας το ρολόι του, «υπάρχει αυτή τη στιγμή απαγόρευση απόπλου. Γιατί επρόκειτο να ταξιδεύσουμε για Ιθάκη…»
Ο άλλος έκανε το σταυρό του.
«Πότε ακριβώς θα ταξιδεύατε παρακαλώ;»
«Μα… τώρα, στις τρεις. Για την ακρίβεια, εγώ θα ταξιδέψω και πρέπει να φύγω για να προλάβω.»
«Στις τρεις, ε; Το προλαβαίνεις δεν το προλαβαίνεις…»
«Θα φύγει, δηλαδή; Και το απαγορευτικό;»
«Ποιο απαγορευτικό, άνθρωπέ μου; Για τα κότερα; Τα πλοία για Κεφαλονιά και Ιθάκη φεύγουν πρωί. Δεν υπάρχει αυτή την ώρα πλοίο.»
Και ξανάκανε το σταυρό του, απορώντας με την ίδια του την υπομονή.

Βγήκαν έξω, στο συννεφιασμένο απόγευμα, δυο άνθρωποι χαμένοι, κατάπληκτοι.
Δε βαριέσαι, σκέφτηκε τελικά ο Οδυσσέας. Έτσι κι αλλιώς, το αδύνατο δεν υπάρχει. Κι έκανε μια κίνηση στον αέρα, σα ν’ απόδιωχνε μια ανόητη σκέψη.

Σα να τραβούσε μιαν αόρατη αυλαία.

τέλος 5ου κεφαλαίου

Advertisements

8 Σχόλια to “το αδύνατο δεν υπάρχει #5 [Οδυσσέας]”

  1. Και το μυστήριο μεγαλώνει!!!Πόσα κεφάλαια έχουμε ακόμα,Τρελέ μου;

    φιλάκι ανυπόμονο!!! :))

  2. ψυχή μου, υπομονή, έχει ταξίδι ακόμα

    φιλάκι ηρεμιστικό :))

  3. θα γυρισω πίσω γιατί έχω χάσει επεισόδια (απαράδεκτος είμαι κι εγω και το ελσινκι).
    καληνυχτες

  4. Ιάκωβε, δεν λέω καλό ξενύχτι γιατί, πρώτον, εδώ έχει ξημερώσει προ πολλού και, δεύτερον, γιατί ως γνωστόν εκεί το ξενυχτάτε απ’ το πρωί ως το βράδυ. 🙂 Θα περάσω κι εγώ να δω αν πήγες στα ..σέλατα (ομολογώ πλήρη άγνοια ως προς τον πληθυντικό του σέλαος)

  5. Απαράδεκτη κι εγώ εδώ στο Βορρά, στη βροχή και στους ανέμους μου, που έχω χάσει τόσα κεφάλαια! Ελπίζω να καταλαβαίνεις ότι οι καιροί δεν είναι πολύ ευνοϊκοί από ετούτη την πλευρά, φίλε μου Αντώνη. Μου έχει λείψει η παρουσία σου αλλά από την άλλη καταλαβαίνω.. τι να κάνουμε. Προσπάθησα να βρω το κομμάτι που μου ανέφερες χθες στο μήνυμά σου δίπλα αλλά δεν το βρίσκω, όταν μπορέσεις σε παρακαλώ στείλε μου το λίνκ. Κατά τα άλλα, η ιστορία σου είναι εξαιρετική, μου άρεσε πάρα πολύ. Τολμώ να πω ότι το γνωρίζω το συναίσθημα εκεί στο στομάχι του Οδυσσέα.. Να είσαι σίγουρος πως θα διαβάσω και τα προηγούμενα κείμενα που έχω χάσει. Να περνάτε πολύ όμορφα, καλό σαββατοκύριακο, μια ζεστή καλημέρα με αγάπη από μένα.

  6. Θαλασσάκι μου, δεν το έβρισκες το κομμάτι γιατί απλώς δεν υπήρχε. ίσως είχα ξεχάσει να κάνω φίνις, το παθαίνω μερικές φορές. Το ξανανέβασα πάντως και η διεύθυνση είναι http://www.imeem.com/people/I0aCS3t/music/u2RJYlBI/no_title/

    σε φιλώ, καλή ακρόαση

  7. ε, δεν πήγα ακόμα στα «σέλατỨφίλε μου. εσυ με τι ασχολεισαι;

  8. Ιάκωβε, άστα. Για εξεταστική με τη σειρά μου. Στα γεράματα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: