το αδύνατο δεν υπάρχει #4 [Άρης]

αι αν υποθέσουμε ότι όλα αυτά είναι ένα όνειρο;»
(Ο Φώτης, όρθιος, κάνοντας μπαλίτσα το περιτύλιγμα του σάντουιτς.)

«Έλα τώρα Φώτη…»
(Η Ελίνα, καθισμένη στο παγκάκι, με ναζιάρικο χαμόγελο διακοσμημένο με ψίχουλα σφολιάτας.)

«Αυτό το πράγμα με τον ταξιτζή… Τά ‘χω χαμένα…»
(Η Αλεξάνδρα, έχοντας μόλις φάει τη σπανακόπιτά της, με βλέμμα απλανές και ονειροπόλο.)

Ο Άρης αμίλητος.

Αυτή η ιστορία ακουγόταν πράγματι πολύ παράξενη, αλλά δεν ήταν σε θέση να την επεξεργαστεί. Οι τελευταίες πληροφορίες, που αφορούσαν στην ερωτική δραστηριότητα του πατέρα του, τον είχαν αποσυντονίσει τελείως.
Σηκώθηκε απ’ το παγκάκι κι απομακρύνθηκε. Καταλάβαινε τα βλέμματα των υπολοίπων πάνω του, αλλά του ήταν αδιάφορα. Αισθανόταν έτσι κι αλλιώς άβολα, όμως τούτη τη στιγμή αυτό ήταν δευτερεύον.

Παντρεύτηκες λοιπόν και τώρα χωρίζεις ξανά. Κι είναι, γι άλλη μια, δική σου η απόφαση, αλλά γιατί; Τι ζητάς πατέρα;

Πατέρα… Πόσα χρόνια είχε να τον πει έτσι; Κάτι άλλαζε μέσα του, κάτι που τον έσπρωχνε να δει, να καταλάβει.
Η Αλεξάνδρα…
Αυθόρμητα την είχε εξ αρχής συμπαθήσει. Πού να το φανταζόταν; Όχι πως τον είχε απασχολήσει ποτέ ιδιαίτερα όλα αυτά τα χρόνια η γκόμενα του πατέρα του -το πώς και το γιατί. Τις ελάχιστες φορές που το δοκίμασε, την είχε φανταστεί φανταχτερή και σίγουρα διαφορετική απ’ τη Χρυσάνθη, τη μητέρα του.
Κι όμως, αυτή εδώ της έμοιαζε της μάνας του, μιλώντας για το στυλ βέβαια, το ντύσιμο, την ηπιότητα του χαρακτήρα, την αξιοπρεπή –χωρίς υπερβολές- θηλυκότητα. Σίγουρα δεν είχε την εντυπωσιακή ομορφιά της Χρυσάνθης, ήταν όμως πολύ νεώτερη.
Γι αυτό άραγε; Αυτός ήταν ο λόγος που την προτίμησε; Αν έκρινε από κάποιες κουβέντες που είχε πιάσει κατά καιρούς –γιατί μπροστά στον Άρη η Χρυσάνθη δεν εκφραζόταν- αυτό τουλάχιστον πίστευε η μάνα του. «Οι άντρες κυνηγάνε τις μικρούλες. Έτσι είναι η φύση τους.»
Μια άλλη φορά, ωστόσο, δεν ήταν τόσο επιεικής. «Χαζεύουνε καθώς μεγαλώνουν και τους τυλίγουν εύκολα τα ξέκωλα και οι χαζογκόμενες.»
Όμως η Αλεξάνδρα ούτε κανένα ξέκωλο ήταν, ούτε για χαζογκόμενα έμοιαζε…

Κι η Ελίνα; Αυτή κι αν ήταν έκπληξη! Φαίνεται πως ο Παναγιώτης, μιας που το ξεκίνησε, συνέχισε τον ηλικιακό κατήφορο, αν και –για να πούμε την αλήθεια- εμφανισιακά τουλάχιστον η Ελίνα δεν έδειχνε μικρότερη απ’ την Αλεξάνδρα. Και ούτε αυτή θα την έλεγε χαζογκόμενα, παρότι το έπαιζε κάπως…

Έτσι όπως είχε απομακρυνθεί, μπορούσε να τις παρατηρήσει χωρίς να τον βλέπουν. Αν τις κοιτούσες αποστασιοποιημένα, χωρίς σεξουαλικό ενδιαφέρον, έμοιαζαν τόσο συνηθισμένες… Προσπάθησε να τις δει μέσα από διαφορετικά φίλτρα: Ξελογιάστρα… δεν θα το ‘λεγες… Αντροχωρίστρα… μπαα… Γυναίκα-αράχνη… με τίποτα.
Έβαλε τον εαυτό του στη θέση του πατέρα του. Προσπάθησε να θυμηθεί τις αρχικές του ενστικτώδεις αντιδράσεις, πριν επηρεαστεί από τη φιλολογία που ακολούθησε.
Σίγουρα υπήρχε έλξη –και τα δύο κορίτσια τον κινητοποιούσαν ερωτικά, φαίνονταν γεμάτες υποσχέσεις, καθεμιά με τον τρόπο της. Ήθελε να τους αρέσει, να προκαλέσει το ενδιαφέρον τους, κυρίως βέβαια προς τη μεριά της Ελίνας που αισθανόταν πως είχε τις περισσότερες πιθανότητες.
Μήπως ήταν ακριβώς αυτό το ξύπνημα της επιθυμίας που τραβούσε τον Παναγιώτη; Θυμόταν μια παρατήρηση του Κωνσταντίνου, του κολλητού του: «Εσύ, ρε μαλάκα, μπορείς να τρως το ίδιο φαΐ κάθε μέρα;» (Ο Κωνσταντίνος ήταν κάτι σαν την άγρια πλευρά του Άρη, πιο κυνικός αλλά και με πολύ περισσότερες εμπειρίες.) Από αυτήν την άποψη, η Αλεξάνδρα και η Ελίνα ήταν αυτό ακριβώς που η ψυχραιμότερη παρατήρηση της Χρυσάνθης είχε εντοπίσει: μικρούλες. Μικρά ερωτικά ταξίδια. Ούτε ξελογιάστρες, ούτε ανάφτρες, ούτε τίποτα… Θηλυκά, πρόθυμα ν’ αγαπήσουν και ν’ αγαπηθούν. Περιπέτειες. Πώς αισθανόταν άραγε, τι σκεφτόταν ένας άντρας στα τριανταπέντε του, μετά από τόσα χρόνια αρμονικής συμβίωσης, με μια όμορφη, καλλιεργημένη γυναίκα και μ’ ένα δωδεκάχρονο γιο; Ποιας περιπέτειας η προοπτική ήταν ικανή να του κάνει τέτοιο κλικ που να τα παρατήσει όλα;
Για πρώτη φορά ο Άρης αναρωτήθηκε αν ήξερε όλες τις πλευρές της αλήθειας. Μήπως κάτι του διέφευγε; Μήπως υπήρχε κάτι που έπρεπε να μάθει;

Τα βήματά του τον έφεραν ξανά κοντά στους υπόλοιπους. Τους άκουσε να συζητούν για τον Οδυσσέα και το Δημήτρη που δεν είχαν επιστρέψει ακόμα απ’ το αστυνομικό τμήμα… Η ώρα ήταν σχεδόν τρεις. Το καράβι θα έφευγε. Τι έπρεπε να κάνουν;

Ήταν το τελευταίο που τον απασχολούσε.

Advertisements

4 Σχόλια to “το αδύνατο δεν υπάρχει #4 [Άρης]”

  1. Δεν ξέρω γιατί,αλλά αυτό το κομμάτι με μελαγχόλησε!…:)

    Τρελέ μου,φιλί ανεξήγητα απαλό…

  2. Είναι η μελαγχολία του γκρίζου, ψυχή μου.. Κρυμμένη στις άπειρες -που συχνά αρνούμαστε- αποχρώσεις μεταξύ του λευκού και του μαύρου

    φιλί γλυκά μελαγχολικό :))

  3. Χωρίς σχόλιο εδώ, δε νομίζω πως σηκώνει σχόλιο. Αφήνω τα απαλά και μελαγχολικά φιλιά σας να μιλάνε.

  4. Θαλασσάκι μου, διαβάζοντας το σχόλιό σου συνειδητοποιώ και κατανοώ τις ιδιαιτερότητες αυτού του κειμένου. Σε σκέφτομαι και σε νοιάζομαι, εύχομαι όλα να πηγαίνουν καλά στη ζωή σου :*

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: