το αδύνατο δεν υπάρχει #3 [Αλεξάνδρα]

α πρώτα σπίτια της Πάτρας έκαναν την εμφάνισή τους σαν μέσα σε ομίχλη. Σε λίγο, σκέφτηκε μηχανικά η Αλεξάνδρα, τελειώνει αυτός ο κύκλος του ταξιδιού κι αρχίζει ένας άλλος.

Προσπαθούσε να μη σκέφτεται τη φρίκη με τη νταλίκα και τον οδηγό της. Ήταν ο ίδιος ο πρωινός, δεν χωρούσε αμφιβολία. Εκείνος, όμως, ήταν ολοζώντανος. Πριν από τέσσερις μόλις ώρες ήτανε μέσα στο ταξί ακούγοντας κοντσέρτα του Μότσαρτ, ενώ τούτος δω φαινότανε νεκρός από ώρες, καταλάβαινες ήδη μια δυσδιάκριτη μυρωδιά σήψης -ήταν ποτέ δυνατόν;

Και πώς βρέθηκε στη νταλίκα; Και πώς οδηγούσε αν ήταν νεκρός;
Ήτανε για να τρελαίνεσαι κανονικά.

Ένιωθε κουρασμένη και πεινασμένη. Τα ρούχα είχαν κολλήσει επάνω της και την έπνιγαν. Σκέφτηκε πόσο πιο άνετα θα ένιωθε η Ελίνα, μ’ αυτά τα δείγματα μπλούζας και φούστας που φορούσε.

Έλεγξε στην οθόνη του τηλεφώνου για το σήμα. Ακόμα τίποτα. Τουλάχιστον, εδώ θα μπορούσε να βρει ένα καρτοτηλέφωνο για να πάρει τη Μπέτυ, ν’ ακούσει τη φωνή ενός δικού της ανθρώπου.
Είχε ήδη πάρει την απόφασή της. Θα συνέχιζε το ταξίδι ως το τέλος. Δεν μπορεί να ήταν τυχαία αυτή η ιστορία. Κάποιο νόημα είχε. Ήταν μια ευκαιρία να ξεκαθαρίσουν κάποια πράγματα. Εδώ, σ’ αυτό το σημείο. Να κλείσει το κεφάλαιο –ποιο κεφάλαιο, όλος ο τόμος της νεανικής επιπολαιότητας- να γυρίσει σελίδα.

Προσπάθησε να σκεφτεί το έμβρυο που κουβαλούσε μέσα της. Ήταν αλήθεια; Δεν το είχε πιστέψει ακόμα. Ήξερε πως θα ήταν δύσκολα, ένα μέλλον γεμάτο ανασφάλεια και στερήσεις. Ήταν όμως ένα όνειρο δικό της, κατά-δικό της, που εξαρτιόταν από κείνην. Αποκλειστικά από κείνην. Την έκανε να νιώθει ότι αξίζει κι ότι μπορεί να γίνει καλύτερη, την έκανε να νιώθει δυνατή.

Έριξε μια φευγαλέα ματιά στο κορίτσι δίπλα της. Η Ελίνα είχε κλείσει τα μάτια κι είχε ακουμπήσει στο παράθυρο, αποτραβηγμένη στον εαυτό της. Οι αναμνήσεις ξέσπασαν σαν καταιγίδα. Η αλλαγή του Παναγιώτη, τα τρυφερά μηνύματα με την υπογραφή Μαριλένα, που βρήκε ψάχνοντας το κινητό του (μια κατινιά για την οποία ένιωθε ντροπή –κατόπιν εορτής, βέβαια.) Και η αβάσταχτη ζήλια της…
Ήταν ο μόνος άντρας που είχε ζηλέψει ως τώρα, ο μόνος για τον οποίο ένιωσε τέτοια συναισθήματα εξάρτησης και φόβου (ναι, φόβου μην της φύγει, μην τον χάσει). Ποτέ πριν από τον Πάνο δεν είχε νιώσει ανάγκη πραγματική για τον άντρα που τύχαινε να είναι μαζί της. Σ’ αυτόν επένδυσε για πρώτη φορά και το ‘κανε με τρόπο απόλυτο και μ’ όλη την αδεξιότητα που συνεπάγεται η πρώτη φορά.

Δεν είχανε κλείσει ούτε χρόνο μαζί, έμενε ακόμα στους δικούς της, όταν έσκασε η ιστορία με τη Μαριλένα. Απ’ την αρχή το κατάλαβε πως ήταν κάποια μικρότερη, φοιτήτρια ίσως. Εκείνος πήγε να τη βγάλει τρελή. Ύστερα της ζήτησε να χωρίσουν προσωρινά. Εκείνη έκλαψε, χτυπήθηκε, στο τέλος το αποδέχτηκε. Μέσα σε μια βδομάδα, δεν κρατήθηκε, τον ξαναπήρε τηλέφωνο κι εκείνος έκανε σα να μην τρέχει τίποτα. Στο τέλος, της είπε πως με τη μικρή δεν υπήρχε κανένα μέλλον- μια παράξενη φάση που ανήκε ήδη στο παρελθόν- και της ζήτησε αν ήθελε να μείνουν μαζί. Εκείνη έλιωσε επιτόπου. Δυο χρόνια κι ένα στεφάνι μετά έλιωνε ακόμα.

Και τώρα την είχε δίπλα της, ένα μικροκαμωμένο πλάσμα, ούτε που το ‘πιανε το μάτι σου. Ωραίο κορμάκι βέβαια -όφειλε να το παραδεχτεί- κι ήξερε να το υποστηρίζει, με την κοντή φουστίτσα της και μ’ όλα αυτά τα καμώματα που προκαλούσαν τις φαντασιώσεις των ανδρών. Αχ, Αλεξάνδρα, το ακριβώς αντίθετο σα να λέμε από σένα, με την παλαιών αρχών αξιοπρέπεια, την ποτισμένη όλο τον καθωσπρεπισμό και τη γυναικεία σοβαρότητα της παραδοσιακής ελληνικής οικογένειας.
Θυμήθηκε την «καφετζού»: Μεγάλο ανταγωνισμό βλέπω ανάμεσά σας. Ποιον ανταγωνισμό, κυρ-Αλεξάνδρα; Πάει ο ανταγωνισμός. Αν τότε, χωρίς καν να την ξέρει, την ανεβοκατέβαζε τσουλάκι και πορνίδιο, αυτή τη στιγμή δεν ένιωθε καμιά κακία ή απέχθεια απέναντί της, μόνο μια ανόητη αλληλεγγύη. Ένα επιπόλαιο κοριτσάκι είναι –γεμάτος ο κόσμος. Ανταγωνισμό τώρα πια γιατί; Για τους αρσενικούς εδώ μέσα;

Τους δυο τους ξέρεις. Κι εδώ έξω έπεσε. Μονάχα τον Άρη γνώριζε –κι αυτόν κατ’ όνομα. Ο Πάνος δεν της είχε ποτέ αναφέρει τον Οδυσσέα, ήταν σίγουρη. Όσο για το Φώτη, μ’ αυτόν δεν είχε καμία σχέση (αν και κάτι της θύμιζε, κάτι πολύ αόριστο και συγκεχυμένο.)
Τι άλλο της είπε; Κάτι για το ταξίδι… Κάτι σαν «πολλοί ξεκινούν, ένας θα επιστρέψει». Τι σήμαινε πάλι αυτό; Ωχ, κυρ-Αλεξάνδρα, μ’ αρέσει που σε παίρνω στα σοβαρά. Στο κάτω-κάτω, δεν είχαν καμιά υποχρέωση να γυρίσουν παρέα στην Αθήνα. Τώρα που το σκεφτόταν αυτό με την Ιθάκη, μια χαρά τη βόλευε. Μπορούσε να πάει στην κολλητή της στην Κεφαλονιά ή να ζητήσει απ’ τη Μπέτυ να της δανείσει χρήματα και να πάνε μαζί στην Ιθάκη. Ο Στέφανος ήταν πολύ σωστό παιδί, δεν θα ‘φερνε αντίρρηση για λίγες μέρες.

«Με μισούσες πολύ; …Τότε…»
Αυτή η Ελίνα σίγουρα είχε έναν παράξενο τρόπο να εκφράζεται. Είχε ανοίξει τα μάτια και είχε στυλώσει πάνω στην Αλεξάνδρα ένα ένοχο βλέμμα σαν του παιδιού μετά την αταξία. Τι το ήθελε πάλι αυτό;

«Ας μην τα σκαλίζουμε καλύτερα. Προτιμώ να μην τα θυμάμαι.»
Στην αρχή την είχε βρει τόσο παρδαλή και ψεύτικη που σχεδόν απογοητεύτηκε μαθαίνοντας ποια είναι. Λυπήθηκε και τον Πάνο και τους άντρες και τον εαυτό της, που έφαγε το κέρατο απ’ το σαχλοκούδουνο. Τώρα όμως το ‘βλεπε καθαρά πόσο πιο επικίνδυνη ήταν απ’ όσο έδειχνε. Αυτή η αθωότητα και η γλυκύτητα που έβγαζε όταν ήθελε, σε μπερδεύανε. Θύμιζε κάποιες ντίβες της οθόνης που όταν τις έβλεπες στις συνεντεύξεις δυσκολευόσουν να πεις αν υποκρίνονται ή αν το μελόδραμα είναι η ίδια τους η φύση και απλώς το μεταφέρουν στη σκηνή.

«Σε καταλαβαίνω. Κι εγώ έτσι νοιώθω.» Στα μάτια της Ελίνας υπήρχε μια ένταση που η Αλεξάνδρα δεν μπορούσε να προσδιορίσει –ίσως μια εσωτερική σύγκρουση. Φαινόταν σα να θέλει κάτι να προσθέσει αλλά τελικά έγειρε πίσω και αλλάζοντας ύφος ρώτησε:
«Θα σταματήσουμε κάπου να φάμε; Έστω μια τυρόπιτα. Έχω πεθάνει της πείνας.»

Ήταν περασμένες δύο και όλοι πεινούσαν. Συμφώνησαν να πάρουν κάτι πρόχειρο και να ρωτήσουν για το αστυνομικό τμήμα. Ο Δημήτρης άρχισε να ψάχνει για πάρκινγκ. Τελικά, άφησαν το φορτηγάκι πίσω απ’ το δημοτικό θέατρο και κατέβηκαν στο δρόμο με φανερή ανακούφιση, μουδιασμένοι.
Η Αλεξάνδρα ακολουθούσε τους υπόλοιπους σα χαμένη. Τους είδε που έψαχναν τις τσέπες τους και κοίταξε στις δικές της χωρίς ελπίδα. Πεντέμισι ευρώ -τα ρέστα απ’ το πρωινό ταξί. Πολύ σωστά, μα για στάσου… Αν, όπως πίστευε, είχε πάρει μαζί της μόνο δέκα ευρώ, πού βρέθηκαν τα άλλα πενήντα; Συγκεντρώσου, κοπέλα μου, τι σου συμβαίνει επιτέλους; Όχι πως κοίταζε το γάιδαρο στα δόντια, αλλά…

Ώρα ήταν ν’ αρχίσει να πιστεύει στα φαντάσματα.

Advertisements

5 Σχόλια to “το αδύνατο δεν υπάρχει #3 [Αλεξάνδρα]”

  1. μου άρεσε πολυ στη μέση, κυριως η εκφραση σου. ηταν ταξιδι εκει περα.
    αλλα , αν μου επιτρεπεις, μια ελαχιστη αμφισβητηση: θα σκεφτομουν τα ονοματα να μην ειναι τοσο συνηθισμενα, εννοω πολυ γνωστα. θα εχεις ασφαλως καποιο λογο που δεν προτιμας πιο περιεργα ονοματα για τους ηρωες ετσι;
    ειναι ο προφανης;

  2. ξανακοιταξα το κειμενο και το σχολιο δεν βγαζει νοημα. εννοω επιλεγεις συνειδητα, συνηθισμενα ονοματα για να δειξεις οτι αυτες οι ιστοριες δεν ειναι εξω-πραγματικες αλλα συμβαινουν καθημερινα; η και για αλλους λογους;

  3. Ιάκωβε, η επιλογή του Οδυσσέα είναι η προφανής. Το Ελίνα το έφτιαξα μόνος μου με αισθητικά-συνειρμικά κριτήρια κι ύστερα ανακάλυψα ότι κυκλοφορεί. Από κει και μετά δεν ήθελα να το …παρατραβήξω 🙂

  4. Πόσο εύστοχα έχεις πιάσει την ψυχολογία της γυναίκας!

    φιλί γλυκό,Τρελέ μου;))

  5. Μου δίνεις κουράγιο! Τόσα χρόνια στα θρανία κι είμαι ακόμα στο πτυχίο. Έπονται και τα μεταπτυχιακά 🙂
    γλυκό φιλάκι κι από μένα, ψυχή μου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: