το αδύνατο δεν υπάρχει #2 [Ελίνα]

έρα ή νύχτα;
Ζέστη ή κρύο;
Βουνό ή θάλασσα;
Άσπρο ή μαύρο;

Σήκωσε το κεφαλάκι σου. Αυτό το μικρό, μελαχρινό κεφαλάκι. Κοίτα ψηλά τον ουρανό που μαυρίζει. Έρχεται καταιγίδα. Μια καταιγίδα απ’ αυτές που ξεπλένουν τη ζωή σου, απ’ αυτές που καθαρίζουν το βλέμμα σου.
Λοιπόν;

«Τι λοιπόν;»
«Ποια είσαι;»
«Πρέπει να το αποφασίσω αυτό τώρα;»
«Σκέφτεσαι κάποια καλύτερη στιγμή από τώρα;»
«Όχι.»
«Λοιπόν;»
«Τι λοιπόν;»
«Ποια είσαι;»
«Είμαι η Κίρκη.»
«Η Κίρκη;»
«Ξέρεις… παλιά… εκείνη η μάγισσα; Που έκανε τους ανθρώπους-γουρούνια πραγματικά γουρούνια;»
«Θέλεις να μεταμορφώνεις τους ανθρώπους; Γιατί;»
«Για να μπορέσω να τους αγαπήσω.»
«Κι αν γίνουν γουρούνια, θα τους αγαπάς;»
«Μα… είναι γουρούνια!»
«Δεν καταλαβαίνω.»
«Θέλω να μεταμορφώνω τους ανθρώπους σε αυτό που είναι. Αλλά δεν μπορώ.»
«Αφού είσαι η Κίρκη.»
«Όχι, δεν είμαι. Είμαι η Καλυψώ.»
«Η Καλυψώ; Ποια είναι αυτή; Άλλη μάγισσα;»
«Καλά το λες.»
« Και τι κάνει αυτή;»
«Μαγεύει τους άντρες. Τους κάνει να την αγαπήσουν.»
«Θέλεις να σ’ αγαπούν οι άντρες;»
«Ποια δεν το θέλει;»
«Τότε είσαι τυχερή.»
«Τυχερή; Γιατί;»
«Μα… γι’ αυτό… που έχεις τη δύναμη να τους… να το πετύχεις. Να τους κάνεις να σ’ αγαπούν.»
«Άτυχη είμαι.»
«Γιατί;»
«Γιατί δεν μπορώ να τους κάνω να μείνουν.»

Σήκωσε το μικρό μελαχρινό κεφάλι της προς τον ουρανό. Τα σύννεφα είχαν αρχίσει να κινούνται με μεγάλη ταχύτητα, ο ουρανός μαύριζε κι αυτό, για κάποιο λόγο, της χάριζε ένα αίσθημα λύτρωσης.
Τα όσα επακολούθησαν του επεισοδίου με τη νταλίκα καταχωρήθηκαν στο μυαλό της μηχανικά, σαν η ίδια να μη συμμετείχε καθόλου. Αργότερα, προσπαθώντας να ανασύρει τα γεγονότα για να τα αξιολογήσει και να τα ερμηνεύσει, η Ελίνα διαπίστωσε ότι μόνο μια πολύ συγκεχυμένη εκδοχή τους είχε διαθέσιμη. Εκεί που κανονικά θα έπρεπε να βρίσκονται χρονικά τακτοποιημένα τα διάφορα συμβάντα, συναντούσε θραύσματα μιας πραγματικότητας αβέβαιης, για την οποία δεν μπορούσε να πει σε ποιο βαθμό υπήρξε έξω από τη φαντασία της. Και, το χειρότερο, στην προσπάθειά της αυτή, επανέφερε όλη τη νοσηρή εκείνη συναισθηματική κατάσταση στην οποία ήταν βυθισμένη και η οποία αποτελούσε την αιτία αυτής της σύγχυσης.

Αλεξάνδρα… Πόσες φορές δεν την μελέτησε, πόσες φορές δεν προσπάθησε να πλάσει τη μισητή αυτή μορφή με τη φαντασία της; Με πόσα διαφορετικά πρόσωπα δεν πέρασε απ’ τα όνειρά της εκείνους τους μήνες, τους λίγους μήνες που κράτησε η σχέση τους με τον Παναγιώτη, η αυγή της ερωτικής της ζωής, που εξελίχθηκε σε πολική νύχτα; Και, τι παράξενο, όσα προσωπεία κι αν της φόρεσε, ποτέ δεν την φαντάστηκε έτσι. Τόσο γλυκιά, τόσο ζωντανή, τόσο νέα… Για κάποιο λόγο, τη φανταζόταν πάντα κάπως σαν τη μάνα της. Πρόσχαρη αλλά νευρική και αδέξια και φαρμακόγλωσση. Τούτη εδώ, απεναντίας, ήταν ήρεμη και απλή, οι κινήσεις της είχαν μιαν απαλότητα. Σκέφτηκε πόσο περισσότερο θα τη ζήλευε αν ήξερε…, αν μπορούσε να τη φανταστεί έτσι όπως πραγματικά ήταν. Γιατί τη ζήλευε, ναι, θεέ μου πόσο τη ζήλευε! Και τώρα ήταν εκεί, την έβλεπε, την άγγιζε, κάποια στιγμή μάλιστα θαρρεί πως την αγκάλιασε κιόλας. Κι ένιωθε δίπλα της, η ίδια, τόσο μικρή, τόσο άχαρη…

Δεν μπορούσε να ξεκολλήσει απ’ αυτό. Όλα όσα συνέβαιναν γύρω της φαίνονταν μακρινά πολύ, αδύνατον να εστιάσει πάνω τους. Ένα πτώμα –ποτέ δεν είχε δει νεκρό από τόσο κοντά και μάλιστα τέτοιων διαστάσεων. Κι όμως, δεν της έκανε καμιά εντύπωση, σα να μην υπήρχε. Ένιωθε πως κανείς και τίποτα δεν υπήρχε ή, για ν’ ακριβολογούμε, ήθελε να μην υπάρχουν, να εξαφανιστούν, να φύγουν απ’ τη ζωή της έτσι μεμιάς όπως είχαν εισβάλλει. Ποιος τους έφερε, ποιος τους είπε να μπουν; Ένιωθε μια κακία γι αυτόν, σα να ήταν εκείνος υπεύθυνος. Κι ένα κρύο…, ένα κρύο ξαφνικά, μες στο κατακαλόκαιρο.

Καταλάβαινε τους άλλους γύρω να μιλάνε, ένιωθε την αναστάτωσή τους, την ταραχή καθώς προσπαθούσαν ν’ αποφασίσουν τι πρέπει να κάνουν. Αν έπρεπε να τηλεφωνήσουν στην αστυνομία, αν έπρεπε να μετακινήσουν το φορτηγό για να μην κλείνει το δρόμο.
Προσπάθησαν να καλέσουν αλλά διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε σήμα. Τα τηλέφωνα ήταν άχρηστα. Και τι θα κέρδιζαν να καλέσουν την αστυνομία; Τι θα τους έλεγαν; Ότι δεν ήξεραν πού πάνε; Ότι ένας παρανοϊκός τους είχε χώσει και τους πέντε σ’ ένα λεωφορείο κι αυτοί ακολουθούσαν το σχέδιό του κατά γράμμα χωρίς κι οι ίδιοι να ξέρουν γιατί; Κι ότι μια νταλίκα-φάντασμα, με οδηγό σε προχωρημένη ακαμψία, αλώνιζε την εθνική αλλά κάποια στιγμή αποφάσισε μόνη της να σταματήσει;

Συμφώνησαν να συνεχίσουν ως την Πάτρα κι εκεί να πάει κάποιος σ’ ένα αστυνομικό τμήμα ν’ αναφέρει το συμβάν. Είχαν περάσει το Αίγιο, οπότε σε λίγο θα έφταναν και θα τους έμενε και χρόνος ως την αναχώρηση του πλοίου.
Άφησαν τη νταλίκα με τ’ αλάρμ αναμμένα και επέστρεψαν στο μίνι-μπας. Θυμόταν τα πρόσωπα όλων γεμάτα ένταση. Το δικό της δεν ήξερε να πει αλλά θυμόταν επίσης το Φώτη την ώρα που άνοιγε την πόρτα να σκύβει και να την ρωτά αν νιώθει καλά.

Πολύ γλυκό από μέρους του, αλλά εκείνη το μόνο που ήθελε ήταν μια γωνιά στο παιδικό της κρεββάτι.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: