πέντε για το δρόμο #1 [Φώτης]

Περίληψη προηγούμενων κεφαλαίων (για λόγους ευκολίας, καταχωρούνται με αύξουσα σειρά σε ειδικούς συνδέσμους στην παράπλευρη στήλη): Ενώ η Αθήνα ζει με το φόβο ενός επερχόμενου τυφώνα, πέντε άγνωστοι ( ; ) μεταξύ τους άνθρωποι λαμβάνουν μυστηριώδη μηνύματα που τους οδηγούν σε προκαθορισμένο σημείο απ’ όπου τους παραλαμβάνει ένα μίνι-μπας, νοικιασμένο υπό του κυρίου Νας Κέην εκ Βαλτιμόρης, αγνώστων λοιπών στοιχείων και με άγνωστο προορισμό. Για δικούς τους λόγους, οι οποίοι δεν είναι απολύτως ξεκαθαρισμένοι, οι πέντε αποδέχονται την πρό(σ)κληση και επιβιβάζονται στο όχημα…
ολεύτηκε στο μπροστινό κάθισμα, δίπλα στον οδηγό. Ήταν περασμένες έντεκα.
«Φώτης», συστήθηκε.
«Δημήτρης», είπε ο άλλος. Με τις πλούσιες μαύρες μπούκλες των μακριών του μαλλιών θα πρέπει να έκανε πολύ ζωηρή αντίθεση δίπλα στο δικό του γυμνό κρανίο. Παρά τη ζέστη, φορούσε μαύρη μπλούζα (χωρίς στάμπα). Απ’ το λαιμό του κρεμόταν μια αλυσιδίτσα με το σύμβολο της ειρήνης.
Περίμεναν λίγο μέχρι να βολευτούν κι οι υπόλοιποι –οι κοπέλες στο μεσαίο κι ο Οδυσσέας με τον Άρη στο πίσω κάθισμα. Ύστερα ο Δημήτρης έβαλε μπροστά και ξεκίνησε κατεβάζοντας τις ρόδες από το πεζοδρόμιο. Η άσφαλτος τους υποδέχτηκε μ’ έναν ελαφρύ παφλασμό.

Μετά απ’ ό,τι είχε προηγηθεί, ο Φώτης περίμενε εντάσεις και ξεσπάσματα -ωστόσο επικράτησε σιωπή. Το φορτηγάκι διέσχιζε τους άδειους δρόμους μ’ ένα μονότονο βόμβο, σαν χοντρό μεταλλικό έντομο. Ήταν ένα Mitsubishi εννέα θέσεων, όπως αυτά που χρησιμοποιούν τα κινηματογραφικά συνεργεία. Μόνο που σ’ αυτήν εδώ την ταινία πρωταγωνιστούσε το ίδιο μαζί με τους επιβάτες του, κάτω από την αδιάκοπη λήψη μιας αόρατης κάμερας.
Πού θα τους έβγαζε όλο αυτό; Ποιος ήταν ο κύριος Κέην –ναι, σαν τον ηθοποιό, αλλά όχι Μάικλ, κάπως αλλιώς ήταν το μικρό του- που νοίκιαζε μέσον και οδηγό για χάρη τους; Για να τους μεταφέρει πού; Και για ποιο λόγο;
Ερωτήσεις για την ώρα αναπάντητες. Το μόνο που ήξερε με σιγουριά ήταν πως αυτό το σκηνικό δεν ήθελε να το χάσει. Ήθελε να μάθει τι σημαίνουν όλα αυτά και –κυρίως- ποια σχέση τον συνέδεε με τους άλλους τέσσερις. Γιατί υπήρχε κάποια σχέση, αυτό ήταν σίγουρο.
Υπήρχε, για παράδειγμα, κάτι που συνέδεε αυτόν με την κοπελιά, την Αλεξάνδρα. Ένα απλό περιστατικό ανάμεσά τους στο ταχυδρομικό γραφείο όπου εργαζόταν ο Φώτης , ένα περιστατικό όχι τόσο κολακευτικό για τον ίδιο και που δεν θα το έλεγες ακριβώς «σχέση» -όμως, έτσι όπως είχαν εξελιχθεί τα πράγματα, το κάθε τι μπορούσε να έχει τη σημασία του.
(Εκείνη δεν φαινόταν να τον έχει αναγνωρίσει, πράγμα λογικό αν σκεφτόσουν τις συνθήκες και το γεγονός ότι τότε είχε ακόμη μαλλιά.)
Με τους υπόλοιπους όμως; Ήταν σίγουρος πως δεν τους είχε ξαναδεί ποτέ. Ούτε και μεταξύ τους φαίνονταν να γνωρίζονται, αν και κάποια στιγμή είχε πιάσει ένα βλέμμα του νεαρού, του Άρη, προς την Ελίνα.
Φαίνεται πως όλοι είχαν συγκεντρωθεί με παρόμοιο τρόπο, ύστερα από τη λήψη ενός μηνύματος, όπως και ο ίδιος. Τι έλεγαν αυτά τα μηνύματα; Κανένας δεν φαινόταν πρόθυμος να το αποκαλύψει. Ίσως αργότερα, όταν θα είχαν γνωριστεί καλύτερα.

Στον Άγιο Μάρκο, το μάτι του πήρε δυο-τρία παιδιά να παίζουν. Λίγο παρακάτω μια οικογένεια φόρτωνε ένα μικρό Φίατ –υπήρχε κόσμος λοιπόν.
Λίγο πριν βγουν στην Εθνική σκοτείνιασε. (Ίσως θα ήταν πιο σωστό να πει: θάμπωσε.) Κοίταξε ψηλά. Δεν ήταν ένα συννεφάκι που κάλυψε τον ήλιο. Όλος ο ουρανός φαινόταν να έχει καλυφθεί από ένα λευκό πέπλο. Αέρας σηκώθηκε ξαφνικά. Πέρασαν κάτω από τη γέφυρα της Αχαρνών και μπήκαν στο ρεύμα προς Κόρινθο.

«Αυτό με την Κόρινθο, πάντως, εγώ δεν το κατάλαβα», ακούστηκε η Αλεξάνδρα, απευθυνόμενη προφανώς στον οδηγό.
«Τι να σας πω», απάντησε εκείνος, «αυτές τις οδηγίες έχω. Μόλις φτάσουμε στον Ισθμό να καλέσω τον κύριο Κέην. Στο κινητό.»
«Να υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ο κύριος αυτός κατοικεί κάπου στα περίχωρα της Κορίνθου;» -πρότεινε η Ελίνα.
«Όχι απαραίτητα», την αποθάρρυνε ο Άρης. «Η Κόρινθος είναι κόμβος. Θα χρειαστούμε οδηγίες για να ξέρουμε την κατεύθυνση που θ’ ακολουθήσουμε.»
«Μα, αν θέλει να μας στείλει πχ στη Σπάρτη, γιατί να μην το δηλώσει εξαρχής;» -ρώτησε η Αλεξάνδρα.
«Επειδή έτσι γουστάρει. Αυτός βάζει τους κανόνες.»
Στη φωνή του Άρη, που προσπαθούσε ν’ ακουστεί ανάλαφρη, ο Φώτης νόμισε πως διέκρινε ένα σφίξιμο. Ανησυχία; Φόβος; Μπα, μάλλον εκνευρισμός εξαιτίας της κατάστασης. Ο νεαρός δεν ήταν απ’ αυτούς που παραδίδουν εύκολα τον έλεγχο. Και, στην προκειμένη περίπτωση, ο έλεγχος της κατάστασης δεν ανήκε σε κανέναν από τους επιβάτες του μίνι-μπας.
«Χαλαρώστε, παιδιά, σε λίγο θα ξέρουμε», είπε η Ελίνα προσπαθώντας κι αυτή ν’ ακουστεί ξένοιαστη.
Ο άλλος δεν μιλούσε. Αυτός ο τύπος με το στυλάκι του αριστερού διανοούμενου, ο Οδυσσέας. Γενικά, ο Φώτης δεν τους πολυπήγαινε αυτούς τους τύπους, τούτος δω ωστόσο αποτελούσε εξαίρεση. Του ενέπνεε εμπιστοσύνη. Ίσως επειδή δεν μιλούσε πολύ.

Για λίγο επικράτησε ξανά σιωπή. Το φορτηγάκι κατάπινε τα χιλιόμετρα, πέρασε Ελευσίνα, Μέγαρα και τραβούσε ολοταχώς για την Κακιά Σκάλα.
«Μπορείς να το δυναμώσεις;» ακούστηκε σε μια στιγμή η φωνή της Ελίνας, αναφερόμενη προφανώς στη μουσική. «Είσαι μεγάλος!»
Να κάτι που ο Φώτης δεν είχε προσέξει ως τότε, ίσως επειδή δεν ήταν τόσο σχετικός με τον ηλεκτρικό ήχο που ακουγόταν, πολύ διακριτικά είναι αλήθεια, από τα ηχεία. Πάντως, ακόμα κι αυτός μπορούσε ν’ αναγνωρίσει τους Scorpions. Η φωνή του Klaus Maine πλημμύρισε το μικρό χώρο του βαν καθώς τραγουδούσε γα τον άνεμο των αλλαγών. Συμβολικό; Για το Φώτη, ο άνεμος αυτός είχε ξεκινήσει να φυσά από το πρωί. Κι αν έκρινε από τις προβλέψεις της μετεωρολογικής, τα καλύτερα δεν τα είχαν δει ακόμα.

Ο Άρης με την Ελίνα είχαν ξεκινήσει μια κόντρα -για τη μουσική; -για το ροκ; -για τους Σκόρπιονς; -δεν κατάλαβε, ούτε έδωσε σημασία. Ο νεαρός φαινόταν πολύ έξυπνος και ψαγμένος για την ηλικία του –της οποίας, εξάλλου, δεν φαινόταν να έχει ιδιαίτερη επίγνωση. Εννοούσε να παρεμβαίνει και να διεκδικεί την τελευταία λέξη περίπου στα πάντα. Ο Φώτης χαμογέλασε μέσα του, σκεπτόμενος πως δεν θ’ αργούσε η στιγμή που οι κοπελιές θα συμμαχούσαν για να τον βάλουν στη θέση του μια και καλή.
Ο Οδυσσέας εξακολουθούσε να παραμένει σιωπηλός, βυθισμένος πιθανότατα σε παρόμοιους προβληματισμούς. Θα πίστευε πως είχε αποκοιμηθεί, αν δεν τον είχε ακούσει σε κάποια στιγμή να σιγοτραγουδά.

Μπήκαν στις σήραγγες. Οι Σκόρπιονς έδωσαν τη θέση τους σε κάτι ακόμα παλιότερο, αν έκρινε απ’ τα σχόλια. Η όλη ατμόσφαιρα άρχιζε να του φαίνεται πολύ διασκεδαστική, του θύμιζε τα παιδικά του χρόνια στην κατασκήνωση.
Σε κάποια στιγμή –δεν κρατήθηκε- γύρισε προς τον οδηγό.
«Δεν ξέρω τι λες εσύ, αλλά εγώ έχω χρόνια να διασκεδάσω έτσι», είπε χαμηλόφωνα.
Ο άλλος δεν απάντησε, μόνο χαμογέλασε και του έκλεισε το μάτι.
Κι ήταν αυτή η στιγμή, η πιο ζεστή κι η πιο όμορφη που είχε ζήσει εδώ και πολύ-πολύ καιρό.

Advertisements

4 Σχόλια to “πέντε για το δρόμο #1 [Φώτης]”

  1. Καλημέρα,Τρελέ μου:) Αυτές τις συνέχειες,όπως κατάλαβες,δεν τις χάνω με τίποτα!!!Με καθήλωσες!

    φιλί γλυκό,όπου κι αν είσαι ;))

  2. Καλώς τo μου! Νά ‘σαι καλά ψυχή μου, καλοπερνάω κι εγώ τώρα 🙂 Ελπίζω κι εσύ, πάντα.

    Φιλάκι θαλασσινό και ηλιόλουστο 🙂

  3. Καλόν Αύγουστο,ωραίε Τρελέ μου! :))

  4. Καλό μήνα, ψυχούλα 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: