η συνάντηση #4 [Άρης]

ην ώρα που ο Άρης Νικολάου έφτανε στην έρημη λεωφόρο Βουλιαγμένης με το μισοφαγωμένο ντόνατ στο χέρι, το ρολόι του έδειχνε εννιά και εικοσιτέσσερα. Όταν συνειδητοποίησε πως δεν πρόκειται να περάσει ταξί, είχε πάει δέκα παρά είκοσι.
Αυτή η ερημιά ήταν ανεξήγητη. Το φροντιστήριο λειτουργούσε κανονικά. Ο Κωνσταντίνος θα πήγαινε με το αυτοκίνητο του πατέρα του. Και οι άλλοι μαθητές προφανώς. Δεν υπήρχε τίποτα που να δικαιολογεί ότι η ζωή έχει σταματήσει. Έπρεπε να κυκλοφορούν αυτοκίνητα. Κι όμως εδώ και ένα τέταρτο δεν είχε περάσει ούτε ένα.

Έβγαλε το κινητό του και κάλεσε τα ραδιοταξί της Γλυφάδας. Πάλι καλά, σκέφτηκε, που τα τηλέφωνα λειτουργούν! Η φωνή της τηλεφωνήτριας ακούστηκε φυσική όταν τον καλημέρισε και του εξήγησε ότι ένα ταξί θα περνούσε σε λιγότερο από δέκα λεπτά να τον πάρει.
Πράγματι, σε πέντε λεπτά το ταξί ήταν εκεί. «Τροίας και Πατησίων», είπε ο Άρης μπαίνοντας κι ενστικτωδώς τραβήχτηκε καθώς ο οδηγός σήκωνε το χέρι προς το τζι-πι-ες.
«Σιγά, ρε φιλαράκι, δεν θα σε χτυπήσω», είπε ο άλλος γελώντας.
«Είναι που μου θυμίσατε το μαθηματικό μου».
«Βαράει άσκημα, ε;», μπήκε στο νόημα ο ταξιτζής. «Το ‘χουν οι μαθηματικοί φαίνεται.» Κι άρχισε να του λέει μια ιστορία, απ’ την οποία ο Άρης δεν άκουσε λέξη.

Δεν έχω αέρα.

Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι το μήνυμα ήταν από κείνον. Και ήταν επίσης σίγουρο ότι βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση. Αυτό το έκαναν φανερό τόσο το περιεχόμενο του μηνύματος, όσο και το γεγονός ότι απευθυνόταν στον Άρη μετά από τόσα χρόνια…

Όταν ο Παναγιώτης Νικολάου τους άφησε, εκείνον και τη Χρυσάνθη, ο Άρης ήταν δώδεκα χρονών. Αγαπούσε πολύ τον πατέρα του, παραπάνω από το υγιές για ένα αγόρι της ηλικίας του. Ο Παναγιώτης ήταν ο θεός του από τότε… από εκείνο το περιστατικό στη θάλασσα…Κανείς δεν το ήξερε, κανείς δεν το έμαθε ποτέ. Δεν χρειάστηκε να πουν τίποτα οι δυο τους, δεν χρειάστηκε να συνεννοηθούν. Έγινε το μυστικό τους, ένας αόρατος δεσμός αναμεταξύ τους και, συγχρόνως, ένα όριο -ένα όριο ανάμεσα σ’ αυτούς και στους άλλους…
Όπου πήγαιναν, ξεχώριζαν -η Χρυσάνθη, η μητέρα του, φαινόταν δίπλα τους σχεδόν ξένη. Η δουλειά του Παναγιώτη στην κρατική τηλεόραση του άφηνε αρκετή ελευθερία και συχνά έπαιρνε το μικρό μαζί του στο γραφείο, ακόμα και σε γυρίσματα. Τέτοιες στιγμές, ο Άρης ένιωθε στην κορυφή του κόσμου.
Φίλους είχε ελάχιστους, δεν έκανε πολύ παρέα με συνομήλικούς του. Ήταν μπροστά από την ηλικία του και θεωρούσε αυτονόητο τον ηγετικό ρόλο σε οποιαδήποτε δραστηριότητα. Τα κορίτσια τον λάτρευαν. Τα αγόρια επιδίωκαν τη φιλία του κι όταν τα απέρριπτε τον φθονούσαν. Έτσι μεγάλωνε ο Άρης, σ’ έναν κόσμο που φαινόταν έτοιμος να του παραδοθεί. Κι ύστερα, μια μέρα, ο θεός του τον πρόδωσε…

Δεν ξαναμίλησαν από τότε. Μετά το διαζύγιο, ο Άρης αρνήθηκε πεισματικά οποιαδήποτε σχέση με τον πατέρα του. Αν τον ρωτούσες, δεν ήξερε να πει γιατί. Στην αρχή από ένστικτο. Είχε συνηθίσει με την επιμονή να γίνεται πάντα το δικό του –άργησε να καταλάβει ότι εδώ τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ύστερα μπήκε ο Μιχάλης, ο πατριός, στη ζωή του και, σιγά-σιγά, με τον διακριτικό του τρόπο, ανέλαβε αυτός το ρόλο του ηθικού στηρίγματος. Τώρα, στα δεκαεπτά του, ο Άρης ένιωθε πλέον άντρας. Πάει να πει, δεν είχε ανάγκη κανέναν.

«Πολύ παράξενη αυτή η ερημιά.»
Η παρατήρηση τον επανέφερε στο παρόν. Βρίσκονταν σταματημένοι στο φανάρι της Καλλιρρόης. Από καθαρή ευσυνειδησία, φυσικά, μιας που, εκτός απ’ αυτούς, δεν κινιόταν τίποτα.
«Μέχρις εδώ, ούτε ένα αμάξι.», συνέχισε ο ταξιτζής ξεκινώντας. «Ούτε και πεζό είδα. Πρόσεξες εσύ κανέναν;»
«Εε, όχι, δεν είδα. Θα υπάρχει κάποια εξήγηση βέβαια..»
«Τι να σου πω φιλαράκι», είπε ο οδηγός περνώντας με τετάρτη μπροστά απ’ τον Άγνωστο (και πολύ μοναχικό) στρατιώτη. «Στην παραλία, πάντως, υπήρχε κίνηση.»
«Αλήθεια, ε; Κι εγώ εκεί έπρεπε να βρίσκομαι τώρα.» Και, καθώς ο άλλος δεν έκανε σχόλιο, διευκρίνισε μονολεκτικά: «Φροντιστήριο».
Ο ταξιτζής γύρισε και τον κοίταξε με σεβασμό.
«Κοπάνα;»
«Οικογενειακοί λόγοι.»
«Α..»

Σε λίγα λεπτά έστριβαν Πατησίων. Περνώντας το Πεδίο του Άρεως ο ταξιτζής παρατήρησε: «Επιτέλους άνθρωποι. Εσένα περιμένουν;»
«Έτσι φαίνεται», απάντησε αυτός. Και πράγματι, έτσι φαινόταν.

Ζήτησε και κατέβηκε στην απέναντι γωνία. Του ερχόταν πολύ παράξενο να απευθυνθεί έτσι αμέσως σε δύο άγνωστους ανθρώπους κι ωστόσο, δεδομένων των συνθηκών, ήταν η μόνη λογική επιλογή.
Σκέφτηκε τι θα μπορούσε να τους πει. Να τους ρωτήσει αν περιμένουν κάτι –ήταν ολοφάνερο. Να τους ρωτήσει αν περιμένουν αυτόν –πολύ αδέξιο. Μάζεψε όλο του το κουράγιο και προχώρησε προς το μέρος τους με όσο πιο σταθερό βήμα μπορούσε.
Ένιωθε σαν ηθοποιός πάνω στη σκηνή, μια σκηνή ονείρου. Προχωρούσε κανονικά έχοντας ωστόσο διαρκώς την αίσθηση της αργής κίνησης. Πλησιάζοντας παρατηρούσε τον άντρα και τη γυναίκα. Εκείνος θα ‘ταν ίσως στην ηλικία του πατέρα του, αν και η γκριμάτσα στο πρόσωπό του που τύφλωνε ο ήλιος δεν βοηθούσε στον προσδιορισμό. Εκείνη έμοιαζε με κόρη του, ίσως λίγο μεγαλύτερη απ’ τον Άρη.
«Είμαι ο Άρης Νικολάου», είπε. Τα επόμενα λόγια που βγήκαν απ’ το στόμα του αιφνιδίασαν και τον ίδιο. «Γνωρίζει κανείς γιατί μαζευτήκαμε εδώ;»

Πρώτη αντέδρασε η κοπέλα.
«Είμαι η Ελίνα», είπε. Στο μυαλό του Άρη κάτι κουδούνισε. Η φωνή της ήταν βραχνή, αλλά δεν μπορούσε να συγκριθεί με τη βραχνάδα του άντρα όταν είπε:
«Εγώ είμαι ο Οδυσσέας. Θέλετε να πάμε στη σκιά;»

Κινήθηκαν προς το απέναντι πεζοδρόμιο. Η Ελίνα θεώρησε καλό να διευκρινίσει:
«Είμαι εδώ εξαιτίας ενός μηνύματος. Έμοιαζε με φάρσα.» Οι άλλοι δύο περίμεναν τη συνέχεια. Εκείνη κοιτούσε τώρα τον Άρη. «Δεν… Προφανώς δεν το έστειλες εσύ;»
«Έχω την κατάλληλη ηλικία, ε;», απάντησε προκλητικά εκείνος.
«Εντάξει, τι να πω, μήπως ξέρω; Εσύ ρώτησες στο κάτω-κάτω.» Ήταν φανερά ενοχλημένη. Μαλάκα, άσχημα ξεκίνησες, σκέφτηκε ο Άρης.
«Πειράχτηκες; Γι αστείο το ‘πα, βλακεία μου…»
«Αν κατάλαβα καλά», επενέβη ο Οδυσσέας, «όλοι έχουμε πάρει κάποιο μήνυμα;»
«Εγώ πήρα ένα, αλλά δεν έμοιαζε με φάρσα», είπε ο Άρης. «Εκτός αν ο πατέρας μου άρχισε τις μαλακίες στα γεράματα».
«Αν κρίνω απ’ την ηλικία σου, μιας που την ανέφερες, ο πατέρας σου δεν μπορεί να είναι γέρος», είπε η Ελίνα, δήθεν αδιάφορα.
Ατίθασο μωρό, σκέφτηκε ο Άρης. Είναι φανερό ότι κάνει παιχνίδι με τον τύπο. Και τη λένε Ελίνα…

«Κάποιος λοιπόν μας μάζεψε εδώ», συνέχισε ο Οδυσσέας. «Το ότι πιστεύεις πως αυτός ο κάποιος είναι ο πατέρας σου δεν λέει και πολλά, γιατί κι εγώ θα ορκιζόμουν για το δικό μου μήνυμα ότι προέρχεται από ένα αγαπημένο μου πρόσωπο. Εκτός…»
Αντανακλαστικά έτριψε τη μύτη και το πάνω χείλος του.
«Εκτός;», ρώτησε η Ελίνα.
«Εκτός αν το εν λόγω πρόσωπο και ο πατέρας του Άρη γνωρίζονται». Τα μάτια του είχαν γίνει δυο σχισμές. Κι αυτή τη φορά δεν έφταιγε ο ήλιος.
«Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν πιστεύω πως το δικό μου μήνυμα προήλθε απ’ τα πρόσωπα που λέτε», είπε εκείνη και βυθίστηκε σε μια προβληματισμένη σιωπή.
Σιωπή που έσπασε ο Άρης δείχνοντας κάπου στο δρόμο: «Ίσως αυτός που έρχεται μας λύσει την απορία.»

Και πράγματι, για άλλη μια φορά ένα ταξί φαινόταν να μπαίνει απ’ την οδό Μάρνη στην Πατησίων. Στοιχισμένοι και οι τρεις, ο ένας δίπλα στον άλλο, παρακολουθούσαν τώρα το ταξί να πλησιάζει. Αυτή τη φορά το αυτοκίνητο σταμάτησε ακριβώς δίπλα τους. Για λίγο δεν έγινε καμία κίνηση, καθώς ο άγνωστος πλήρωνε προφανώς για την κούρσα. Η ανυπομονησία των τριών είχε χτυπήσει κόκκινο. Η Ελίνα ενστικτωδώς είχε πιάσει το μπράτσο του Άρη και το έσφιγγε. «Συγγνώμη», μουρμούρισε ντροπιασμένη.
Δεν πρόλαβε να της απαντήσει. Η πίσω πόρτα άνοιξε και κατέβηκε μια κοπέλα. Σχεδόν ταυτόχρονα άνοιξε και η μπροστινή πόρτα απ’ όπου εμφανίστηκε το ξυρισμένο κεφάλι ενός άντρα. Σαν σε αργή κίνηση ο άντρας βγήκε κλείνοντας πίσω του την πόρτα και το ταξί απομακρύνθηκε. Οι νεοφερμένοι βρέθηκαν να κοιτάζονται με τους «παλιούς», χωρίς κανείς να αποφασίζει να μιλήσει.

Ύστερα, ένας κινητήρας ακούστηκε να βάζει μπροστά και όλοι τινάχτηκαν ξαφνιασμένοι. Μισό τετράγωνο παρακάτω, ένα φορτηγάκι «Βαν» που φαινόταν τόση ώρα παρκαρισμένο, ξεκόλλησε από το πεζοδρόμιο πλησιάζοντας αργά προς το μέρος τους. Ένα παράθυρο κατέβηκε κι ένας μουσάτος νεαρός τους έριξε την ατάκα, σαν πέναλτι εκτελεσμένο στο γάμα.
«Τώρα που μαζευτήκατε οι πέντε, μπορούμε να ξεκινήσουμε;»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: