η συνάντηση #3 [Αλεξάνδρα]

χει η ζωή σχέδιο; Υπάρχουν δυνάμεις, άγνωστες, αόρατες δυνάμεις, που καθορίζουν τα βιώματα και τις επιλογές μας; Τους ανθρώπους που συναντάμε, τις ξαφνικές μεταστροφές μας, τα φαινομενικά ασήμαντα λάθη μας;
Είναι τα συμβάντα της ζωής μας το αποτέλεσμα της συνάντησης της προσωπικής μας ιστορίας με τις προσωπικές ιστορίες των άλλων; Και ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος της τύχης; Υπάρχει τύχη; Ή, μήπως, τα πάντα κατευθύνονται από κάποιον παράγοντα άγνωστο, ακόμα και στα σαΐνια της σύγχρονης επιστήμης; Κι αυτός ο παράγοντας, αν υποθέσουμε ότι υπάρχει, πού βρίσκεται; Έξω ή μέσα μας;

Ωχ, Αλεξάνδρα, κορίτσι μου, τι φιλοσοφίες είναι αυτές πρωί-πρωί; Χαλάρωσε λίγο, απόλαυσε το δρόμο, τον απολύτως έρημο δρόμο χωρίς την παραμικρή υπόνοια κυκλοφορίας. Πότε θα την ξαναδείς έτσι την πόλη σου; Απόλαυσε τη δροσιά, απόλαυσε τη μουσική, πότε θα σου ξανατύχει ταξιτζής που ακούει Μότσαρτ; Ή ο,τιδήποτε είναι αυτό που ακούγεται; Ακόμα κι εσύ, που συνήθως βρίσκεις την κλασσική μουσική βαρετή, αυτή τη στιγμή νιώθεις πως δεν θα ‘θελες τίποτε άλλο: να κάθεσαι βυθισμένη στο δερμάτινο κάθισμα, πίσω από αυτό το θαύμα της φύσης, απολαμβάνοντας ένα κουαρτέτο εγχόρδων.

Από όποια πλευρά κι αν το δεις πάντως, η σημερινή φάση μοιάζει σκηνοθετημένη, τα πάντα μοιάζουν οργανωμένα σαν μέρος ενός αόρατου σχεδίου. Πώς το έλεγε εκείνο το βιβλίο που σου έκανε δώρο ο Φοίβος και που δεν κατάφερες ποτέ να τελειώσεις: σαν μια μπερδεμένη, πολύπλοκη εικόνα πάνω στο χαλί, της οποίας το σχέδιο δεν μπορείς να ξεδιαλύνεις και που ωστόσο κάποιος κατασκεύασε γνωρίζοντας ακριβώς τι απεικονίζει.

Η κυρά-Αλεξάνδρα, για παράδειγμα, το ξωτικό της γειτονιάς. Η γεροντοκόρη κουτσομπόλα που, δυο χρόνια τώρα, άγνωστο γιατί, σ’ έχει υπό την προστασία της. Ίσως λόγω της συνωνυμίας σας. Πόσο τυχαία μπορεί να θεωρηθεί η πρωινή της εμφάνιση; Κατ’ αρχάς, σε κατευθύνει να βρεις το σημείωμα του αγνώστου στο γραμματοκιβώτιο. Στη συνέχεια…

… η συνέχεια είναι το πιο απίστευτο, ένα από τα πιο απίθανα που σου έχουν συμβεί.

«Κυρ’ Αλεξάνδρα, πρέπει να φύγω!»
«Πού θα πας κορίτσι μου μες στην ερημιά, στην κατάστασή σου;»
«Η κατάστασή μου είναι μια χαρά. Αφού σου είπα, γατί δεν με πιστεύεις;»
Η φωνή της Αλεξάνδρας, ανεβασμένη μερικά ημιτόνια, πρόδιδε την ταραχή και την ανυπομονησία της. Η άλλη, το χαβά της.
«Άκουσε να δεις κοριτσάκι μου. Είσαι πολύ μικρή για να με κοροϊδέψεις εμένα. Εγώ παιδιά δεν έχω –ξέρω όμως! Κι όταν λέει η κυρ’ Αλεξάνδρα πως έχεις στην κοιλιά σου παιδί, να ‘σαι σίγουρη σα να το άκουσες να σαλεύει. Έλα πάμε μέσα!»
«Μα πρέπει να φύγω σου λέω!»
Της έλεγε, αλλά την ακολουθούσε σαν υπνωτισμένη.
«Μπες και σώπα! …Κάθισε καλή μου…, έτσι μπράβο! Για να δούμε τώρα…»
Πήγαινε κι ερχόταν ανακατεύοντας τα τσουμπλέκια της και μιλώντας ακατάπαυστα. Η Αλεξάνδρα, που στην αρχή παρακολουθούσε σα χαμένη, βυθιζόταν σιγά-σιγά σε μια νιρβάνα παραίτησης. Ένιωθε τόσο κουρασμένη, τόσο αβοήθητη…
«Πώς τον πίνεις, λέω…»
«Ποιον;»
«Τον καφέ, λέω, πώς τον πίνεις;»
«Εε, μέτριο»
Την άφησε να φτιάχνει καφέ. Τι να της πει; Έτσι θα ησύχαζε λίγο. Θα την άφηνε λίγο να σκεφτεί, να βάλει τις ιδέες της σε μια τάξη.

Το σημείωμα! Η κάρτα με τον πελαργό που φέρνει το μωρό. Ποιος την είχε ρίξει στο γραμματοκιβώτιό της; Όποιος και να ‘ταν, θα πρέπει να ήξερε για την εγκυμοσύνη της. Μια εγκυμοσύνη που μέχρι χθες βράδυ την αγνοούσε και η ίδια. Πώς μπορούσε αυτός να ξέρει και μάλιστα να υπονοεί ότι… ότι γνώριζε ποιος… όχι, δεν γίνονται αυτά τα πράγματα! Απλά, δεν γίνονται!

«Ορίστε το καφεδάκι! Στάσου να σου φέρω και νερό. Μια γουλιά θα πιεις μόνο… απ’ τον καφέ εννοώ. Αν θέλεις μετά θα σου φτιάξω άλλον.»
«Εε, δεν πειράζει… Εξάλλου πρέπει να φύγω», είπε προσπαθώντας ν’ ακουστεί αποφασισμένη.
«Όλο στο φευγιό έχεις το μυαλό σου. Πού θες να πας; Εκεί που σου γράφει ο προκομμένος;»
«Ποιος… Ωχ, κυρ’ Αλεξάνδρα, όλα θέλεις να τα μαθαίνεις!»
Η άλλη την κοίταξε πονηρά αλλά δεν επέμεινε. Άφησε ένα ποτήρι νερό μπροστά της και βγήκε απ’ το δωμάτιο. «Τώρα, έρχομαι», ακούστηκε η φωνή της. «Μια γουλιά μόνο!» Τι παράξενη γυναίκα!

Τροίας και Πατησίων… Πού ακριβώς είναι αυτό; Και τι υπάρχει εκεί; Ήταν φρόνιμο να πάει μόνη της; Αλλά και με ποιον άλλον;
Ήπιε μια γουλιά καφέ κι έβγαλε τα τσιγάρα της. Τι είχε πει το πρωί; Ότι αν βγει το τεστ θετικό θα πρέπει να το κόψει. Όμως δεδομένης της κατάστασης… Αχ, γιατί έπρεπε να γίνει έτσι, γιατί ρε γαμώτο;

«Φτού σου…! Καλέ! Καλά και σε πρόλαβα», ήρθε φουριόζα η κυρά-Αλεξάνδρα να της αρπάξει το φλιτζάνι, την ώρα που ετοιμαζόταν να το βάλει στο στόμα της. «Δεν σου είπα μόνο μια γουλιά;»
«Κυρ’ Αλεξάνδρα, τι κάνεις; Γιατί μου παίρνεις τον καφέ;»
«Κοίτα τη δουλειά σου! Α, μα έπρεπε να σου πάρω και το τσιγάρο!» Και χαμηλώνοντας τον τόνο της: «Δεν είναι σωστό να καπνίζεις τώρα.»
Από κει και μετά, η Αλεξάνδρα την έχασε. Με μαεστρία βιρτουόζου η άλλη, έχυσε τον καφέ, τουμπάρισε το φλιτζάνι στο πιατάκι, τράβηξε την καρέκλα, έκανε κάτι παράξενες υποκλίσεις λέγοντας παράξενα λόγια, φόρεσε τα γυαλιά της, σήκωσε το φλιτζάνι κι άρχισε να κοιτάζει μια μέσα του και μια την Αλεξάνδρα, μουρμουρίζοντας και στραβώνοντας τα χείλη της. Ύστερα…

«Τέσσερις αρσενικούς βλέπω… Τον έναν στην κοιλιά σου.» …Ωχ!
«Ταξίδι μεγάλο βλέπω… Είναι και μια τσούπρα, μελαχρινή… κόντρα μεγάλη να ‘χετε κι αντιζηλία βλέπω…» Ξανά ματά, ωχ!

«Κυρ’ Αλεξάνδρα, αυτοί οι τρεις…», αποτόλμησε κι ευθύς η άλλη την αποπήρε.
«Σσστ! Εγώ μιλάω! Ό,τι βλέπω, θα στο πω. Τα υπόλοιπα θα τά βρεις μοναχή σου.»
Έτσι, απόμεινε να την παρακολουθεί σαν τον πιστό π’ ακούει το κήρυγμα. Πού και πού πήγαινε να την πιάσει νευρικό και το ‘πνιγε. Όσο να ‘ναι, η περιέργεια ήταν ισχυρότερη.

«Τους δυο τούς γνωρίζεις. Ο τρίτος σου είναι άγνωστος. Όλοι μαζί κινάτε για ταξίδι, μα μόνον ένας φτάνει…» Σταμάτησε σμίγοντας τα φρύδια. Έβγαλε τα γυαλιά της, τα σκούπισε… Το βλέμμα της συγκεντρώθηκε για λίγο με τρομερή ένταση, ύστερα φάνηκε να εγκαταλείπει την προσπάθεια.
«Αυτά βλέπω μόνο», απολογήθηκε.
Η Αλεξάνδρα έκανε να μιλήσει, αλλά η άλλη την έκοψε.
«Σώπα, δεν έχουμε καιρό». Της πήρε το χέρι και το ‘σφιξε στα γέρικα δικά της. «Δεν μ’ αρέσανε αυτά που είδα… γι’ αυτό θέλω να σου δώσω μια συμβουλή. Θα μ’ ακούσεις;» Φαινόταν συγκινημένη.
«Σ’ ακούω, κυρ’ Αλεξάνδρα, όλα όσα μου λες τ’ ακούω. Κι ας μην καταλαβαίνω καλά γιατί μου τα λες.»
«Στα λέω γιατί κι εμένα με παράτησε κάποτε ο λεγάμενος φουσκωμένη. Γι’ αυτό στα λέω. Για να μην καταλήξεις σαν κι εμένα.»
Συγκινημένη τώρα και η Αλεξάνδρα σηκώθηκε και την αγκάλιασε. Ακούστηκε ένα κορνάρισμα.
«Ήρθε το ταξί σου.» Τι της έλεγε;
«Το ταξί μου; Δεν κάλεσα ταξί.»
«Κάλεσα εγώ. Αν δεν έχεις λεφτά, να σου δώσω.»
«Σ’ ευχαριστώ, μα δεν χρειαζόταν. Θα κατέβαινα στο δρόμο…»
«Και δε θα ‘βρισκες τίποτα. Κι αν έβρισκες θα φοβόσουν να μπεις. Άντε, φτάνουν οι αγκαλιές, πήγαινε τώρα…»
Τη φίλησε και πήγε στην πόρτα. Τελευταία στιγμή το θυμήθηκε.
«Τη συμβουλή, κυρά-Αλεξάνδρα.»
Η άλλη την κοίταξε σα να μην καταλαβαίνει. Ύστερα κούνησε το κεφάλι της.
«Το ταξίδι», είπε. «Δες το σα να είναι το δικό σου ταξίδι.» Η Αλεξάνδρα δεν κουνήθηκε. «Θα είναι κι άλλοι εκεί. Όμως το ταξίδι είναι το ΔΙΚΟ ΣΟΥ ταξίδι. Κατάλαβες; Πήγαινε τώρα.»

Και να που βρισκόταν μέσα στο ταξί πηγαίνοντας στο άγνωστο και ακούγοντας Μότσαρτ. (Ή μήπως ήταν Βιβάλντι; )

«Σας ενοχλεί η μουσική, μις;» Ε, αυτό πια!
«Δεν μ’ ενοχλεί καθόλου. Μ’ αρέσει.»
Ο υπερτραφής άνδρας κούνησε το κεφάλι ικανοποιημένος. Ταξίδι…
Τρεις αρσενικοί, λέει. Τρεις…

Υπάρχει Τρίτος.

Κατάλαβε ότι ο οδηγός τη ρωτούσε κάτι.
«Συγγνώμη, τι μου είπατε;»
«Αυτόν τον κακομοίρη, λέω, να τον πάρουμε; Ό,τι μου πείτε εσείς.»
«Δεν υπάρχει πρόβλημα. Αν δεν μας βγάλει απ’ το δρόμο μας…»
Όμως ο άνδρας δεν είχε κανένα σκοπό να τους βγάλει απ’ το δρόμο τους.
«Τροίας και Πατησίων, φτάνουν πέντε ευρώ;» Ο ταξιτζής έβαλε τα γέλια.
«Συνεννοημένοι είσαστε;»

Οι συμπτώσεις που λέγαμε, σκέφτηκε η Αλεξάνδρα. Φαίνεται πως ακόμα δεν έχουμε δει τίποτα.

Και, φυσικά, είχε δίκιο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: