η συνάντηση #2 [Ελίνα]

εν την χωρούσε το σπίτι.

Η Ελίνα (Μαριλένα) Μακρή δεν ήταν ο πιο υπομονετικός, ούτε και ο πιο ψύχραιμος άνθρωπος του κόσμου. Απ’ τη στιγμή που διάβασε εκείνο το mail –και αφού μίλησε με την Ειρήνη, την κολλητή της- την έβλεπες να πηγαινοέρχεται από δωμάτιο σε δωμάτιο μιλώντας μοναχή της, ενώ ταυτόχρονα ντυνόταν, γδυνόταν και ξαναντυνόταν.
«Ποιος είναι αυτός ο πούστης και να ‘ξερα!»
Το πρόβλημα δεν ήταν βέβαια μόνο ποιος ήταν ο «πούστης», αλλά και πώς ήξερε αυτό που ήξερε. Είχε κάποιο στοιχείο; Μήπως απλά το είχε μαντέψει και τώρα έριχνε άδεια για να πιάσει γεμάτα; Και τι σημασία, στην τελική, είχαν τα στοιχεία; Η υπόνοια και μόνο της έφτανε. Αν κυκλοφορούσε…

Η διπλή διαδικτυακή της ταυτότητα, αυτό ήταν το μεγάλο μυστικό της Ελίνας. Το γεγονός ότι η Σειρήνα, αυτή η πασίγνωστη περσόνα στους παροικούντες την ελληνική μπλογκόσφαιρα (και όχι μόνο, αφού τα μπλογκς ήταν μία συνιστώσα μόνο της παρουσίας της στο ελληνόφωνο Ίντερνετ), δεν ήταν παρά ένα ψευδώνυμο της ίδιας της Ελίνας! Και ποιο ήταν το πρόβλημα σ’ αυτό; Μεγάλο, πολύ μεγάλο πρόβλημα κι αυτό το καθίκι το ήξερε! Γι’ αυτό της έγραφε με τέτοια σιγουριά και αλαζονεία: «Καλημέρα Σειρήνα-Ελίνα! Ραντεβού Τροίας και Πατησίων, Τετάρτη 27 Ιουλίου». Ραντεβού!
«Και πώς το κατάλαβε; Γιατί, να τα έμαθε από κάπου, αποκλείεται! Μόνον εγώ και η Ειρήνη το ξέραμε. Πού είναι το σουτιέν του μαγιό; Ελίνα, έχεις χαζέψει! Πού είναι κι αυτό το μαλακισμένο, πού το άφησα;»
Το «μαλακισμένο» ήταν το ασύρματο, που ακουγόταν να χτυπάει από κάποιο απροσδιόριστο σημείο του σπιτιού. Το βρήκε ακριβώς κάτω από το σουτιέν.
«Έλα Ρηνιώ, όχι μωρό μου, δεν έβρισκα το τηλέφωνο. Τι έγινε; … Η μικρή; … Καλά κορίτσι μου, μη στεναχωριέσαι, όκευ, ναι, τα λέμε όταν γυρίσεις.» Εκνευρισμένη, πέταξε τη συσκευή πάνω στο κρεβάτι. Ντροπιασμένη εκείνη, κρύφτηκε μέσα στα σεντόνια.

Τώρα έπρεπε να συμβεί και τούτο; Τι πρόβλημα κι αυτά τα μικρά! Όλο και κάτι θα σου βγάζανε –πότε πυρετούς, πότε δερματικά… Και σήμερα ήταν η μέρα δύσκολη. Ό,τι κι αν προέκυπτε δεν σήκωνε αναβολές, ερχότανε βλέπεις ο ρημαδοτυφώνας και κανείς δεν ήξερε ούτε το πότε ούτε το πού θα χτυπήσει. Ό,τι κι αν προέκυπτε…
Φόρεσε μηχανικά το υπόλοιπο μαγιό, την κοντή της φούστα και μια εξώπλατη μπλούζα που έδενε με κορδόνι στο λαιμό, λες και θα πήγαινε στην παραλία. Πήρε και την ψάθινη του ώμου, έριξε μέσα κλειδιά, πορτοφόλι, τσιγάρα, αποσμητικό και βγήκε σε στυλ «στη βράση κολλάει το σίδερο –θέλω να δω ποιος είσαι, ρε μαλάκα!» Μπήκε στο παλιό Φιέστα και ξεκίνησε φουριόζα για το Πεδίο του Άρεως.
«Κάνα μαλακισμένο θα είναι, ρε πούστη, κάνα μυξιάρικο και θα γελάμε…»

Μέσα σε δέκα λεπτά είχε κιόλας φτάσει στο κέντρο. Άδειοι οι δρόμοι. Από Ομόνοια έπιασε Τρίτης Σεπτεμβρίου, έστριψε Μάρνη και μπήκε Πατησίων εν πλήρη δόξει. Πέρασε την Τροίας: κανείς! Εμ, βέβαια, τι περίμενες ρε κολλητή; Να σου κουνάνε μαντήλι;
Παρκάρισε στο επόμενο τετράγωνο και το ‘κοψε με το πόδι. Όσο πλησίαζε στο σημείο συνάντησης επιβράδυνε ασυναίσθητα, ώσπου, λίγο πριν τη γωνία, σταμάτησε τελείως. Καλέ, τι ερημιά ήταν αυτή; Αγριευόσουνα, η γυναίκα! Δεν ήταν λογικό, όχι, καθόλου. Ούτε λογικό, ούτε και φρόνιμο.
Μια ταραχή την κυρίευσε. Άνοιξε την τσάντα, έβγαλε το πακέτο, κοίταξε γύρω της. Σκατά! Στηρίχτηκε στον τοίχο κι άναψε τσιγάρο.

Τι νόημα είχε τώρα αυτό που έκανε; Έπρεπε να σκεφτεί, να σκεφτεί ψύχραιμα. Τι ήθελε αυτός ο αλήτης, τι μπορούσε να θέλει απ’ αυτήν; Ένα σωρό πράγματα, εδώ που τα λέμε… Το πιθανότερο; Να τη γνωρίσει, να παίξει μαζί της, να πουλήσει μούρη. Αυτό δεν θέλουν συνήθως οι άνθρωποι; Να νιώσουν σπουδαίοι. Ας τον έκανε λοιπόν να νιώσει σπουδαίος με την ανταπόκρισή της, παρά με το ν’ αρχίσει αυτός να βγάζει βρώμες εις βάρος της. Ναι, έτσι έπρεπε να κάνει…
Αν όμως ήτανε κανένας ψυχάκιας, σαν αυτούς που βλέπουμε στις ταινίες; Βέβαια, στην περίπτωση που είχε κάτι κακό στο μυαλό του, εδώ θα της έδινε ραντεβού; Σε τόσο κεντρικό σημείο; Ή μήπως μπορούσε να προβλέψει την κατάσταση και το έκανε επίτηδες για να μην την τρομάξει; Θεέ μου, τι μπέρδεμα!

Προσπάθησε να κυριαρχήσει στον εαυτό της, ελέγχοντας την αναπνοή της. Πέταξε το τσιγάρο και πέρασε το χέρι απ’ τα μαλλιά της τινάζοντάς τα προς τα πίσω, μια κίνηση που συνήθιζε.
Σαν την τρελή έφυγε απ’ το σπίτι, ίσα που πρόλαβε να βάλει λίγη μάσκαρα. Έτσι κι αλλιώς, σπάνια έκανε κάτι παραπάνω. Αυτό ήταν το στυλ που της πήγαινε, το ελεγχόμενα ατημέλητο. Έκανε μισό βήμα προς την οδό Τροίας…
Όχι, ήταν λάθος! Έκανε επιτόπου μεταβολή και (τι στο…;; ) έπεσε με φόρα πάνω σε (κάτι; ) κάποιον που ερχόταν καθώς φαίνεται ίσια πάνω της. Έβγαλε μια κραυγή. Ο άλλος τινάχτηκε και λίγο έλειψε να πέσει. Από τα χέρια του κάτι γλίστρησε με κρότο στο πεζοδρόμιο. Ασυναίσθητα έσκυψε απολογούμενη και το σήκωσε. Ένα κράνος. Καθώς ανασηκωνόταν είδε τον άλλο να σκύβει και τινάχτηκε, το κράνος έσκασε κάτω και πάλι με τον υπόκωφο ήχο που σου λέει πως έχεις γελοιοποιηθεί τελείως. Τούτη τη φορά έσκυψαν ταυτόχρονα, τα κορμιά τους συναντήθηκαν, εκείνος προσπάθησε ευγενικά να τη στηρίξει.
«Κάτω τα χέρια σου!»
Έμειναν και οι δύο άναυδοι να κοιτάζονται. Πολύ τυπάς γαμώτη μου, λίγο μεγάλος βέβαια, αλλά πολύ μανάρι -κι αυτή είχε γίνει ρόμπα. Εντελώς.
«Συγγνώμη, δεν ξέρω τι… εγώ φταίω. Περιμένω…»
Άφησε τη φράση μετέωρη.
«Τι περιμένετε, δεσποινίς;»
Η φωνή του ήταν βαθιά και πολύ (πολύ!) μπάσα.
«Εε, περιμένω, δηλαδή ήταν να συναντηθώ εδώ μ’ ένα πρόσωπο που…»
«…δεν σας είναι συμπαθές;», τη βοήθησε.
«Καθόλου! Δεν φαντάζομαι να…» Δαγκώθηκε. Συνέχιζε να γελοιοποιείται. Συστηματικά και κατ’ εξακολούθηση.
«Να…; » Τον κοίταζε συντετριμμένη.
«Όχι, τίποτα. Συγγνώμη, δεν ξέρω τι έχω πάθει.» Και του έσκασε ένα από τα γοητευτικά χαμόγελα, αλά Ελίνα. «Είναι κι αυτή η ερημιά. Φαίνεται πως κανείς δεν κυκλοφορεί σήμερα, εκτός…»
«Εκτός από μας τους δυο, ε;» Ο άγνωστος άντρας φαινόταν να το διασκεδάζει. «Είναι πράγματι παράξενο.»
«Λέτε;» Η Ελίνα άρχιζε σιγά-σιγά να ξεθαρρεύει. «Για να πω την αλήθεια, αν δεν είχα αυτό το… την υποχρέωση, ούτε που θα το σκεφτόμουν να κατέβω στο κέντρο. «Φαντάζομαι ότι δεν δουλεύει τίποτα. Οι υπηρεσίες κλειστές, ο περισσότερος κόσμος λείπει…»
Ο άντρας φάνηκε να το σκέφτεται.
«Απ’ την άλλη πάλι», συνέχισε εκείνη, «υπάρχουν οι εκπτώσεις, οι τουρίστες…»
«Έχετε δίκιο», της απάντησε. «Δεν ακούγεται λογικό, οι τουρίστες να τρόμαξαν απ’ την ειδησεογραφία και να κλειδώθηκαν στα ξενοδοχεία τους. Και οι δημόσιοι υπάλληλοι –εγώ ας πούμε- έχουν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να ασχοληθούν με άλλες δουλειές… ή με τις εκπτώσεις.»
Στο σημείο αυτό ήταν η σειρά του να χαμογελάσει –ένα χαμόγελο πολύ γλυκό, αλλά και ανδροπρεπές μ’ έναν εντελώς δικό του τρόπο. Καθώς μιλούσαν είχαν μηχανικά κινηθεί και οι δύο προς τη συμβολή των δρόμων και τώρα στέκονταν αμήχανα κάτω από την πινακίδα που πληροφορούσε τους περαστικούς ότι η συγκεκριμένη πάροδος της Πατησίων ήταν η οδός Τροίας. Ο άντρας έβγαλε ένα πακέτο άφιλτρα τσιγάρα και της πρότεινε διστακτικά.
«Ευχαριστώ, έχω τα δικά μου, τα ελαφριά», του απάντησε, ανοίγοντας πάλι την τσάντα της.

Έμειναν να στέκονται εκεί καπνίζοντας, δυο άγνωστοι, ο ένας δίπλα στον άλλο, σαν στρατιώτες που απολαμβάνουν μια προσωρινή κατάπαυση πυρός. Εκείνη να αναρωτιέται αν έχει κάποιο νόημα να περιμένει, αλλά με διάθεση σαφώς ανεβασμένη λόγω της απρόσμενης, ευχάριστης εξέλιξης και εκείνος ξαφνικά σοβαρός και (ανήσυχος; ) απόμακρος. Το ταξί που εμφανίστηκε στη διασταύρωση της οδού Μάρνη τράβηξε την προσοχή τους.
«Έχουμε παρέα», είπε ο Οδυσσέας, καθώς το κίτρινο όπελ, αφού πέρασε τα φανάρια, συνέχισε κινούμενο επί της Πατησίων χωρίς να αναπτύσσει ταχύτητα. Η Ελίνα κούνησε το κεφάλι της.

Όλη η σκηνή είχε κάτι το απόκοσμο. Ο άντρας και η γυναίκα λουσμένοι στο πρωινό φως, χωρίς να επιζητούν τη σκιά που έριχναν άφθονη τα κτίρια γύρω τους. Και το ταξί να πλησιάζει αργά, λες και το σκηνοθετούσε ο Μπράιαν ντε Πάλμα. Θα ‘λεγε κανείς πως (η Ελίνα ανατρίχιασε) ερχόταν εκεί, γι’ αυτούς!

Και πράγματι, σταμάτησε στην απέναντι γωνία. Από μέσα κατέβηκε ένας νεαρός. Μαθητής; Φοιτητής; Έδειχνε αποπροσανατολισμένος αλλά όχι αμήχανος. Έμεινε να τους κοιτάζει για λίγη ώρα, ύστερα με αποφασιστικό βήμα κατευθύνθηκε προς το μέρος τους. Σαν έκπτωτος άγγελος, πρόλαβε να σκεφτεί η Ελίνα, καθώς ο Άρης έμπαινε στο φως και τα ξανθά μαλλιά του μεταμορφώνονταν σε χρυσό φωτοστέφανο. Τα μάτια του φάνηκαν να πηγαίνουν προς τον άντρα, αλλά τελικά καρφώθηκαν πάνω της. Η φωνή του ήταν σταθερή, φωνή ανθρώπου μαθημένου να προκαλεί την προσοχή, όταν έλεγε:
«Είμαι ο Άρης Νικολάου. Γνωρίζει κανείς γιατί μαζευτήκαμε εδώ;»

Advertisements

4 Σχόλια to “η συνάντηση #2 [Ελίνα]”

  1. Θέλω κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο…ΤΩΡΑ!!! :))

    Αχ,τι κάνεις! Δεν υπήρχε περίπτωση,αν οι συνέχειες ήταν συγκεντρωμένες σε κάποιο βιβλίο,να μην το είχα διαβάσει σε ένα απόγευμα!!!

    φιλάκι,Τρελέ μου 😉

  2. Εμ, έτσι είναι οι επιφυλλίδες, ψυχή μου, αυτό το σπαστικό «συνεχίζεται» είναι μέρος της γοητείας τους 🙂

    Τα βιβλία μυστηρίου κι εγώ με μια ανάσα τα διαβάζω και μετά το μετανιώνω. Εκτός αν έχω και δεύτερο..

    Πολλά φιλιά (η συνέχεια, πολύ σύντομα 🙂 )

  3. To έχω διαβάσει αρκετές φορές ως τώρα και αυτό που με μαγεύει κάθε φορά είναι το χρώμα της γραμματοσειράς. Είμαι τρελή; Αισθάνομαι πως ταιριάζει απόλυτα με το κείμενο, με κάνει να θέλω να το ξαναδιαβάζω… αει στο καλο! 🙂

  4. Αν το διάβασες μια φορά όλο, είσαι υπομονετική. Αν το διάβασες παραπάνω τότε, ναι, είσαι τρελή και είμαστε τουλάχιστον δύο εδώ μέσα 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: