η συνάντηση #1 [Φώτης]

περίληψη προηγούμενου κεφαλαίου: πέντε διαφορετικοί άνθρωποι λαμβάνουν ένα μήνυμα από άγνωστο αποστολέα, όπου τους ορίζεται ένας τόπος συνάντησης και μια ημερομηνία: 27 Ιουλίου. Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος και τι σχέση έχει με τους ήρωες της ιστορίας μας; Πώς κατάφερε να τους πείσει να παραστούν σε ένα ραντεβού που μοιάζει με φάρσα -και μάλιστα μια μέρα, κατά τη διάρκεια της οποίας αναμένεται να χτυπήσει την Ελλάδα ένας τυφώνας (!) με το συμβολικό όνομα «Ιφιγένεια»;

νάθεμά σας για λάστιχα! Πετάχτηκε από την ανοιχτή πόρτα στο δρόμο. Με τ΄ αλάρμ αναμμένα και το ενοχλητικό αίσθημα της επικείμενης καταστροφής. «Δεν το πιστεύω!» Κάθε φορά που του τύχαινε κάποια αναποδιά πάντα το ίδιο. «Δεν το πιστεύω, μαλάκα, δεν το πιστεύω!» Στην πραγματικότητα, βέβαια, το πίστευε. Πίστευε (ήθελε να πιστεύει; ) στη νομοτέλεια των πραγμάτων, ότι τα πάντα γίνονται για κάποιο λόγο. Όπως μ’ εκείνη την κοπέλα τον περασμένο μήνα, στο γραφείο.
Πώς του ήρθε πάλι αυτό; Δεν είχε καιρό να σκεφτεί την κοπέλα. Έπρεπε να βγάλει το γρύλο όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Όμως το ήξερε καλά, έτσι δεν είναι, το ήξερε πολύ καλά ότι ο γρύλος ήταν χαλασμένος, στα δικά του χέρια είχε στραβώσει την προηγούμενη φορά. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά. Δεν κοίταξε κάπου συγκεκριμένα, όμως το μυαλό του κατέγραψε ανόρεχτα την εικόνα της οδού Πειραιώς, παράλογα άδειας αυτή την ώρα, μια εικόνα συννεφιασμένη και αλλόκοτη. Συννεφιασμένη, οπωσδήποτε, αυτό ήταν αυταπόδεικτο. Αλλά μόνο κατά το ήμισυ. Δυστυχώς αυτό το ήμισυ ήταν στην απέναντι μεριά του δρόμου, στην κάθοδο προς Πειραιά. Το κομμάτι όπου αυτός ίδρωνε και ξεφυσούσε, το κομμάτι της ανόδου προς Αθήνα, ήταν λουσμένο στο πρωινό φως.

(Δεν χρειάστηκες πολύ σκέψη, Φώτη Καλοφωτιά, για να βγεις στο δρόμο. Την ώρα που ο περισσότερος κόσμος, ειδικά οι δημόσιοι όπως εσύ, κάθεται στο σπίτι του και παρακολουθεί τις μετεωρολογικές εξελίξεις από την τηλεόραση, εσύ τρέχεις στο άγνωστο με βάρκα την… αυτό το σαράβαλο. Τι έλεγε εκείνο το μήνυμα που τόσο πολύ σε αναστάτωσε, ώστε να τα παρατήσεις όλα –ούτε τα γυαλιά και τους καφέδες απ’ το σπασμένο φλιτζάνι δεν μάζεψες- και να τρέξεις σ’ ένα παράλογο ραντεβού, αν μπορείς να το πεις έτσι, με κάποιον ανώνυμο, χωρίς καν συγκεκριμένη ώρα συνάντησης; Μόνο μια διεύθυνση και μια ημερομηνία.
Αυτό με την ημερομηνία ήταν που σε εντυπωσίασε περισσότερο. Το μήνυμα είχε σταλεί μήνες πριν. Μια μέρα αργότερα αν ενεργοποιούσες το τηλέφωνο… Κι όμως, λες και κάτι σε έσπρωξε, κάτι σε παρακίνησε πρωί-πρωί, πριν καλά-καλά ανοίξεις τα μάτια σου, να ψάξεις να βρεις το παροπλισμένο κινητό τηλέφωνο, το ξεχασμένο στον πάτο ενός συρταριού και να το ανοίξεις. Τι ήταν αυτό το κάτι; )

Θα τη θυμάσαι ετούτη τη στιγμή. Ναι, βέβαια… Γιατί το σκέφτηκε πάλι αυτό; Την ίδια σκέψη είχε κάνει και… Δεν θα την έλεγες σκέψη. Μάλλον σα να μιλούσε η εικόνα, αυτή η αλλόκοτη, συννεφιασμένη εικόνα (ή μήπως έπρεπε να πει: αυτή η αλλόκοτα συννεφιασμένη εικόνα; ) Σα να μιλούσε η σκόνη –το κέρατό μου!– ή το σκασμένο λάστιχο ή οι μύτες των παπουτσιών του. Κοιτούσε τις μύτες των παπουτσιών του! Τίναξε το κεφάλι να διώξει την αδράνεια. Ύστερα τίναξε τα μαλλιά του, θυμήθηκε ότι δεν είχε μαλλιά γιατί τα είχε ξυρίσει την περασμένη βδομάδα, έτριψε τη μύτη του, ανοιγόκλεισε τα μάτια και κλότσησε ένα χαλίκι που χτύπησε δυνατά το ήδη μισοδιαλυμένο τάσι της πίσω αριστερής ρόδας, χωρίς αυτό να βελτιώσει στο ελάχιστο ούτε την κατάσταση της ρόδας ούτε τη δική του. Η αδράνεια ήταν πάντα εκεί, αγέρωχη.
Κάπου παρακάτω, προς Ταύρο-Μοσχάτο ήξερε πως υπήρχαν βουλκανιζατέρ. Θα ήταν ανοιχτά όμως; Και πως θα πήγαινε ως εκεί. Το λάστιχο ήταν εντελώς κλαταρισμένο κι ήταν μπροστινό. Έπρεπε να καλέσει οδική βοήθεια. όμως δεν ήταν γραμμένος κι εξάλλου δεν είχε καιρό. Έπρεπε να πάει στο γαμημένο το ραντεβού, έπρεπε να μάθει –να μάθει τι;

Κοίταξε το δρόμο, πάνω-κάτω. Εντάξει, ήταν τέλος Ιουλίου, δεν έπαυε ωστόσο να είναι καθημερινή. Αυτή η ερημιά ήταν αφύσικη. Στο κάτω-κάτω, ο ιδιωτικός τομέας υποτίθεται ότι λειτουργούσε. Ύστερα, οι συγκοινωνίες; Δεν μπορεί να ήταν εκτός λειτουργίας, δεν είχε ακούσει τίποτα σχετικό. Και τα ταξί; Αυτό έπρεπε να κάνει! Να βρει ένα ταξί.
Έψαξε τις τσέπες του. Όπως το φοβήθηκε: στη βιασύνη δεν είχε πάρει λεφτά. Ευτυχώς είχε πάντα ένα χαρτονόμισμα των πέντε ευρώ στο ντουλαπάκι. Για ώρα ανάγκης. Συν ότι κέρματα είχε χύμα. Θα έφταναν για ένα ταξί ως την Πατησίων.
Έριξε μια τελευταία ματιά στο παλιό Λεόν. Πήρε τα χρήματα, έσβησε τα αλάρμ, έβαλε πρόχειρα την ηλιοπροστασία και κλείδωσε. Στην άκρη του δρόμου όπως ήταν και με τέτοια ερημιά, δεν θα ενοχλούσε κανέναν. Από γερανό δεν κινδύνευε. Μόνο η Ιφιγένεια να μην περνούσε από δω.

Άρχισε να ανηφορίζει προς το κέντρο. Λίγο πιο πάνω υπήρχαν κτίρια που έκαναν σκιά. Ήταν αρκετά νωρίς -λίγο μετά τις εννιά- σε λίγο όμως ο ήλιος θα γινόταν ανυπόφορος.
Ήταν μερικά παλιά σπίτια και μια μάντρα με υλικά οικοδομών –κλειστή. Τι διάολο, μόνο αυτός κυκλοφορούσε στην κωλόπολη; Όχι πως τους αδικούσε, δηλαδή. Τέτοια εποχή ή στη δουλειά θα είναι κανείς ή κλεισμένος στο σπίτι ή σε καμιά παραλία. Παραλία όμως σήμερα… Πολύ δύσκολο. Κι αυτός ο ίδιος, αν δεν είχαν έρθει έτσι τα πράγματα πού θα ήταν; Κλεισμένος στο σπίτι, κάτω απ’ το κλιματιστικό.
Όσο περνούσε η ώρα, ο εκνευρισμός του μεγάλωνε. Μήπως να το έκοβε με το πόδι; Πόσο θα χρειαζόταν; Τρία τέταρτα; Μια ώρα; Δεν μπορούσε να υπολογίσει. Ανασφαλής από φυσικού του και λίγο αργός στη σκέψη, πελάγωνε εύκολα μπροστά στο αναπάντεχο. Κι έπρεπε να του τύχει τώρα ακριβώς! Κοίταξε το ρολόι του: δέκα παρά τέταρτο…

Η κοπέλα είχε έρθει το πρωί γύρω στις δέκα. Ζήτησε να δει τον προϊστάμενο του ταχυδρομικού γραφείου, δηλαδή αυτόν, να τον παρακαλέσει να βάλει σφραγίδα περασμένης μέρας στο συστημένο. Ήταν εκπρόθεσμη αίτηση και δεν θα της την έκαναν δεκτή. Κι αυτός δηλαδή τι έφταιγε; Θα ‘τανε είκοσι χρονών -παραπάνω δεν έδειχνε- ωραίο μωρό, μα τα μυαλά στο μίξερ. Της εξήγησε όσο πιο ευγενικά μπορούσε πώς είχαν τα πράγματα. Οι καταστάσεις της Παρασκευής είχαν κλείσει, ήταν πολύ αργά πια. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. «Μα είναι πολύ σημαντικό, καταλαβαίνετε…» Φυσικά και δεν καταλάβαινε. Αν ήταν τόσο σημαντικό, ας πήγαινε να παρακαλέσει στον ΑΣΕΠ, γιατί ήλθε σ’ αυτόν; Ήταν, είπε, εντελώς απρόσωπο, δεν υπήρχε γραφείο, μόνο μια ταχυδρομική θυρίδα όπου έστελνες μια αίτηση και οι εξετάσεις θα ξαναγίνονταν μετά από δύο χρόνια. Φοβήθηκε ότι θα ‘βαζε τα κλάματα, όμως η μικρή φαινόταν χαλαρή. Χαλαρή, αλλά επίμονη. Τυπική εκπρόσωπος της γενιάς της. Συγκρατήθηκε απ’ το να της πετάξει πως δεν ήταν ο μπαμπάς της αυτός για να της κάνει τα χατίρια. Ούτε ο γκόμενός της, βεβαίως, όχι πως θα του κακόπεφτε. Για μια στιγμή τη φαντάστηκε με σφιχτά τα πόδια ν’ ανασηκώνει αργά τις άκρες της φούστας της (ποιας φούστας; ένα τριμμένο τζιν φορούσε όπως όλες) «ελάτε καλέ, σας παρακαλώ!» και να πεταρίζει τα βλέφαρα σε στυλ Μέριλυν. Ύστερα κατάλαβε πως η κοπέλα είχε φύγει. Έτσι απλά, έκανε στροφή και έφυγε. Φυσικά και μπορούσε να κάνει κάτι αν ήθελε (Δευτέρα πρωί ήταν ακόμα, τόσους γνωστούς είχε στα κεντρικά) όμως το θέμα δεν τον αφορούσε, ούτε του άρεσε να υποχρεώνεται. Και για πιο λόγο στο κάτω-κάτω; Δεν ήταν στο κάρμα της τής μικρής.
Δεν ήταν στο κάρμα της…Άλλωστε, γιατί καθυστέρησε κι έχασε την προθεσμία; Κάποιος λόγος θα υπήρχε.

Αυτή ήταν η φιλοσοφία του Φώτη. Χάρη σ’ αυτήν κατάφερε να σταθεί στα πόδια του μετά τη φυγή της Έλενας. Δυο μέρες πριν το γάμο, άλλος στη θέση του θα είχε καταρρεύσει. Κι αυτός δηλαδή, όχι πως δεν κλονίστηκε! Όμως το ξεπέρασε –έτσι έπρεπε να γίνει. Ούτε αντικαταθλιπτικά, ούτε αλκοόλ, ούτε «πουτάνες γυναίκες!», ούτε τίποτα. Έτσι έπρεπε!
Και στο γραφείο, η υπομονή του ήταν παροιμιώδης. Και η ηρεμία του. Γι αυτό και εκεί, όπου όλοι τρώγονταν με όλους, αυτός δεν είχε εχθρούς. Πολλοί τον θεωρούσαν σπαστικό (ο Φώτης; Λίγο μαλακάκος βέβαια…), αλλά κανείς δεν τον αντιπαθούσε πραγματικά. Κι έτσι είχε φτάσει, μετά από δεκατρία χρόνια στην υπηρεσία, προϊστάμενος στο κατάστημα της Καλλιθέας. Και, σχεδόν, χωρίς καθόλου μέσον, έτσι; Ενώ άλλοι, συμμαθητές του (και συμμαθήτριες!) στο σχολείο, που τον θεωρούσανε βλάκα επειδή δεν τα κατάφερνε στα μαθηματικά ή στα λόγια, τώρα πού βρισκόντουσαν; Κάποιοι πτυχιούχοι άνεργοι, άλλοι σε δουλειές του ποδαριού κι άλλοι να τους βγαίνει ο πάτος χωρίς αντίκρισμα.

Δέκα και δεκαοκτώ. Ε, όχι! Λες και είχε μετακομίσει στη Σελήνη! Έπρεπε να ξεκινήσει με τα πόδια. Όσο το καθυστερούσε, ο ήλιος ανέβαινε. Η σκιά που τον προστάτευε είχε τραβηχτεί αφήνοντάς τον εκτεθειμένο. Ένιωθε το κεφάλι του να καίει. Κοίταξε πέρα προς την μεριά του Πειραιά την ήδη πυρωμένη άσφαλτο, τη σκόνη από τα δημόσια έργα, τα τζάμια που αστραφτοκοπούσαν. Τα τζάμια; Φώτα είναι, καημένε Φώτη, φώτα, προβολείς, σινιάλο! Πανάθεμα!
Λίγο ακόμα και το ταξί θα τον προσπερνούσε, έτσι όπως ανέβαινε φουλαριστό στην άδεια λεωφόρο. Ευτυχώς που τον είδε ο ταξιτζής κι έκοψε ταχύτητα. Χωρίς να πιστεύει στην τύχη του σήκωσε το χέρι και του έκανε νόημα να σταματήσει. Με το που άνοιξε την πόρτα, νόμισε πως μπαίνει σε ψυγείο. Θυμήθηκε τα ψιλά στην τσέπη του και κοντοστάθηκε.
«Έμπα, πατριώτη, φεύγει η ψύξη!»
Ο ταξιτζής, μικρότερος σε ηλικία απ’ το Φώτη, πρέπει να ξεπερνούσε τα εκατόν πενήντα κιλά. Με το ένα μάτι μάλλον τον κοιτούσε -το άλλο στόχευε κάπου απροσδιόριστα.
«Τροίας και Πατησίων, φτάνουν πέντε ευρώ;», ρώτησε μπαίνοντας προσεκτικά και με φανερό δέος μπροστά στον όγκο του άλλου.
«Συνεννοημένοι είσαστε;»
Γύρισε απορημένος.
«Η κοπελιά πίσω. Το ίδιο ακριβώς με ρώτησε», είπε ο άλλος κάνοντας νεύμα με το κεφάλι.
Γύρισε άλλες ενενήντα μοίρες. Δεν την είχε δει μπαίνοντας. Ήταν εκεί, χωμένη στο πίσω κάθισμα. Το κορίτσι του ταχυδρομείου.

Advertisements

3 Σχόλια to “η συνάντηση #1 [Φώτης]”

  1. Καλημέρα,Τρελέ μου!

    Καθότι φανατική τηλεθεάτης του lost, διακρίνω κάποια κοινά στοιχεία και μου αρέσει πολύ!

    Στη ζωή,ένα από τα δύο πρέπει να ισχύει: ή όλα είναι τυχαία ή τίποτα δεν είναι τυχαίο! Ενδιάμεση κατάσταση δεν υπάρχει.Συμφωνείς; :))

  2. Καλημέρα ψυχούλα!
    Πραγματικά, μια σημαντική συνιστώσα της ιστορίας μου είναι η εκνευριστική 🙂 συσσώρευση συμπτώσεων, η οποία οδηγεί στο συμπέρασμα πως δεν πρόκειται για τύχη. Το τι είναι τυχαίο και τι όχι με απασχολεί κι εμένα. Ίσως, για ακόμα μία φορά, το πρόβλημα να βρίσκεται στους περιορισμούς που μας θέτει το αντιληπτικό μας σύστημα: επειδή η συνείδηση λειτουργεί νομοτελειακά, θα πρέπει και το αντικείμενό της (ο κόσμος) να λειτουργεί έτσι. Ίσως να υπάρχει μια τρίτη κατάσταση μεταξύ νομοτέλειας και τυχαιότητας -ποιος ξέρει; Μεγάλη κουβέντα που κάποια στιγμή θα τη συνεχίσουν οι ..ήρωές μας 😉

  3. […] κάτι που συνέδεε αυτόν με την κοπελιά, την Αλεξάνδρα. Ένα απλό περιστατικό ανάμεσά τους στο ταχυδρομικό γραφείο όπου εργαζόταν ο […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: