το ξύπνημα #5

βρεχε καρέκλες. Από πού ήρθε αυτή η ξαφνική βροχή; Περπατούσε αμέριμνος όταν ξαφνικά άρχισε να βρέχει με το τουλούμι. Φορούσε ένα ψιλό, κοντομάνικο πουκάμισο το οποίο είχε τώρα κολλήσει πάνω του. Μέρος για να προφυλαχτεί δεν έβλεπε πουθενά, ούτε όμως και να κινηθεί μπορούσε. Τα μέλη του είχαν απορροφήσει νερό σαν σφουγγάρια και είχαν γίνει ασήκωτα. Ξύπνησε μουσκεμένος στον ιδρώτα. Από τη ζέστη φυσικά.
Για λίγα δευτερόλεπτα είχε την παράλογη αίσθηση ότι εξακολουθεί ν’ ακούει τον ήχο της βροχής, όμως το φως που έμπαινε από κάποιες χαραμάδες του ρολού, μαζί και η επίγνωση ότι ήταν τέλη του Ιούλη, την διέψευδαν.
Οι σκέψεις άρχισαν να αναδύονται απανωτά: τι είχαν πει για σήμερα; Κάτι για έναν τυφώνα που θα ενέσκηπτε απ’ τη Μαύρη Θάλασσα; Είχε δει κάτι εικόνες στην τηλεόραση πριν από μερικές μέρες. Απίστευτα πράγματα…
Σηκώθηκε αργά και πήγε προς το παράθυρο. Ανεβάζοντας το ρολό αναγκάστηκε να κλείσει τα μάτια. Φως άπλετο, καλοκαιρινό, εισέβαλε στην κάμαρα. Αν η Ιφιγένεια ερχόταν πράγματι καταδώ, δεν είχε ακόμα χτυπήσει την πόρτα.

Το πανεπιστήμιο θα παρέμενε κλειστό. Οι εκεί εκκρεμότητες θα έπρεπε να περιμένουν. Αυτό του έδινε την άνεση να ασχοληθεί με το βιβλίο του, σχετικά με τους Γάλλους στρουκτουραλιστές. Πήγαινε ένας μήνας τώρα που είχε κολλήσει στο κεφάλαιο για το Λακάν. Για έναν εργασιομανή σαν τον Οδυσσέα Δρετάκο μια τέτοια κατάσταση ήταν ασυνήθιστη, όσο και προκλητική. Είχε στείλει την Άννα με τη μικρή στους γονείς της στην Κρήτη για να συγκεντρωθεί απερίσπαστος σ’ αυτή τη δουλειά, όμως τον τελευταίο καιρό κάτι μέσα του είχε αλλάξει. Και το χειρότερο, δεν είχε καμία ιδέα για το τι μπορούσε να είναι αυτό…

Καμία;;

Αυτά τα όνειρα, όπου αισθανόταν ακινητοποιημένος, επανέρχονταν εδώ και λίγες μέρες με ανησυχητική επιμονή. Δεν ήταν σίγουρος για το νόημά τους, ήξερε όμως ότι σχετίζονταν μ’ εκείνην. Εκείνη, που είχε να τη δει σχεδόν είκοσι χρόνια και που, κάποια στιγμή, είχε πιστέψει πως την έβγαλε από τη ζωή του οριστικά. Είχε ξεχάσει ακόμα κι εκείνη τη νύχτα ή, για να ακριβολογούμε, είχε καταφέρει να τη διαγράψει σα να μην υπήρξε ποτέ.

Το κρύο νερό στο ντους τον χτύπησε σαν ρεύμα. Βγαίνοντας ανακάλυψε πως είχε ξεχάσει να πάρει πετσέτα κι έπρεπε να πάει στάζοντας στην κρεβατοκάμαρα για να πάρει μία καθαρή. Περνώντας από το χολ είχε πάλι την παράξενη αίσθηση της βροχής που πέφτει. Εγκλωβισμένος σ’ ένα παράλληλο σύμπαν; Ίσως χρειαζόταν κάτι διαφορετικό, κάτι να του αλλάξει τη διάθεση, ίσως να χρειαζόταν απλά διακοπές. Πόσα χρόνια είχε να κάνει πραγματικές διακοπές;
Αργότερα. Ναι, μπορεί αργότερα. Οι διακοπές θα έπρεπε να περιμένουν λίγο.
Θυμήθηκε ότι έπρεπε να πάρει τηλέφωνο τη Μαρία στον εκδοτικό οίκο κι ακόμα ότι –σκατά– είχε ξεχάσει να πάρει τηλέφωνο την Άννα για την επέτειό τους. Κάτι τέτοια πράγματα, για τον ίδιο ασήμαντα, ήξερε πως εκείνη τα μετρούσε και την πλήγωναν, ίσως γιατί της υπενθύμιζαν πως ο γάμος τους δεν είχε υπάρξει ποτέ κάτι παραπάνω από μία σύμβαση. Μια ευτυχισμένη σύμβαση παρ’ όλα αυτά -μια συμβατικά ευτυχισμένη σύμβαση.

Κοίταξε το πρόσωπό του στον καθρέφτη. Χρειαζόταν ξύρισμα. Συνήθως άφηνε γένια λίγων ημερών, βαριόταν να ξυρίζεται κάθε μέρα. Ανοιχτόχρωμος καθώς ήταν, δεν χτυπούσε πολύ. Έριξε λίγο αφρόλουτρο πάνω στο βρεγμένο πινέλο και, μεθοδικά, άρχισε να απλώνει τη σαπουνάδα στο πρόσωπό του.
Πότε πρωτοξυρίστηκε; Ήταν τότε, μετά τη διάσπαση της τριάδας, μετά από εκείνο το ιστορικό καλοκαίρι στην Κύθνο. Τα μούσια αποτελούσαν γι’ αυτόν ένα σύμβολο, ένα σημείο αυτοπροσδιορισμού: αριστερός, διανοούμενος, αντικομφορμιστής. Όχι πως απέβαλε ποτέ αυτά τα χαρακτηριστικά. Απλώς, η απομάκρυνση από τους άλλους δύο, τον Παναγιώτη και τη Χρυσάνθη, κατά κάποιον τρόπο τον ωρίμασε, αν και δεν συμπαθούσε αυτή τη λέξη. Θα ήταν πιο σωστό να πεις ότι τον οδήγησε σε μια διαφορετική, λιγότερο εξωστρεφή, θεώρηση των πραγμάτων. Ίσως ακόμα να ήταν αυτός ένας αυθόρμητος τρόπος αντίδρασης. Αργότερα, έκοψε και τα μαλλιά.

«Μην ξυριστείς, μ’ αρέσεις έτσι.»
Είχε ακουμπήσει το κεφάλι της στον ώμο του και τον χάιδευε, χωρίζοντας με τα λεπτά της δάχτυλα τις σγουρές τρίχες στο μάγουλό του. Στα εικοσιδύο του, ήταν ήδη άφθονες και μακριές. Για την εμφάνιση -αλλά και τη ρητορική του υπέρ της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς- του είχαν, στα αμφιθέατρα των Πολιτικών Επιστημών, κολλήσει το προσωνύμιο «Μαρξ».
«Ποιος είπε πως σκοπεύω να ξυριστώ;»
Της χαμογέλασε γλυκά κι εκείνη γουργούρισε ναζιάρικα. Ύστερα σηκώθηκε κι έτρεξε στον Παναγιώτη, ο οποίος μόλις έβγαινε από το νερό. Μ’ ένα ξαφνικό σάλτο κρεμάστηκε από πάνω του ρίχνοντάς τον ξανά στη θάλασσα. Ο ήλιος έδυε χαρίζοντας στα νερά της Κύθνου βαθιές ανταύγειες στο χρώμα του ιωδίου.
«Ε, Οδυσσέα, έλα κι εσύ», του φώναξε.
Ο Οδυσσέας «Μαρξ» Δρετάκος σηκώθηκε αργά και πήγε ως την άκρη της αμμουδίτσας. Έτσι την έλεγαν, η αμμουδίτσα μας. Η αλήθεια είναι πως, όταν η θάλασσα φούσκωνε, μετά βίας χωρούσαν να κάθονται μπροστά από τη σκηνή τους χωρίς να βρέχονται. Μια παραλία ιδιωτική, μόνο για τους τρεις τους.
«Υπέροχο, έτσι;», είπε η Χρυσάνθη δείχνοντας γύρω.
«Το καλύτερο!», απάντησε ο Παναγιώτης.
«Εγώ μπορώ να φανταστώ και καλύτερο!», είπε εκείνη. Και, καθώς οι άλλοι την κοιτούσαν περιμένοντας, συνέχισε: «Σ’ ένα ιστιοφόρο. Οι τρεις μας!»
Ήταν δεινή ιστιοπλόος. Ο πατέρας της καπετάνιος, την είχε βάλει από μικρή στα αγωνιστικά. Τους κοιτούσε και τα μάτια της γυάλιζαν. «Το φαντάζεστε;»
Ο Παναγιώτης την αγκάλιασε κι εκείνη τον φίλησε πεταχτά στο στόμα, ύστερα έτρεξε προς τα σκηνή τρέμοντας. Είχε σκοτεινιάσει κι οι φίλοι κοιτάζονταν χωρίς να μπορούν να δουν ο ένας την έκφραση του άλλου. Κι ωστόσο, αυτό που ερχόταν θα πρέπει να το διαισθάνονταν και οι δύο.

Ξέπλυνε το πρόσωπό του και σκουπίστηκε. Επιθεώρησε το αποτέλεσμα, ύστερα βγήκε από το μπάνιο και πήγε στο τηλέφωνο. Η φωνή της Μαρίας ακούστηκε ζεστή και πρόσχαρη όταν του απάντησε: «Κύριε Οδυσσέα, τώρα μόλις σας πήρα, αλλά είναι γυρισμένο στο φαξ. Σας ξύπνησα;»
«Δεν με ξύπνησες, ήμουν στο μπάνιο. Τυχαία σε παίρνω.»
«Για άλλη μια φορά τα μεγάλα πνεύματα συναντιόνται. Αν και εμένα, βέβαια, δεν είναι τόοσο μεγάλο!»
Τον φλερτάριζε; Δεν ήταν η πρώτη φορά που του περνούσε η σκέψη. Αχ, Μαρία, τι ωραία, τι δροσερά που ακούγονται τα εικοσιπέντε σου χρόνια!
«Άκου, Μαρία, θα περάσω να σου αφήσω την αρχική μορφή. Ας πούμε σε καμιά ώρα, είναι εντάξει;»
«Μια χαρούλα. Τελείωσε το περιβόητο κεφάλαιο;»
«Έτσι νομίζω. Με παίδεψε λίγο αλλά τα κατάφερα.»
«Τότε πρέπει να κεράσετε, κύριε Οδυσσέα! Για να γιορτάσουμε τη μεγάλη στιγμή!»
Και γέλασε πάλι, λίγο προσποιητά τούτη τη φορά.
«Καφέ απ’ τον αυτόματο, όπως πάντα! Την καλημέρα μου στο Μιχάλη.»
Ο Μιχάλης Αποστολίδης ήταν ο ιδιοκτήτης και διευθυντής του εκδοτικού οίκου «πηλίκον», ο οποίος εξέδιδε το ομώνυμο επιστημονικό περιοδικό. Η συνεργασία τους είχε εξελιχθεί με τον καθιερωμένο τρόπο: ξεκίνησε με κάποιες δημοσιεύσεις ειδικού ενδιαφέροντος πάνω στο αντικείμενο του Οδυσσέα -τη φιλοσοφία της επιστήμης- και επισφραγίστηκε με την κυκλοφορία του πρώτου βιβλίου του για τον Λουί Αλτουσέρ.
«Καλημέρα και σε σας, κύριε Οδυσσέα. Θα σας περιμένω.»

Έβαλε το ακουστικό στη θέση του και προσπάθησε να δει τη γενική εικόνα. Η ώρα ήταν λίγο μετά τις εννιά το πρωί. Αν έφευγε σε κανένα μισάωρο από την Κυψέλη, θα ήταν στα γραφεία του περιοδικού στις δέκα και πριν το μεσημέρι στη Γλυφάδα. Την ανέβαλε εδώ και μέρες την επίσκεψη στην προσωρινώς ακατοίκητη οικογενειακή εστία, τώρα όμως, με δύο μέρες κλειστό το πανεπιστήμιο ήταν ευκαιρία. Το σπίτι εκεί ήταν πιο δροσερό και με περισσότερες ανέσεις από το ατελιέ των σαράντα τετραγωνικών, όπου εκτός από τη μικρή κουζίνα, ένα γραφείο κι ένα κρεβάτι, όλος ο υπόλοιπος χώρος ήταν κατειλημμένος από στοίβες βιβλίων. Ίσως να πήγαινε και μια βόλτα μέχρι τη θάλασσα, ν’ ανοίξει λίγο το μάτι του. Πριν, όμως, μπορούσε να κάνει επιτέλους το πρώτο τσιγάρο της ημέρας.
Η ετοιμασία του καφέ ήταν υπόθεση λίγων δευτερολέπτων, όσο να καπνίσει δύο τζούρες. Μια κουταλιά νεσκαφέ –σε σκόνη, που διαλύεται εύκολα- μέσα σε κρύο νερό, λίγο ανακάτεμα με το κουτάλι και …ιδού! Η Άννα, η γυναίκα του, ποτέ δεν μπόρεσε να χωνέψει αυτή του την αδιαφορία για τις υλικές απολαύσεις. Για την ακρίβεια, ολόκληρο το πακέτο τής χωρίς εμφανείς αδυναμίες και περιορισμούς προσωπικότητάς του το εύρισκε δύσπεπτο, σχεδόν μη ανθρώπινο. Την αγαπούσε όμως, όπως αγαπάει κανείς κάτι χωρίς λόγο, σχεδόν από πείσμα. Την αγαπούσε με τον τρόπο του, έτσι όπως είχε καταλήξει να αγαπά…

«Το ξέρω ότι μ’ αγαπάς πολύ», του είχε πει την τελευταία φορά που την είδε. «Όπως ξέρω και ότι δεν θα σε ξαναδώ, παρ’ ότι θα το ήθελα όσο τίποτα.» Τότε, άσε το τίποτα και έλα μαζί μου, ήθελε να πει, αλλά δεν το είπε. Τα χείλη τους ήταν τόσο κοντά που σχεδόν ακουμπούσαν.
«Αντίο, Χρυσάνθη…» Του σκέπασε το στόμα.
«Μη!..» Τα όμορφα μάτια της σαν τρομαγμένου πουλιού. «Σε παρακαλώ μην το λες… Το σιχαίνομαι.»
«Όπως επιθυμείς. Όμως το ξέρουμε κι οι δύο.»
«Δεν…; Ίσως, κάποτε…»
«Εγώ σιχαίνομαι τα ίσως και τα κάποτε.»
Της έσφιξε σταθερά τα χέρια. Τα μάτια της γυάλιζαν. Κι ωστόσο η φωνή της ήταν αναπάντεχα σταθερή όταν είπε:
«Αν αυτή είναι η επιθυμία σου, θα τη σεβαστώ.»
Αυτό τον μαλάκωσε. Αυτό, μαζί με την αβάσταχτη ομορφιά της.
«Αν, παρ’ όλα αυτά, συμβεί κάτι, ο,τιδήποτε, που το απεύχομαι… Αν νιώσεις ότι χρειάζεσαι τον Οδυσσέα, απλά…, ανθρώπινα…»
Τον φίλησε στο στόμα, βαθιά, όπως ποτέ πριν.
«Τότε, θα στείλω mayday», είπε κι έφυγε σχεδόν τρέχοντας, κυνηγημένη.
Έφυγε παίρνοντάς του τη γεύση της, τα πάντα. Για λίγο έμειναν οι χτύποι της καρδιάς της να τον συντροφεύουν, ύστερα έσβησαν κι αυτοί. Και, λίγους μήνες αργότερα, παντρεύτηκε τον Παναγιώτη.

Έσβησε το τσιγάρο πιέζοντας δυνατά το άφιλτρο άκρο του. Γύρισε στην κρεβατοκάμαρα. Γδύθηκε τελείως, φόρεσε καθαρό εσώρουχο, ανοιχτόχρωμο βαμβακερό παντελόνι, μπλουζάκι πόλο και τα συνηθισμένα του μαλακά παπούτσια. Πήρε στο ένα χέρι το μπουφάν και το κράνος της μηχανής, στο άλλο το φάκελο με το αντίγραφο του κεφαλαίου για τον Λακάν και βγήκε απ’ το σπίτι. Ή, τουλάχιστον, αυτό είχε σκοπό να κάνει. Γιατί, φτάνοντας στην πόρτα και θέλοντας να επιβεβαιώσει πως τα κλειδιά της μηχανής, που είχαν πάνω τους και τα κλειδιά από τις εξώπορτες των δύο σπιτιών, ήταν μέσα στην τσέπη του μπουφάν, αναγκάστηκε να ακουμπήσει το φάκελο. Χαμένος όπως ήταν στις σκέψεις του, τράβηξε την πόρτα, κατέβηκε τις σκάλες, βγήκε στο δρόμο, περπάτησε μισό τετράγωνο μέχρι τη μηχανή, ξεκλείδωσε το λουκέτο και μόνον όταν σηκώνοντας τη σέλα πήγε να βάλει το έγγραφο μέσα στη θήκη, μόνο τότε κατάλαβε ότι το έγγραφο είχε μείνει πίσω.

Και είναι πραγματικά άξιο προσοχής το ότι, αν εκείνη τη μέρα ο Οδυσσέας Δρετάκος δεν είχε, χαμένος καθώς ήταν στις αναμνήσεις του, ξεχάσει το φάκελο με το αντίγραφο του κεφαλαίου που τόσον καιρό τον είχε παιδέψει, αν δεν το είχε ξεχάσει βγαίνοντας ώστε να υποχρεωθεί να επιστρέψει στο σπίτι της οδού Μαυροματαίων για να το πάρει -και αν δεν είχε επίσης υποχρεωθεί από το εκτυφλωτικό φως του Ιουλίου ν’ ανάψει μπαίνοντας το φως- δεν θα είχε δει το χαρτί του φαξ που σαν ένα τεράστιο κουλουριασμένο φίδι από κυτταρίνη σερνόταν στο πάτωμα του χολ. Του ίδιου αυτού φαξ του οποίου ο μονότονος ήχος θύμιζε βροχή, καθώς ξετυλιγόταν αδιάκοπα επαναλαμβάνοντας απ’ την αρχή ως το τέλος, δεκάδες ή ίσως εκατοντάδες φορές το ίδιο μήνυμα, τη μία μοναδική αυτή λέξη που, τριπλασιασμένη –mayday mayday mayday– σημαίνει άμεση, κατεπείγουσα ανάγκη. Δεν θα είχε σαν τρελός πέσει στα γόνατα ψάχνοντας μέσα στους σωρούς των χαρτιών κάποια πληροφορία, κάποια ένδειξη, δεν θα είχε βγει, πιο χαμένος απ’ ό,τι μπήκε, έξω, στο άγνωστο, σ’ αυτό το μεγάλο, το τεράστιο άγνωστο και –πιθανότατα- δεν θα είχε ποτέ μπλεχτεί σ’ αυτό το απίστευτο κυνήγι των φαντασμάτων.

Advertisements

5 Σχόλια to “το ξύπνημα #5”

  1. Ένα μαγικό κυνήγι φαντασμάτων, θα έλεγα… Κι όταν συνειδητοποίησα πως δεν καταλάβαινα ποιος είναι πού και πώς, παράτησα την προσπάθεια να καταλάβω κι αφέθηκα απλά στο κυνήγι. Έτσι πιστεύω πως ήταν το σωστό, γιατί ξαφνικά η ιστορία πήρε άλλη διάσταση. Μ’ άρεσε πολύ πολύ, όπως όλα τα Όνειρα της Πεταλούδας σου, καλέ μου Αντώνη. Μαγική γραφή. Κείμενα που με χαρά θ’ αγόραζα για να διαβάσω. Καλημέρα όλη μέρα, φιλιά με αγάπη κι εκτίμηση από ένα δύσβατο – σήμερα – Βορρά μου.

  2. Αν το βρίσκεις μπερδεμένο και παρ’ ολ’ αυτά γοητευτικό, καλή μου γειτόνισσα, θα πει πως κάτι έχω καταφέρει στην προσπάθειά μου να μιμηθώ τη ζωή. Και, φυσικά, κάνεις πολύ καλά που αφήνεσαι στο κυνήγι. Πολύ σύντομα τα κομμάτια του παζλ θα πάρουν τη θέση τους. Το μεγάλο στοίχημα έρχεται μετά, γιατί στη ζωή τα πράγματα συνήθως έχουν πολλές όψεις 😉 Την καλησπέρα μου απ’ τον αιγαιοπελαγίτικο μικρόκοσμο και πολλά φιλιά στο Βορρά σου.

  3. Καλησπέρα,Τρελέ!

    Το «σεντόνι» το διάβασα μονορούφι!!!!Η αγωνία έχει φτάσει στο απροχώρητο!

    «Την αγαπούσε χωρίς λόγο,σχεδόν από πείσμα»!…Μπορούμε να αγαπάμε από πείσμα; Με προβλημάτισες! :)))

    Να περνάς καλά εκεί που είσαι…

  4. Ψυχούλα, για μένα το πείσμα είναι συχνά κινητήριος μοχλός για πολλά πράγματα συνήθως δημιουργικά. Το ν’ αγαπάς από πείσμα, σίγουρα δεν είναι το καλύτερο ούτε για τον άλλο ούτε για τη δική σου ισορροπία. Ωστόσο το έχω δει και -πολύ φοβάμαι- το έχω ζήσει.

    Να περνάς κι εσύ πολύ-πολύ καλά, έστω κι από πείσμα. Για να σκάσουν οι οχτροί μας, που λένε 🙂

  5. […] εκείνης. Εκείνης που, αναμφίβολα, του έστειλε το φαξ (τι φαξ; ένα ρολό ολόκληρο!) με το σήμα κινδύνου. Τι της […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: