το ξύπνημα #4

ν υποθέσουμε ότι ο Ζαν Πωλ Σαρτρ είχε δίκιο, όταν έγραφε στις «λέξεις» του ότι το μεγάλο ευτύχημα στη ζωή του ήταν το να μεγαλώσει χωρίς πατέρα, τότε ο Άρης Νικολάου ήταν ένας πολύ τυχερός νέος.
Στα δεκαεπτά του χρόνια είχε μια μητέρα που τον λάτρευε, έναν πατριό που του έδειχνε την πρέπουσα προσοχή (μεταφραζόμενη σε κάποια τακτικά δώρα ανάλογης αξίας), μια τετράχρονη αδελφή για την οποία ο ίδιος αποτελούσε ένα είδος επίγειου θεού και μια συλλογή από θαυμάστριες, οι οποίες τον εκτιμούσαν για την αρρενωπή του εμφάνιση, για το πνεύμα του και για τον κομψό τρόπο με τον οποίο τις περιφρονούσε.
Κανονικά, θα έπρεπε να είναι ευχαριστημένος από τη ζωή του.

Το πρωί της εικοστής εβδόμης Ιουλίου, ωστόσο, ξύπνησε σε λάθος κρεβάτι και με λάθος διάθεση. Το λάθος κρεβάτι ήταν το δικό του κρεβάτι, στο σπίτι του, στη Βούλα. Η λάθος διάθεση σχετιζόταν με το γεγονός ότι τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας απολάμβαναν τον ήλιο και τη θάλασσα του Ιονίου απ’ το κατάστρωμα της Αλεξάνδρειας, του ιστιοφόρου του Μιχάλη, του πατριού του. Ήταν ένα σπορ στο οποίο συμμετείχε ανελλιπώς τα τελευταία πέντε καλοκαίρια (τις περισσότερες φορές μόνοι οι δυο τους με το Μιχάλη, με τον οποίο τα πήγαιναν πολύ καλά δεδομένης της σχέσης τους.) Φέτος όμως, με τη Δαμόκλειο σπάθη των πανελλαδικών να επικρέμεται, ήταν αλλιώς. Φέτος οι άλλοι έπρεπε να διασκεδάζουν κι αυτός να τραβάει το λούκι με τα φροντιστήρια.
Ο Μιχάλης ήταν εντάξει τύπος. Καμιά δεκαριά χρόνια μεγαλύτερος απ’ τη μάνα του, αλλά απ’ αυτούς που τους κυνηγάνε οι γυναίκες μέχρι τα ογδόντα τους. Και όχι μόνο για το πορτοφόλι τους. Επιχειρηματίας από οικογένεια Αιγυπτιωτών, κληρονόμησε απ’ τον πατέρα του την εισαγωγική εταιρία, πακέτο με το εμπορικό δαιμόνιο. Ήταν όμως φανερή επάνω του η άνεση του ανθρώπου που δεν ίδρωσε στα νιάτα του.
Η Χρυσάνθη, απ’ την άλλη μεριά, η μάνα του, θα πρέπει στα δικά της τα νιάτα να ήταν γκόμενα πολύ μεγάλου κυβισμού. Ακόμα και τώρα, μετά από δύο παιδιά και δύο γάμους, θα πρέπει να μπαινόβγαινε σε πολλών αρσενικών τα όνειρα. Αν φτιαχνότανε κιόλας, όπως οι μανάδες κάποιων φίλων του, θα ‘τανε πραγματικά καυτή. Γιατί, εντάξει, μάνα του ήτανε, δε σημαίνει πως δεν μπορούσε να την αξιολογήσει σα γυναίκα. Όσο για τις μανάδες των φίλων του, μία τουλάχιστον απ’ αυτές την είχε γνωρίσει… σφαιρικά. Και πήγαινε πάνω από χρόνος που χάρη στις τρυφερές περιποιήσεις της κυρίας Φένιας, ο Άρης είχε πάψει να θεωρεί το γυναικείο σώμα, terra incognita.

Κι ο πατέρας του; Αυτός ήταν άλλη ιστορία… Ήταν το πρότυπό του, ο ήρωάς του. Κι ύστερα ξαφνικά…

Έκλεισε το ξυπνητήρι και γύρισε στο άλλο πλευρό. Προσπάθησε φιλότιμα να ξανακοιμηθεί ξέροντας ότι γα άλλη μια φορά θα χάσει την πρώτη ώρα στο φροντιστήριο. Έτσι κι αλλιώς τη σφαλιάρα απ΄ το Γιάννη, το μαθηματικό, θα την έτρωγε είτε αργούσε είτε όχι. Κι είχε και βαρύ χέρι ο πούστης! Δεν έμοιαζε με μαθηματικό, μάλλον με αποτυχημένο πυγμάχο έμοιαζε, με το χαζό βλέμμα, τις μεγάλες παλάμες και τη σπασμένη μύτη του!
Για να τον σκεφτεί, του ‘φυγε ο ύπνος τελείως. Τεντώθηκε βαριεστημένα. Το κόλπο ήταν να μην ξυπνήσει. Μιας και ξύπνησε δεν είχε νόημα να μένει στο κρεβάτι, ειδικά μ’ αυτόν τον πονοκέφαλο. Καλύτερα να σηκωθεί να φτιάξει έναν καφέ. Είχαν μείνει και κάτι ντόνατς.
Αυτό με το ξενύχτι, τους καφέδες και τα ντόνατς ήταν καινούργιο. Το ‘χανε ξεκινήσει στα διαλείμματα του μαθήματος με τον Κωνσταντίνο και το υιοθέτησε γενικώς. Ολημερίς τρεφόταν με τέτοια, ακόμα και τη νύχτα, που την έβγαζε στην τηλεόραση ή τον υπολογιστή. Γιατί, να το πούμε από μιας αρχής, τελευταία είχε φάει κόλλημα και με το φαν-ρουμ. Κόλλημα και μάλιστα ηλίθιο για κάποιον του επιπέδου του, αλλά –προφανώς- δεν ήταν ο μόνος. Κι ήταν κι αυτές οι δυο τύπισσες…, ειδικά με τη μία γινότανε χτες βράδυ χοντρό παιχνίδι… Πώς τη λέγανε…
Τα μάτια του γύρισαν στο φορητό πού ‘χε απομείνει ανοιχτός όλη νύχτα πλάι του στο κομοδίνο. Με τη ζέστη που έπαιζε τελευταία, δεν θ’ αργούσε να τα τινάξει, αναμμένος όλη τη νύχτα και –πολλές φορές- την ημέρα. Έκανε να σηκώσει το χέρι του στην οθόνη αφής και τότε ένιωσε την κούραση. Τι ώρα κοιμήθηκε πάλι, πέντε, έξι το πρωί; Τώρα ήταν εννέα παρά τέταρτο. Ένιωθε το κορμί του σαν σάκο του μποξ, στον οποίον επιπλέον θα ξεσπούσε εντός ολίγου ο πυγμάχος-μαθηματικός.

Το μουσικό θέμα από τις επικίνδυνες αποστολές αναδύθηκε από άγνωστο ποια πτυχή των στρωσιδιών. Παλεύοντας με τα σεντόνια άκουγε τους τριγμούς των αρθρώσεών του να συνοδεύουν τον ηρωικό πράκτορα Ήθαν Χαντ στην αποστολή εξεύρεσης κινητού τηλεφώνου. Ο Κωνσταντίνος, προφανώς.
«Μαλάκα Κωνσταντίνε, χρειάζομαι επειγόντως διακοπές και γυμναστήριο. Νιώθω σαν τεράστιο ντόνατς με γεύση σκατά!………. Έλα ρε μαλάκα, μίλα, πού είσαι;»
«Πού θες να ‘μαι, εκεί που μ’ έστειλες. Δεν θα πας φροντιστήριο;»
«Βαριέμαι σαν πούστης. Πώς είναι ο καιρός;»
«Πώς θέλεις να είναι, μια χαρά είναι»
«Λέω μήπως η μαλακία μας έκανε τη χάρη να κατέβει νωρίτερα, τουλάχιστον να γλιτώσουμε το τρέξιμο. Θα πάρεις ταξί; Δεν περνάς να με πάρεις;»
«Θα με πάει ο δικός μου, είσαι έτοιμος;»
«Χέσε με ρε μαλάκα! Ακόμα δεν άνοιξε το μάτι μου.»
«Αφού σου λέω ρε Άρη, κόψε τη μαλακία. Δεν την αντέχεις»
«Είσαι αστείος! Στο τσατ ήμουνα όλη νύχτα»
«Γιατί, εγώ τι λέω; Κάτι έχεις βρει εσύ εκεί πέρα, πουτανίτσα… Κάτι έχεις βρει και το κρατάς γα τον εαυτό σου. Πραγματικός φίλος, σε παραδέχομαι… Λολ, θα σε δω κάτω»
«Τον παίρνεις. Θα σε δω κάτω.»

Δεν ήταν γραφτό όμως να τον δει. Γιατί έτσι καθώς σηκωνόταν ο Άρης, έτσι όπως ακούμπησε στο κομοδίνο για να σηκωθεί, η οθόνη του υπολογιστή άναψε μ’ ένα φως που τον τύφλωσε. Θαμπωμένος στην αρχή, δεν μπόρεσε να σημαδέψει σωστά για να κλείσει το παράθυρο του τσατ-ρουμ. Ύστερα, καθώς η όρασή του επανερχόταν, πρόσεξε ότι πάνω στο βασικό παράθυρο ήταν ανοιχτό αυτό της προσωπικής συνομιλίας. Ο νους του πήγε στη χτεσινοβραδινή του γνωριμία, σκύβοντας όμως είδε κάτι πολύ παράξενο.
ΧΧ: νικ-νέιμ ήταν αυτό; Κι αν… δεν μπορεί… ήταν δυνατόν να καταλαβαίνει σωστά; Αυτές οι τρεις λέξεις έλεγαν αυτό που νόμιζε ότι λένε; Μα τότε -τι έπρεπε να κάνει τότε; Το μυαλό του! Έπρεπε να καθαρίσει το μυαλό του! Μια ημερομηνία…, τι μέρα ήταν σήμερα; Και μια διεύθυνση… Ο Χριστός κι η μάνα του!… που θα ‘λεγε κι αυτό το ξανθο-κούδουνο, η Ναταλία!

Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, όσα τα λεπτά της δημοσιότητας κατά Άντυ Γουόρχωλ. Όσο διαρκεί το πεντικιούρ στα τραγοπόδαρα του σατανά. Είχε πλυθεί, είχε φορέσει ό,τι βρήκε μπροστά του, είχε πιει ένα μαύρο υγρό με γεύση καφέ, είχε πάρει ένα ντόνατ στο χέρι και κατρακυλούσε την κατηφόρα προς τη λεωφόρο για να βρει ταξί.

Αν υποθέσουμε ότι ο Ζαν Πωλ Σαρτρ είχε δίκιο, τότε η ευτυχέστερη περίοδος στη ζωή του Άρη Νικολάου είχε μόλις λάβει τέλος.

Advertisements

7 Σχόλια to “το ξύπνημα #4”

  1. Παίζεις με τις αντοχές μας,Τρελέ!!! Δεν αντέχω την αγωνία με δόσεις! :))

    φιλιά!!!

  2. Έξυπνο, αν και δεν μπορώ να ενθουσιαστώ καθότι διάβαζα για 10 συνεχείς ώρες στη λέσχη για την επερχόμεη εξεταστική. Κάθε φορά που βλέπω τυπωμένο γράμμα παθαίνω αποπληξία.
    Ελπίζω να σαι καλά και να περνάς καλά και να παραμένεις τρελός. Γιατί τους βαρέθηκα όλους τους λογικούς, αλήθεια.
    Καλό βράδυ φίλε, ό, τι κι αν κάνεις.

    Ιάκωβος

    ΥΓ: » Όσο διαρκεί το πεντικιούρ στα τραγοπόδαρα του σατανά» -> όταν γράφεις κάτι τέτοια… με πέθανε αυτό…

  3. Ψυχή, η αγωνία σε μικρές δόσεις είναι σαν το δηλητήριο. Κάποια στιγμή παθαίνεις Μυθριδατισμό και από κει και μετά δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Οι πρώτες σαράντα συνέχειες είναι οι δύσκολες. 😀
    Φιλιά, καλή βδομάδα νά ‘χεις!

  4. Φίλε μου Ιάκωβε, καταλαβαίνω τι ζόρι περνάς, μεγάλο βάσανο να διαβάζεις για εξεταστική καλοκαιριάτικα! Γρήγορα και καλά ξεμπερδέματα σου εύχομαι και νά ‘σαι πάντα καλά. Καλή δύναμη 🙂

  5. Τραγική ειρωνεία; Έχω μια γενικότερη απέχθεια στο όνομα Άρης… δύσκολο να τον συμπαθήσω τον Νικολάου 🙂 Καλημέρα

  6. Καλημέρα Μαλίνα μου! Άρης-Απόλλων, το αιώνιο δίπολο, ε; Ο Φοίβος (του #3) δεν θα εμφανιστεί στην ιστορία, τον ήθελα όμως ως σημείο αναφοράς και ως αντίποδα, έστω και απόντα. Να είσαι πάντα (και να περνάς καλά), γλυκειά μου 🙂

  7. […] Άρης Νικολάου έφτανε στην έρημη λεωφόρο Βουλιαγμένης με το μισοφαγωμένο ντόνατ στο χέρι, το ρολόι του έδειχνε εννιά και εικοσιτέσσερα. Όταν […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: