το ξύπνημα #3

ύπνησε από ξεφωνητά παιδιών.
Στην αρχή ήταν μέσα στον ύπνο της, μια θάλασσα από φωνές και γέλια, πολύ μακρινά μα και πολύ κοντινά ταυτόχρονα. Ύστερα, σαν λεπτή καδένα από ήχους που δεν ήταν ήχοι αλλά νοητικά κύματα, οι φωνές την ανέσυραν και ξύπνησε.
Άνοιξε τα μάτια και τα ξανάκλεισε. Θυμήθηκε τι μέρα ήταν, Τετάρτη. Θυμήθηκε πως έπρεπε να σηκωθεί να πάει για δουλειά γιατί, λόγω της ιστορίας με τον τυφώνα, ο κόσμος (όσος κόσμος εξακολουθούσε να παραμένει στην Αθήνα) θα ήταν στο σπίτι κι έτσι θα ξεμπέρδευε γρήγορα και εύκολα. Υπήρχε και κάτι άλλο που δεν μπορούσε να θυμηθεί γιατί νύσταζε. Ένιωσε να πέφτει. Και τότε τις άκουσε.
Τσιρίδες, πραγματικές τούτη τη φορά, μαλλιοτραβήγματα. Τα αγγελούδια των διπλανών. Αυτό σημαίνει πως ήταν περασμένες οκτώ. Τράβηξε το σεντόνι πάνω από το κεφάλι της. Όπως κάθε πρωί, είπε στον εαυτό της πως έπρεπε να σηκωθεί να κλείσει το τζάμι και, όπως κάθε πρωί, εκνευρίστηκε. Αυτή, το κλείσιμο του παραθύρου όταν άρχιζε ο θόρυβος, ήταν μια κίνηση που έκανε πάντα εκείνος. Εξάλλου το παράθυρο ήταν από τη δική του πλευρά. Μόνο που τώρα εκείνος έλειπε και αναγκάστηκε να υπενθυμίσει στον εαυτό της ότι δεν επρόκειτο να επιστρέψει. Και υπήρχε και κάτι άλλο, κάτι που χτυπούσε στο μυαλό της σαν υπενθύμιση, μόνο που το μυαλό της ήταν κουβάρι και…

Το τεστ! Το καταραμένο το τεστ. Αχ, Αλεξάνδρα!

Πετάχτηκε από το κρεβάτι σα νευρόσπαστο. Πηγαίνοντας στο μπάνιο σκέφτηκε πως, αν ήταν πράγματι έγκυος, θα ‘πρεπε να θυμάται να είναι πιο μαλακή στις κινήσεις της. Αυτό, βέβαια, στην περίπτωση που ήθελε να το κρατήσει. Να το κρατήσει;
Έριξε νερό στο πρόσωπό της. Σκουπίστηκε, φόρεσε τα γυαλιά της και γύρισε στο δωμάτιο. Άνοιξε να μπει φως. Κάπου εδώ, ναι στο κομοδίνο, καλά το θυμόταν. Η συσκευασία είχε και δεύτερο τεστ. Για επιβεβαίωση. Όχι πως της έμεναν πολλές αμφιβολίες…

Είχαν κάνει τελευταία φορά σεξ τον Ιούνιο, στις αρχές, τότε που εκείνη εξακολουθούσε να ελπίζει. Εκείνος το είχε, όπως φάνηκε, τετελεσμένο, αλλά δεν έχασε την ευκαιρία. Ο μαλάκας! Μια βδομάδα μετά μάζευε τα πράγματά του. Τι έκανε τόσα χρόνια, τι έκανε; Τα καλύτερα χρόνια της, ξέκοψε απ’ την οικογένειά της, απ’ τις παρέες της, έχασε και την ευκαιρία για το μεταπτυχιακό. Και να πεις ότι δεν το ‘βλεπε! Δυο φορές είχαν χωρίσει, την πρώτη σοβαρά. Τότε μ’ εκείνη την πιτσιρίκα που…, ούτε να τα θυμάται δεν ήθελε. Τη δεύτερη πριν από ένα χρόνο, όταν εκείνη αποφάσισε ότι δεν πάει άλλο κι έφυγε στη Μυτιλήνη, στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Άρον-άρον τη γύρισε πίσω και σ’ ένα μήνα παντρευτήκανε. Αλλά ήταν το κύκνειο άσμα. Η τελευταία αναλαμπή της σχέσης τους.

Άφησε λίγα ούρα να φύγουν κι ύστερα έβαλε το στέλεχος του τεστ εγκυμοσύνης προσπαθώντας να σημαδεύει στο σωστό σημείο. Θεούλη μου, Θεούλη μου, βοήθησέ με…Τι βοήθεια περίμενε; Από ποιον και για τι πράγμα; Πίστευε στο θεό; Απ’ όσο ήξερε, όχι ή…, τέλος πάντων, δεν ήταν και πολύ σίγουρη. Για την εγκυμοσύνη, επίσης. Την απευχόταν; Την επιθυμούσε; Μέχρι πριν ένα μήνα, παρακαλούσε να γίνει κάτι, κάποιο λάθος, κάτι… Γιατί ο Πάνος παιδί δεν ήθελε, φαινόταν το πράμα. Σαραντάριζε ο Πάνος κι είχε ήδη ένα από τον πρώτο του γάμο. Του ‘φτανε και του περίσσευε. Τώρα την είχε δει ξαφνικά δημοσιογράφος καριέρας. Και μπον βιβέρ αριστερών αποχρώσεων! Χριστούλη μου, άρχισε να εμφανίζεται.
Μια γραμμή ή δύο, μια γραμμή ή δύο; Βέβαια οι πιθανότητες, με δεδομένο ότι το χθεσινοβραδινό είχε ήδη βγει θετικό… Χθες το βράδυ, που μετά από τεσσάρων εβδομάδων καθυστέρηση αποφάσισε επιτέλους (τι περίμενε; ) να κάνει το τεστ. Η Μπέτυ την ξύπνησε. Η ίδια το ‘χε χαλαρά, αποκλείεται έλεγε. Την πήρε μετά τηλέφωνο σε κατάσταση σοκ, είδε κι έπαθε η άλλη να τη συνεφέρει. «Τι θέλεις, να πάρω αύριο το καράβι και να ‘ρθω; Κι αν θα ‘χει και καράβι δηλαδή, γαμώ την Ιφιγένειά μου μέσα!» Έπρεπε να την είχε εδώ τώρα τη Μπέτυ. Εκείνη θα την ηρεμούσε. Όμως, όχι, έπρεπε να το περάσει μόνη… και να τώρα. Τι να ευχηθεί, τι να ζητήσει; Συν, της πρόσθεσης και της αγωνίας, της πλήρωσης μα και της μεγάλης ευθύνης, ή πλην, της αφαίρεσης και της ηρεμίας, της αποφόρτισης μα και της επιστροφής στο κενό; Συν ή πλην, συν ή…; Το χέρι της, όχι δεν τρέμει πια, αυτό ήταν. Ο κύβος έπεσε κι έκατσε στο…

Συν, ανοίξτε σαμπάνιες, συν παιανίστε οι σάλπιγγες! Συν σε ριπλέι, συν σε αργή κίνηση. Συν όπως συνάντηση, όπως συνεύρεση, όπως συναγερμός. Όπως συν Θεώ και συν τω χρόνω. Όπως ένα-συν-ένα-ίσον-δύο. Συν! Ένα σύμβολο με πνεύμα και άποψη, ένας μικρός σταυρός, ένα μικρό φυλαχτό παντός καιρού και για κάθε περίπτωση. Ένα συν-αγόρι ή ένα συν-κορίτσι; Ένα συν-ξανθό ή ένα συν-μελαχρινό; Ένα συν γερό και δυνατό σαν μελλοντικός αιγόκερος ή μήπως σαν υδροχόος; Ένα συν λυμένο στα γέλια. Ένα συν-γελωτοποιός της αυλής. Ένα συν-μπαλαντέρ σε σημαδεμένη τράπουλα. Ένα συν, Αλεξάνδρα, σαν τον πρώτο λαχνό του λαχείου. Του δικού σου λαχείου. Φαρδύ σαν το σκόπευτρο ενός μύωπα ερωτιδέα. Και πλατύ σαν την τζίφρα του πεπρωμένου.

Αμέσως ηρέμησε. Η αβεβαιότητα ήταν που την τρέλαινε -τώρα ένιωσε να πατά στα πόδια της ξανά. Ήξερε ότι το ήθελε. Κι ας φοβόταν. Και το κυριότερο, ήξερε πως δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Όταν στα είκοσί της είχε κάνει την πρώτη έκτρωση, δεν ήξερε πού της πάνε τα τέσσερα. Όταν όμως αναγκάστηκε να ξανακάνει στα εικοσιτρία, στις αρχές τις σχέσης τους, πριν καν βγει το διαζύγιό του…, τότε ορκίστηκε πως δεν θα το ξανάκανε για κανέναν κερατά και για κανένα λόγο.
Όλα αυτά γυρνούσαν στο κεφάλι της, ενώ η ίδια γυρνούσε από δωμάτιο σε δωμάτιο. Δεν την χωρούσε το σπίτι. Έφτιαξε μηχανικά έναν φραπέ, φόρεσε ένα τζιν και βγήκε στη βεράντα. Άναψε τσιγάρο στα όρθια. Σαν πικρό της φάνηκε. Κάπνισε δυο τζούρες και το ‘σβησε.
Το σπίτι ήταν ισόγεια διπλοκατοικία, στο αριστερό μισό έμεναν οι ιδιοκτήτες. Απεριποίητο, άβαφο, γεμάτο προβλήματα. Ήταν φανερό πως περίμεναν τη λήξη του συμβολαίου για να τη βγάλουν. Δεν τους συγχωρήσανε ποτέ την ιστορία με το σκύλο, τον Παντόφλα. Τους κάνανε τη ζωή δύσκολη, μέχρι που αναγκάστηκαν να τον δώσουν. Έτσι κι αλλιώς τώρα ήταν δύσκολο να το κρατήσει μόνη της. Ούτε και ήθελε.

Χτύπησε το κινητό.
«Μπετούλα μου, μωρό μου, είμαι έγκυος!»
«Καλά, μωρή, πες και καμιά καλημέρα!»
Έτσι ήταν η Μπέτυ, πάντα αλέγρα, πειραχτήρι μεγάλο! Τρελοκεφαλλονίτισσα, καμάρι το ‘χε.
«Και τι θα κάνεις τώρα;», σοβάρεψε. «Το ‘χεις αποφασίσει;»
«Θα το κρατήσω, Μπετούλα μου, δεν αλλάζω γνώμη. Κι ό,τι θέλει ας γίνει!»
«Κι ας μην είσαι σίγουρη τίνος είναι;»
«Κοίτα, λογικά είναι του…» Ο στιγμιαίος δισταγμός πρόδωσε αυτό ακριβώς που αισθανόταν. Ήθελε να είναι του Φοίβου, το ήθελε μ’ όλη της την ψυχή. Όμως δεν μπορούσε να πει. Δεν μπορούσε καν να εξηγήσει πώς, παρ’ όλες τις προφυλάξεις… «Οποιανού κι αν είναι θα το κρατήσω, μόνο αυτό ξέρω. Μη με ρωτάς τίποτ’ άλλο γιατί τά ‘χω παίξει…» Κι αμέσως της ξανάρθε ο θρήνος: «Γαμώτη μου, γαμώτη μου, σκατά τά ‘χω κάνει!»
«Άκου, Αλεξάνδρα, πρέπει να κλείσω γιατί ξύπνησε η μικρή και φωνάζει. Θα σε ξαναπάρω να δω πως είσαι, εντάξει γλυκιά μου;»
«Πάρε το απόγευμα. Λέω να βγω λίγο να δουλέψω. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορώ να μείνω στο σπίτι, πνίγομαι.»
«Εντάξει, Αλεξάκι μου, αλλά να προσέχεις, ε; Φιλάκια! Να προσέχεις.»

Η Μπέτυ! Με το Στέφανο ήταν μαζί απ’ το πρώτο έτος της σχολής -το πιο ευτυχισμένο ζευγάρι παντρεμένων που ήξερε. Πόσες φορές δεν της είχε πει της Αλεξάνδρας, γιατί δεν τα φτιάχνεις με το Φοίβο; Ο Φοίβος, εντάξει, την ήθελε από παλιά απ’ το σχολείο. Μια τάξη μικρότερος, αλλά δύο σε ηλικία. Είχε κερδίσει χρονιά. Τότε της φαινόταν αδιανόητο να τα φτιάξει με κάποιον μικρότερο, όσο ώριμος κι αν έδειχνε. Τώρα, βέβαια, στα εικοσιοκτώ της…
Μια φορά βρεθήκανε μόνο, μία και καλή (αν ήταν βέβαια αυτός ο ένοχος). Από νωρίς αποδέχτηκε την άρνησή της και της στάθηκε πάντοτε, από μια διακριτική απόσταση, φίλος. Φαντάρος με άδεια τη βρήκε πάνω στα χωρίσματα κι ήταν τόσο τρυφερός, τόσο… Κανείς δεν την είχε κάνει να νιώσει τόσο πολύ γυναίκα. Όμως στα μάτια της φαινόταν άψητος και «αιθέριος», ο λυρισμός του την τρόμαζε, σαν να μην ανήκε στον κόσμο ετούτο. Την πήρε τηλέφωνο, της έγραψε και γράμμα. Τόσο όμορφο γράμμα, αλλά και τόσο αλλόκοτο… Δεν του απάντησε. Δεν θα ‘ξερε τι να του γράψει.

Χτενίστηκε πρόχειρα, έπιασε τα μαλλιά της πίσω, φόρεσε φακούς επαφής και μαλακά παπούτσια και βγήκε. Μιας που επρόκειτο να κινηθεί πεζή, βιαζόταν να φύγει πριν σηκωθεί ο ήλιος. Από το Νέο Κόσμο στη Νέα Σμύρνη ήθελε τουλάχιστον σαράντα λεπτά κι έτσι, όταν θ’ άρχιζε να χτυπάει πόρτες θα ‘χε φτάσει η ώρα δέκα.
Στην αυλή κοντοστάθηκε. Η γειτόνισσά της, η συνονόματη, η κυρα-Αλεξάνδρα η κουτσομπόλα από απέναντι, είχε στήσει μπλόκο. Με την άκρη του ματιού την είδε να κοιτάζει προς το μέρος της, πώς να την αποφύγει; Έκανε πως δεν την πρόσεξε και βγήκε αποφασισμένη να θυσιάσει καμιά πενηνταριά μέτρα μανούβρας για να μην πέσει πάνω της. Χαμένος κόπος. Όταν την άκουσε να περνά τρέχοντας το δρόμο και να σκούζει πρωί-πρωί αλαφιασμένη, τη λυπήθηκε κι αναγκάστηκε να σταματήσει. «Στο κουτί… έριξε… ένας νεαρός…» Της είχε κοπεί η ανάσα.
«Κυρά-Αλεξάνδρα, στην ηλικία σου…»
«Άσε την ηλικία μου… Δεν μοίραζε διαφημιστικά. Θα ‘χε ρίξει κι αλλού. Πήγε κατ’ ευθεία στο δικό σου το κουτί κι ύστερα καβάλησε το μηχανάκι κι έφυγε σα να τον κυνηγούσαν.»
«Κυρά-Αλεξάνδρα, τώρα βιάζομαι…» Την είχε πιάσει όμως και την ίδια η περιέργεια. Ο Φοίβος, αν υποθέσουμε πως είχε άδεια (πράγμα απίθανο με τη γενική επιφυλακή), είχε μηχανάκι. Όμως…, δεν θα χτυπούσε; Δεν βαριέσαι, γιατί να της μείνει η ιδέα. Έτσι κι αλλιώς είχε το κλειδάκι στο μπρελόκ. Αφήνοντας την άλλη να ‘ρχεται με το πάσο της και δήθεν αδιάφορα, γύρισε πίσω και με νευρικές κινήσεις άνοιξε το ταχυδρομικό κουτί. Μέσα υπήρχε μια κοινή ευχετήρια κάρτα. Απόμεινε να κοιτάζει τη φιγούρα στο εξώφυλλο, χωρίς να πιστεύει στα μάτια της. Την πήρε στα χέρια της και την άνοιξε. Είχε μέσα μια διεύθυνση. Και ημερομηνία σημερινή. Όχι, είχε και τρεις λέξεις γραμμένες. Τρεις λέξεις απίστευτες, αδιανόητες.

Τινάχτηκε όταν άκουσε τη φωνή της γριάς πίσω απ’ τον ώμο της.
«Παιδί μου, μήπως είσαι έγκυος;»

Advertisements

5 Σχόλια to “το ξύπνημα #3”

  1. χεχεε…τέλειο όπως και τα προηγούμενα «ξυπνήματα»… Να είσαι καλά, καυστικέ γείτονά μου, θαυμάζω κι εκτιμώ το διαπεραστικό σου χιούμορ και την παρατηρητικότητά σου! Φιλιά κι από εδώ, καλημέρα όλη μέρα, φτάσαμε στην Πέμπτη κιόλας ε;;

  2. Πέμπτη ναι, αν και εγώ τις έχω χάσει λίγο, καθότι σε ολογοήμερες διακοπές ευρισκόμενος! Φιλιά κι από μένα, γειτόνισσα, νά ΄σαι καλά 🙂

  3. Θέλω κι άλλο!!!!Οσονούπω;;;

    Την καλησπέρα μου,Τρελέ,που μας τρελαίνεις κανονικά!!!

    φιλιά ;))

  4. Ψυχή, η συνέχεια θα είναι έτοιμη πριν κοκκινίσουν οι ντομάτες. Μιλώ για ντομάτες με γεύση ντομάτας. 🙂

  5. […] της εμφάνιση; Κατ’ αρχάς, σε κατευθύνει να βρεις το σημείωμα του αγνώστου στο γραμματοκιβώτιο. Στη […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: