Τι ψέμα!

«Σκατά!», αναφώνησε. Κι ύστερα: «γκρι!». Τώρα, το γκρι ήταν σκατά ή τα σκατά ήταν γκρι, θα σας γελάσω.

Κοίταξε με υπερένταση βαθιά μέσα στην κρυστάλλινη σφαίρα. «Όπου και να κοιτάξω βλέπω γκρι!» Έκανα να πω ότι εμένα μού ‘φερνε στο γαλαζοπράσινο, αλλά τό ‘πνιξα. «Λοιπόν, δικέ μου, σκούρα λέω τα πράματα». Είχε έναν παράξενο τρόπο να μιλά, σα χιπ-χοπ σε Αλεξανδρινό δωδεκασύλλαβο. «Σκούρο γκρι;» Δαγκώθηκα. Με κοίταξε μια στιγμή σα να προσπαθούσε ν’ αποφασίσει αν αξίζω την τιμή να με στείλει στο διάολο. Τελικά, επανήλθε αυτόματα στο αρχικό mode: είμαι θεός, είσαι σκουλήκι.

«Καλό που απ’ την εύθυμη πλευρά το παίρνεις. Είναι, δικέ μου, ζόρικα μες στη σφαίρα. Όμως τον όγκο του εισπνεόμενου αέρα το γέλιο αυξάνει. Πανικό μη σπέρνεις, λοιπόν, στην καρδούλα σου κι αναστάτωση. Το κλάμα επιταχύν’ την αφυδάτωση.» Καλέ, τι λέει τούτος; «Απλά ‘ναι τα πράματα, δεν ειν’ Αλζέμπρα. Κλάψε το γύπα, το λαγό και τη ζέμπρα.»

«Για κοίτα καλά. Εμένα με βλέπεις;» «Σε βλέπω, δικέ μου» «Όχι, εδώ ..δικέ μου. Στη γαμημένη τη σφαίρα, με βλέπεις;» «Μάγκα, για τους κόκκους μου μιλάς της σκόνης; Άστρα φωτεινά, του σύμπαντος σκοτάδια…» «Κοψ’ τις μαλακίες. Βλέπεις ή όχι. Αλλιώς δεν παίρνεις φράγκο». Η λεπίδα των ματιών του μου χάρισε μια μοναδική λάμψη: «Στο τέλος, όλοι με πληρώνουν».

Σήκωσε τη σφαίρα ψηλά, το χρώμα της σκοτείνιασε. «Δεν υπάρχεις, δικέ μου. Σαν τους κόκκους της σκόνης. Χνούδι απ’ τα φτερά των αγγέλων κι εσύ κι εγώ και όλοι μας» Μού ‘ρθε το αίμα στα μάτια, όρμησα πάνω του. «Οι άνθρωποι, τρελέ, η ανθρωπότητα..» Ένιωσα κάτι σκληρό να με χτυπά, πάλεψα δυο στιγμές με το τίποτα. «Cool, man, μην τρελαίνεσαι. Υπάρχεις εκεί μέσα μα δε φαίνεσαι». Σκυμένος από πάνω μου, έμοιαζε τεράστιος. «Εταιρίες, man, τα πάντα τους ανήκουν. Το νερό, ο αέρας, η ενέργεια, όλα. Κι αυτό το συνθετικό υγρό που κυλά στις συνθετικές σου φλέβες, αυτό που επιμένεις να ονομάζεις αίμα..» «Είσαι ψεύτης!» «Ο ήλιος κι η θάλασσα κι οι αρρώστιες που κουβαλάς μέσα στις τσέπες» «Απατεώνας, τσαρλατάνος, οεε, αγύρτης, ναι, είσαι ένας αγύρτης με μεταξωτό πουκάμισο!» «και τα λεφτά που λατρεύεις κι οι ηδονές που κυνηγάς και χώνεις καλώδια στο κορμί σου» «βούλωσ’ το, λοιπόν!» «τους ανήκεις, έτσι όπως νομίζεις πως σου ανήκουν τα κύτταρα του κορμιού σου, μόνο που σε ταϊζουν και σε φροντίζουν καλύτερα απ’ ότι εσύ αυτά.» Σηκώθηκα όρθιος. «Αυτό πουλάς λοιπόν;» «Δεν πουλάω τίποτα. Στο χαρίζω» Είχα στις τσέπες μου καμιά δεκαριά χαρτονομίσματα. Τα έβγαλα – κουβάρι- και του τα πέταξα φεύγοντας. Τα μάζεψε; Δεν γύρισα να κοιτάξω. Κυνηγημένος. Μου φάνηκε μόνο πως τον άκουσα να λέει: «Στο τέλος όλοι με πληρώνουν…»

Τι ψεύτης, Θεέ μου!

Leonard Cohen – the future

Advertisements

6 Σχόλια to “Τι ψέμα!”

  1. Αστρόσκονη δηλαδή, όπως μ’ αρέσει να υποστηρίζω…είμαστε αστρόσκονη – από εκεί ξεκινάμε κι εκεί επιστρέφουμε. Μαγική η δομή της ιστορίας σου. Να είσαι καλά, καλό σου βράδυ και πάλι.

  2. Αστρόσκονη θαλασσάκι μου.. like tears from the stars, όπως λέει ο συντοπίτης σου..Πολλά φιλιά

  3. Με ταξίδεψες φίλε… γυρνάω πίσω να το ξαναδω, αντε καληνυχτες

  4. Νά’ σαι καλά, Ιάκωβε. Καλή σου νύχτα.

  5. Με ταρακούνησε το κείμενο… υλικό για επιπλέον σκέψη. Την καλημέρα μου

  6. Μαλίνα μου, νά ‘σαι καλά. Φιλιά, καλό βράδυ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: