Μη βάλεις Αλβανό!

Με το φίλο μου τον Αντώνη είχαμε να βρεθούμε μήνες. Από την Άνοιξη που έβαλε μπροστά το σπίτι τον χάσαμε. Είναι να μη μπλέξεις, όπως λένε όσοι έχουν ασχοληθεί με το «άθλημα».
Μιλούσαμε κατά καιρούς στο τηλέφωνο. «Τι γίνεται, ρε Αντώνη;» «Τρέχω με τις άδειες.» «Ψάχνω το μηχανικό.» «Ρίχνω μπετά.» «Έμπλεξα…»
Αυτά τα πράγματα, ως γνωστόν, αν δεν τα ζήσεις από πρώτο χέρι δε μπορείς να τα καταλάβεις. Έτσι κι εγώ που είχα ακούσει για το σπιτάκι της γιαγιάς στην Άνω Βούλα και για τον όροφο που θα σήκωνε πουλώντας κάτι άλλο, είπα να περάσω μια βόλτα προχτές για «αυτοψία». Δίνουμε ραντεβού, έρχεται να με πάρει, πηγαίνουμε και βλέπω ένα σχεδόν τελειωμένο, ωραιότατο, ολοκαίνουργιο τριώροφο με μισό στρέμμα κήπο. Τον ζήλεψα τον Αντώνη.
«Πού το ‘χες αυτό το θαύμα και το ‘κρυβες, ρε μπαγάσα;» Το ‘χε πάρει η γιαγιά το εβδομηντακάτι, «τι το θες ρε μάνα, θα μας φαν οι λύκοι εκεί πάνω», τέτοια άκουγε. Τώρα αξίζει χρυσάφι. Κάποια στιγμή έφτιαξε ένα μικρό σπιτάκι, καμιά σχέση με τις βίλες που ξεφύτρωσαν αργότερα, με τον κήπο του, τα δέντρα του και το νοίκιαζε. Αμαρτωλή ιστορία…
«Στην αρχή, έμενε μια γυναίκα. Μόνη…(παύση). Το σπίτι τότε δεν είχε ούτε καλοριφέρ, μετά βάλαμε. Τα νοίκια κουτσά –στραβά τα παίρναμε, τι έκανε, πώς ζούσε, δεν μας ενδιέφερε. Μέχρι που κάποια στιγμή της μπήκε η ιδέα να κλείσει το χώρο που δημιουργούσε κάτω απ’ την πίσω μεριά του σπιτιού η κλίση του εδάφους. Είναι παράνομο, της ξεκόψαμε. Αποτέλεσμα πρώτο: έριξε τσιμέντο χωρίς να μας πει τίποτα και το σπίτι απέκτησε υπόγειο. Αποτέλεσμα δεύτερο: τη μάνα μου να την ανακρίνει ένας της δίωξης με πολιτικά, γνωστός γνωστού, καθότι η κοπελιά συνελήφθη για εμπορία με μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών -«δοκιμάστρια», λέει- κι από τη φυλακή μας μηνούσε να μην τη βγάλουμε απ’ το σπίτι γιατί επρόκειτο περί λάθους. Οι γονείς μου φοβήθηκαν μη μπλέξουνε με τα κυκλώματα και την άφησαν. Έτσι, είχαν το νοίκι για τους επόμενους μήνες πρώτη φορά στην ώρα του, μέχρι που βγήκε, άδειασε το σπίτι κι εξαφανίστηκε. Μας άφησε ενθύμιο το υπόγειο και δυο πλακάκια σπασμένα στην κουζίνα και σκαμμένες από κάτω τους δυο ρηχές κοιλότητες…(παύση). Καταλαβαίνεις…» Καταλαβαίνω.
Μετά ήρθε ένα ζευγάρι. Σοβαρό ζευγάρι, σκεφτόταν το γάμο. Προφανώς η συγκατοίκηση αποδείχθηκε καταλυτική (εκτός αν έφταιγε το κάρμα του σπιτιού) και σε κάνα χρόνο αυτός τα μάζεψε κι έφυγε αφήνοντας πίσω του γρονθοκοπημένα ντουλάπια και μια μπαγκαζιέρα για να τον θυμούνται. Σχεδόν αμέσως ακολούθησε και η άλλη, το σπίτι ξενοικιάστηκε κι ο φίλος μου ο Αντώνης, άντρας πια, ανέλαβε να το συνεφέρει και να εισπράττει τα νέα ανεβασμένα ενοίκια.
«Τα οποία ενοίκια τα πλήρωνε η Γιαπωνέζα κανονικά. Εντάξει, πού και πού μπορεί να χρειαζόταν να της υπενθυμίσουμε ότι άλλαξε ο μήνας, σοβαρά προβλήματα όμως μαζί της δεν είχαμε. Ήταν η πρώτη εξάλλου που έδειξε να εκτιμά τον κήπο. Βλέπεις αυτή την τσιμεντένια πλατφόρμα;» Του είπα ότι τη βλέπω, ήταν περίπου όσο η κρεβατοκάμαρά μου. «Αυτή την έφτιαξε, για τους δύο καυκάσιους. Όταν αργότερα πήγα να ξηλώσω το σπιτάκι τους, γέμισα ένα κοντέινερ ξυλεία, συρματόπλεγμα και σκυλίσια τρίχα. Είχε περιμαζέψει όλα τα αδέσποτα γατιά της περιοχής, βάλε κάνα-δυο χελώνες και τα καναρίνια κι η εικόνα συμπληρώθηκε. Μετά αρρώστησε κι άφηνε τα σκυλιά μες στο σπίτι…(παύση απόγνωσης). Όταν έφυγε έπρεπε ν’ αποφασίσω αν θα το βάψω και θ’ αλλάξω τις πόρτες ή θα κατεβάσω την τιμή. Προτίμησα το δεύτερο κι έτσι μπήκε ο καπετάνιος.»
 Ο καπετάνιος ήταν σκίππερ στο γιωτ κάποιου φραγκάτου. Για κάποιο λόγο ο φραγκάτος τον πλήρωνε όποτε το θυμόταν (ή τουλάχιστον έτσι υποστήριζε), οπότε κι αυτός έβαζε το νοίκι αναλόγως: πότε ένα μόνο του, πότε δύο μαζί, μια φορά τού ‘φερε  του Αντώνη εκατόν πενήντα ευρώ χρωστούμενα. «Από πού μου τα χρωστούσε δεν κατάλαβα, είχα χάσει το λογαριασμό. Ύστερα έριξε το γιωτ σε ξέρες ή κάτι παρόμοιο, ο άλλος τον απέλυσε, πάει κι ο καπετάνιος. Αυτός μου άφησε για ενθύμιο το υπόγειο της πρεζούς στρωμένο με πλακάκι. Τώρα το κάνω γκαρσονιέρα για τον παππού και τη γιαγιά.» Μου δείχνει το υποτιθέμενο υπόγειο καθώς αφήνουμε τον κήπο ανηφορίζοντας τη ράμπα., βαμμένο πια, κανονικό σπιτάκι. Χαμογελάει πονηρά. Και μου εξηγεί για τους Αλβανούς.
«Τι να ‘κανα, να τους έδιωχνα; Με φάγανε όλοι, μη βάλεις Αλβανό και μη βάλεις Αλβανό. Εγώ μια φορά τους Έλληνες τους δοκίμασα, τους Γιαπωνέζους τους δοκίμασα, ένα ζευγάρι με τρία παιδιά ήταν, είπα να δοκιμάσω την τύχη μου προετοιμασμένος για τα χειρότερα. Πάνω στο μήνα, που λες, περιμένω το νοίκι. Πάει πέντε του μήνα, πάει δέκα, πουθενά το νοίκι. Αλβανό μου ήθελες, λέω στον εαυτό μου, πάρτα μαλάκα! Τον παίρνω τηλέφωνο και μου ζητά χίλιες φορές συγγνώμη. Δεν έβρισκε, λέει, το τηλέφωνό μου κι ο μόνος τρόπος να επικοινωνήσει ήταν να μη βάλει τα λεφτά. Σαν καθώς πρέπει Έλλην σκέφτηκα βέβαια ‘πού τα πουλάς αυτά’, την άλλη μέρα όμως πρωί-πρωί τα λεφτά ήταν στην τράπεζα. Έκτοτε, το νοίκι δεν καθυστέρησε ποτέ ούτε μια μέρα. Φρόντισε τον κήπο, έβαψε το σπίτι εξωτερικά χωρίς να απαιτήσει δεκάρα και, όταν μου την έδωσε πέρσι στα ξαφνικά να φτιάξω το σπίτι για να μείνω, δεν είπε τίποτα παρότι είχε συμβόλαιο για δυο χρόνια, μόνο το τακτοποίησε ωραία-ωραία, το σκούπισε, το γυάλισε κι έφυγε σαν κύριος.»
Είχε σκοτεινιάσει και κατηφορίσαμε προς την Καλύμνου. Στο φανάρι κάναμε δεξιά προς Αθήνα, χαλαρωμένοι, με το βουητό του σαββατόβραδου ν’ ανεβάζει στροφές. Αυτοκίνητα προσπερνούσαν με θόρυβο, ο αέρας μύριζε βροχή. Χωρίσαμε ανταλλάσσοντας χαιρετίσματα και την καθιερωμένη υπόσχεση να τα ξαναπούμε, ποιος ξέρει πότε. Τον είδα στα φώτα των αθηναϊκών δρόμων να φεύγει, τον είδα ν’ απομακρύνεται και να χάνεται και σκέφτηκα, κρίμα που δεν τον βρήκε νωρίτερα τον Αλβανό του ο Αντώνης…
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: