το όνειρο της πεταλούδας -4

κεφάλαιο τέταρτο, αποκαλύψεις

Πόσα τέτοια καυτά σε μια μέρα
που σκορπίσαν κι αυτά στον αέρα
-Πότε αρχίζει η γιορτή; -Μόλις τώρα.
-Ποιος κρατά το κουτί; -Η Πανδώρα.

ιατί νομίζω πως από κάπου σε ξέρω;»
Η Αλεξάνδρα απευθυνόταν στο Φώτη, ο οποίος εδώ και λίγη ώρα ήταν γυρισμένος προς το κάθισμα των δύο κοριτσιών και σιγοκουβεντιάζανε κάτι για τις παραλίες του Κορινθιακού, το Ξυλόκαστρο και διάφορους προορισμούς διακοπών. Κι αυτό μετά από πρόταση της Αλεξάνδρας να παρατήσουν την «ηλίθια φάρσα» και να πιάσουνε καμιά παραλία.
«Κι εμένα μου φαίνεσαι αόριστα γνωστή», απάντησε εκείνος κι έσπευσε να επιστρέψει στην ασφάλεια της προηγούμενης κουβέντας. «Αφού έχουμε πάει σε τόσα κοινά μέρη, μπορεί να έχουμε συναντηθεί κάπου. Πότε είπες ότι πήγες στο Ναύπλιο;»
«Τελευταία φορά τον περασμένο Σεπτέμβριο. Πήγα για δουλειά, για μια έρευνα.»
«Έρευνα; Τι έρευνα, επιστημονική ή …αστυνομική;» ρώτησε η Ελίνα, τονίζοντας περιπαιχτικά την τελευταία λέξη.
«Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Έρευνα αγοράς. Γκάλοπ», απάντησε η Αλεξάνδρα.
«Σοβαρά; Κοίτα να δεις!» είπε η Ελίνα. «Φέτος το σκεφτόμουνα κι εγώ να δοκιμάσω. Για να βγάζω κάνα ψιλό μέχρι να τελειώσω. Πέρσι δούλεψα σ’ ένα μπαρ, αλλά τελικά δεν είχε τόση πλάκα. Για πες μου!»

Η κουβέντα ανάμεσα στις δυο κοπέλες στράφηκε σε δουλειές και σπουδές. Ο Φώτης γύρισε μπροστά. Σε λίγο συζητούσαν με το Δημήτρη για αυτοκίνητα, ενοικιαζόμενα και μη.
Ο Οδυσσέας είχε ξεκινήσει κάποιες κοινοτοπίες με τον Άρη και, κάποια στιγμή, έριξε δήθεν αδιάφορα αυτό που ήθελε.
«Νικολάου λέγανε έναν συμφοιτητή μου. Κάναμε πολύ παρέα τότε. Παναγιώτη Νικολάου.»
Ο Άρης τον κοίταξε μ’ ένα κράμα ενδιαφέροντος και αμφιβολίας.
«Παναγιώτη λένε τον πατέρα μου», είπε. «Τελείωσε το Πολιτικό της Νομικής. Μη μου πεις ότι κι εσύ…»
«Ακριβώς. Τελείωσα το ’89. Ο Παναγιώτης που λέω τελείωσε ένα χρόνο αργότερα και στράφηκε στη δημοσιογραφία. Παντρεύτηκε μια συμφοιτήτριά μας.»
«Μιλάς για τη μητέρα μου, τη Χρυσάνθη», είπε ο Άρης με μάτια που έλαμπαν. Η Αλεξάνδρα είχε πιάσει τον καρπό τη Ελίνας και τον έσφιγγε. «Δεν φαντάζομαι… Αυτό το σήμα κινδύνου που έλεγες πριν… δεν ήταν απ’ τον πατέρα μου…»
«Όχι, ήταν από γυναίκα», είπε ο Οδυσσέας χωρίς να αποκαλύψει περισσότερα. «Άκουσα ότι αργότερα χωρίσανε…»
«Χώρισαν πριν από πέντε χρόνια.» Ο Άρης ήταν πάλι σοβαρός και απόμακρος.
«Λυπάμαι», είπε συγκαταβατικά ο Οδυσσέας, προβληματισμένος για το κατά πόσον θα n sμπορούσαν να συνδέονται, το μήνυμα που έλαβε μ’ αυτό που έλαβε ο Άρης.

Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε την παράξενη ησυχία που επικρατούσε μπροστά. Η Αλεξάνδρα είχε γυρίσει και κοιτούσε τον Άρη με μάτια ορθάνοιχτα, αποσβολωμένη.
«Είσαι …ο Άρης!» είπε τελικά. «Ο γιος του Πάνου.»
Ο Φώτης άπλωσε το χέρι του και χαμήλωσε τη μουσική. Η άσφαλτος, παρά τη συννεφιά, έβραζε -ο αέρας έμπαινε απ’ τα παράθυρα καυτός.
«Έχω ανάγκη από ένα τσιγάρο.» Η φωνή της Αλεξάνδρας ίσα που ακούστηκε πάνω απ’ το θόρυβο του αέρα και της μηχανής.
Ο Δημήτρης έκοψε ταχύτητα. «Θέλετε να σταματήσω;» ρώτησε. «Προλαβαίνουμε.»
«Αν δεν ενοχλεί τους υπόλοιπους, εγώ δεν έχω πρόβλημα», είπε ο Άρης κοιτώντας την Αλεξάνδρα με περιέργεια.
«Ευχαριστώ», είπε εκείνη ψάχνοντας την τσάντα της. Όλοι εκτός απ’ το Δημήτρη είχαν στραφεί προς το μέρος της.
«Γνωρίζεις τον πατέρα μου;» ρώτησε ο Άρης ψυχρά. Ήταν φανερό πως είχε καταλάβει ήδη.
Η Αλεξάνδρα άναψε το τσιγάρο με αργές κινήσεις. Ο προηγούμενος αυθορμητισμός της είχε χαθεί.
«Τον γνωρίζω», είπε απλά. «Είμαι η δεύτερη γυναίκα του.»

Ο Άρης δε μίλησε. Η Ελίνα φαινόταν απόμακρη. Ο Οδυσσέας αναζητούσε τις κατάλληλες λέξεις. Κάτι πήγε να πει αλλά τον πρόλαβε ο Φώτης.
«Αν κατάλαβα», είπε, «εσείς οι τρεις έχετε κάποια σχέση μεταξύ σας».
«Για την ακρίβεια, έχουμε όλοι σχέση με το ίδιο πρόσωπο», είπε ο Οδυσσέας. «Ίσως εκεί να βρίσκεται ο συνδετικός κρίκος στην ιστορία μας.»
«Πώς λέγεται αυτό το πρόσωπο;» ρώτησε ο Φώτης.
«Παναγιώτης Νικολάου», είπε ο Οδυσσέας. «Παλιός συμφοιτητής δικός μου και πατέρας του Άρη.» Για μια στιγμή δίστασε. «Και σύζυγος της Αλεξάνδρας», είπε τελικά.
«Στα χαρτιά», είπε η Αλεξάνδρα, φυσώντας τον καπνό της έξω απ’ το παράθυρο. «Πάει ένας μήνας πού ‘χει φύγει απ’ το σπίτι. Πήρα ήδη χαρτί απ’ το δικηγόρο του.»
«Υπέροχα», είπε ο Φώτης. «Υποθέτω πως θα πρέπει να ψαχτούμε κι εμείς τώρα. Εμένα πάντως αυτό το όνομα δεν μου λέει τίποτα», συμπλήρωσε και στράφηκε προς την Ελίνα.
«Πιστεύετε ότι… αυτό το… άτομο…», άρχισε αβέβαια εκείνη. Φαινόταν να μην ξέρει πώς να συνεχίσει.
«Ίσως βρήκαμε αυτό που μας συνδέει», είπε ήρεμα ο Οδυσσέας. Το λόγο που είμαστε εδώ εμείς οι πέντε.»
«Μα ο Φώτης λέει πως δεν τον ξέρει», είπε η Ελίνα. Τα ματάκια της πρόδιδαν όλη της την απόγνωση.
«Τι θέλεις να μας πεις Ελίνα;» ρώτησε μαλακά ο Οδυσσέας.

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μια βλαστήμια και το φορτηγάκι τραντάχτηκε ολόκληρο. Οι επιβάτες του έπεσαν στο πλάι –ο Άρης βρέθηκε πάνω στον Οδυσσέα και η Ελίνα πάνω στην Αλεξάνδρα. Για λίγη ώρα κανείς δεν καταλάβαινε τι συμβαίνει. Άκουγαν μόνο τον οδηγό να βρίζει θεούς και δαίμονες.
«Θα μας σκότωνε ο τρελλός! Τελευταία στιγμή τον είδα στον καθρέφτη.»
«Τι έγινε;» ρώτησε ο Φώτης, ο οποίος λόγω θέσης συνήλθε πρώτος. «Αυτή η νταλίκα;»
Έδειχνε κάπου μπροστά και οι υπόλοιποι πρόσεξαν ένα πολύ μακρύ όχημα που απομακρυνόταν με υπερβολική για το μέγεθός του ταχύτητα.
«Παραλίγο θα ‘πεφτε πάνω μας», είπε ο Δημήτρης. «Πρέπει να μας ακούμπησε λίγο.» Και λέγοντας αυτά, άναψε τα αλάρμ καθώς πλησίαζαν σε χώρο στάσης.

Βγήκαν όλοι έξω μουδιασμένοι. Ο Δημήτρης έκανε το γύρο του οχήματος επιθεωρώντας το. Ο Οδυσσέας πλησίασε την Ελίνα.
«Τι συμβαίνει, μικρή μου;» ρώτησε τραβώντας την παράμερα.
Έβγαλε απ’ την τσέπη τα τσιγάρα του. Εκείνη έψαχνε τα δικά της. Φαινόταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα.
«Ευχαριστώ», είπε παίρνοντας απ’ το πακέτο με τα άφιλτρα που της έτεινε. «Πώς μπορείς και τα καπνίζεις αυτά τα πράγματα;» είπε αφού άναψε και τράβηξε τις πρώτες ρουφηξιές.
Ο Οδυσσέας έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω. Η Αλεξάνδρα ήταν κοντά στο Δημήτρη σχολιάζοντας το συμβάν. Ο Φώτης με τον Άρη απομακρύνονταν προς αντίθετες κατευθύνσεις. Σωματική ανάγκη, προφανώς.
«Τι σχέση είχες με τον Παναγιώτη;» ρώτησε.
Η Ελίνα τον κοίταξε με παράπονο.
«Πρέπει να το περάσω αυτό, έτσι;»
«Έτσι.»
«Ήταν ο έρωτας της ζωής μου. Ό,τι καλύτερο μου έχει τύχει. Πριν από δυο χρόνια, σ’ ένα σεμινάριο στη σχολή μου… Το ήξερα πως ήταν παντρεμένος.» Έκανε ένα μορφασμό. «Είχαμε και διαφορά ηλικίας…»
Τράβηξε μια ρουφηξιά αδέξια. Πνίγηκε κι άρχισε να βήχει.
«Προσπαθώ να το ξεχάσω», είπε.
Άφησε το τσιγάρο να πέσει, μισοκαπνισμένο. Το πάτησε νευρικά κι απομακρύνθηκε. Ο Οδυσσέας την ακολούθησε αργά.
«Είναι δύσκολη η θέση σου», είπε μόνος του.

Επιβιβάστηκαν στο φορτηγάκι αμίλητοι. Μόνον ο Δημήτρης με το Φώτη σχολίαζαν εντυπωσιασμένοι το γεγονός ότι δεν είχαν ούτε γρατζουνιά. Φαίνεται πως το ωστικό κύμα σε συνδυασμό με την αντίδραση του Δημήτρη ήταν τα αίτια του ταρακουνήματος. Κατά τ’ άλλα, να μην το πούνε πουθενά. Κυκλοφορούνε τόσοι τρελλοί στην άσφαλτο…
Πήραν ξανά το δρόμο αμίλητοι. Η ίδια πάντα ερημιά. Τα διόδια, όπως και τα προηγούμενα, αφύλαχτα. Η Πάτρα πλησίαζε με ταχύτητα λίγο πάνω απ’ τα εκατό χιλιόμετρα την ώρα.
Κάποια στιγμή, η Αλεξάνδρα γύρισε στην Ελίνα.
«Στο Πάντειο είπες σπουδάζεις;»
«Ναι.»
«Και το όνομά σου… κανονικά… είναι Μαριλένα;»
«Ναι.»
Για λίγο δεν ειπώθηκε τίποτε άλλο. Ύστερα η Αλεξάνδρα πρόσθεσε χαμηλόφωνα:
«Εσύ είσαι λοιπόν η Μαριλένα. Σε φανταζόμουν διαφορετική.»
«Κι εγώ εσένα», είπε η άλλη. Κι ύστερα, παίρνοντας θάρρος: «Ωραία παρέα γίναμε όμως. Θα πρέπει να το διασκεδάζει πραγματικά ο ηλίθιος που μας μάζεψε.»

Ο Άρης κοιτούσε έξω απ’ το παράθυρο σκεφτικός. Αν είχε ακούσει το διάλογο, δεν έδειξε τίποτα. Κι ο Φώτης είχε ξαναβρεί το γνώριμο κλειστό του στυλ. Όλοι φαίνονταν να περιμένουν απ’ τον Οδυσσέα ν’ αναλάβει πρωτοβουλία, ωστόσο εκείνος παρέμενε σιωπηλός και απόμακρος.

«Εκείνο που δεν καταλαβαίνω», είπε στο τέλος η Ελίνα, «είναι τι σχέση έχει ο Φώτης».
«Εγώ, πάντως, αυτόν τον τύπο που λέτε δεν τον ξέρω», είπε ο Φώτης. Κι ύστερα από λίγο: «Έχετε καμιά φωτογραφία του;»
«Δεν ξέρω. Οι κυρίες…», είπε ο Άρης με μια υπόνοια ειρωνείας.
«Άκου, νεαρέ!» είπε εκνευρισμένη η Αλεξάνδρα. «Δεν ξέρω τι σχέση έχετε οι υπόλοιποι. Εμένα μου ρήμαξε τη ζωή. Και, ειλικρινά, δεν ξέρω τι δουλειά έχω εδώ μέσα.»
«Κανείς μας δεν το ξέρει αυτό», είπε μαλακά ο Οδυσσέας. Και συνέχισε: «Φαίνεται όμως ότι έχουμε επιλεγεί λόγω της σχέσης μας με το συγκεκριμένο πρόσωπο. Εξαιρούμε για την ώρα το Φώτη… Ίσως αργότερα προκύψει κάτι άλλο. Εκείνο που πρέπει να επισημάνουμε επίσης είναι η απουσία ενός προσώπου…» Σταμάτησε.
«Εννοείς τη μητέρα μου;» ρώτησε ο Άρης. «Το σκεφτόμουν κι εγώ μόλις τώρα.»
«Και γιατί θα έπρεπε να είναι στην παρέα μας η μητέρα του;» Η Αλεξάνδρα απευθυνόταν στον Οδυσσέα. «Αν έπρεπε να παρίστανται όλες οι κατά καιρούς σχέσεις του κυρίου Νικολάου, θα χρειαζόμασταν ένα όχημα οπωσδήποτε πολύ μεγαλύτερο από αυτό.»
«Άκουσε , Αλεξάνδρα…»
«Να τελειώσω, Οδυσσέα, μισό λεπτό! Ίσως νομίζετε ότι βγάζω κακία, όμως τα σκέφτηκα κι εγώ όλ’ αυτά. Μπορεί να βρήκαμε τι μας συνδέει, τουλάχιστον τους τέσσερις, όμως το κριτήριο επιλογής παραμένει θολό –κι αυτό είναι το λιγότερο που μπορώ να πω. Εσύ, απ’ ό,τι κατάλαβα, έχεις να δεις τον Πάνο χρόνια –ούτε το γιο του δεν γνώριζες. Ίσως κάποτε να είχατε πραγματικά στενή σχέση, όμως, σ’ εμένα τουλάχιστον, δεν σε ανέφερε ποτέ. Αντιθέτως, γνώρισα ανθρώπους με τους οποίους ήταν κώλος και βρακί. Αυτοί δεν είχαν θέση στην παρέα μας; Και στην τελική, που είναι ο ίδιος ο Νικολάου; Εκτός αν νομίζεις ότι είναι αυτός που έστησε την όλη φάση…»
Σταμάτησε αφήνοντας την τελευταία φράση να επικρέμεται, σαν ερώτηση. Ο Οδυσσέας, αιφνιδιασμένος από την ορμητικότητά του μονολόγου της, δεν απάντησε αμέσως. Στο τέλος είπε:
«Ίσως είναι πολύ πρόωρο να θέτουμε τέτοιου είδους ερωτήσεις. Έχεις δίκιο σ’ αυτό που λες, το τοπίο παραμένει εξίσου θολό με πριν.»

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η φωνή του Δημήτρη.
«Απίστευτο! Ο τύπος με τη νταλίκα είναι ξανά μπροστά μας.»
Η προσοχή όλων στράφηκε στο δρόμο όπου, σε απόσταση μερικών εκατοντάδων μέτρων, το μεγάλο όχημα διακρινόταν πολύ καθαρά, βρισκόμενο στην απέναντι μεριά μιας μικρής γούβας. Το πιο παράξενο ήταν ότι το πλησίαζαν με μεγάλη ταχύτητα, λες κι ήταν σταματημένο.
«Τι κάνει πάλι ο μαλάκας!» Ήταν ο Φώτης που φώναξε. «Μοιάζει σαν…»

Αλλά δεν έμοιαζε μόνο. Με το βάρος όλων της των τόνων και ταχύτητα που αυξανόταν δραματικά, η νταλίκα ερχόταν κατά πάνω τους.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: