κεφάλαιο 5 – το αδύνατο δεν υπάρχει

1 – φώτης

πανικός είναι ένα τέρας. Μια κατάσταση του νου όπως η χαρά και η λύπη –κι ωστόσο κάτι δραματικά διαφορετικό απ’ αυτές. Είναι το μπάσταρδο του Φόβου και της Πίεσης, ο ετεροθαλής αδελφός της αγωνίας, ένα τέρας με πολλά χέρια που όμως δεν πιάνουν και πολλά πόδια που όμως δεν τρέχουν. Ένας ανεπιθύμητος επισκέπτης που εκτός από απρόσκλητος είναι και γρουσούζης. Η παρουσία του προοιωνίζεται βάσανα.

Όχι, βέβαια, πως πρόλαβε να τα σκεφτεί όλα αυτά ο Φώτης. Όταν, αργότερα, προσπάθησε να ξαναφέρει στο νου του εκείνες τις στιγμές, το μόνο πράγμα που του ερχόταν εκτός απ’ την εικόνα της νταλίκας που κινιόταν με την όπισθεν κατά πάνω τους, ήταν αυτό: πανικός.
Τα πάντα έγιναν μέσα σε δύο ή το πολύ τρία δευτερόλεπτα, μέσα στα οποία άκουγες φωνές «πρόσεχε!», «στρίψε!» και τέτοια. Για λίγο φοβήθηκε πως ο οδηγός, παγωμένος από τον πανικό όπως όλοι τους, δεν θα αντιδρούσε καθόλου και το θηριώδες όχημα θα τους συνέθλιβε με την ορμή και το βάρος του. Ευτυχώς, την τελευταία στιγμή και παρότι το αντίθετο ρεύμα ήταν άδειο, ο Δημήτρης έκοψε ψύχραιμα δεξιά στο περιθώριο του δρόμου, περνώντας ξυστά από τη νταλίκα και τσακίζοντας τις άκρες των δέντρων που προεξείχαν στο όριο της ασφάλτου.
Πάτησε φρένο και σταμάτησε βρίζοντας. Τα κορίτσια είχαν γίνει ένα κουβάρι. Ο Φώτης θυμόταν καθαρά τα μάτια της Ελίνας γεμάτα βουβό τρόμο όταν, γυρνώντας προς τα πίσω να ελέγξει αν είναι όλα εντάξει, τις είδε αγκαλιασμένες με την Αλεξάνδρα.

(Πράγματι, κάτι παραπάνω από μια απλή κατάσταση του νου, έτσι αγαπητέ Φώτη; Πανικός ο διασαλευτής, πανικός ο αφυπνιστής, πανικός ο συμφιλιωτής. Θα μπορούσε άραγε να σταματήσει την κατηφόρα της ανθρωπότητας, ανοίγοντας μπρος στα πόδια της το γκρεμό; Θα ένωνε άραγε την Κύπρο ένας μεγάλος σεισμός; Το Ισραήλ με την Παλαιστίνη μια επίθεση εξωγήινων; )

Ο Άρης ήταν ο πρώτος που αντέδρασε ζητώντας ν’ ανοίξουν την πόρτα. Ο Φώτης βγήκε και τράβηξε τη συρόμενη. Ο Οδυσσέας κατέβηκε και τον ακολούθησε ο Άρης. Ο Δημήτρης είχε σβήσει τη μηχανή και κατέβαινε από τη δική του πόρτα κοιτώντας προς την κατεύθυνση που απομακρύνθηκε η νταλίκα. Η Αλεξάνδρα με την Ελίνα κατέβηκαν τελευταίες.

«Κάτι δεν πάει καλά εδώ.» Είχαν περάσει απ’ τη μεριά του δρόμου και κοιτούσαν εκεί που τους έδειχνε ο Δημήτρης. Στη μέση της κοιλότητας του δρόμου η νταλίκα στεκόταν ακινητοποιημένη.
«Μα τι θέλει, επιτέλους;» ρώτησε η Αλεξάνδρα, η οποία δεν είχε συνέλθει ακόμα.
«Δεν ξέρω», είπε ο Φώτης. «Θα ‘λεγε κανείς πως είναι ακυβέρνητο.»
«Το ίδιο πιστεύω κι εγώ», είπε ο Δημήτρης. «Πάω να ρίξω μια ματιά.»
«Πρόσεχε», φώναξε η Ελίνα.
«Πάω κι εγώ», είπε ο Άρης, ακολουθώντας το Δημήτρη που ήδη κατηφόριζε.
«Μάλλον έχετε δίκιο», είπε ο Οδυσσέας στο Φώτη. «Φαινόταν να κινείται με το βάρος της, χωρίς μηχανή.» Έμεινε να το σκέφτεται. «Είναι άλλωστε η μόνη λογική εξήγηση», πρόσθεσε.
«Εγώ δεν ψάχνω πλέον για λογικές εξηγήσεις», είπε η Ελίνα. «Όλο αυτό το πράγμα που ζούμε είναι παράλογο. Αισθάνομαι σαν πιόνι…, σαν πιόνι της μοίρας.»
«Παράξενο», είπε η Αλεξάνδρα.
«Ποιο πράγμα είναι παράξενο;» ρώτησε η Ελίνα.
«Αυτό, για τη μοίρα…» Η Αλεξάνδρα φαινόταν χαμένη εντελώς. «Σήμερα το πρωί, μόλις, μου τη λέγανε.»
Η Ελίνα γέλασε αμήχανα.
«Τι εννοείς σου τη λέγανε; Να σε πω τη μοίρα σου και το ριζικό σου;»
«Κάτι τέτοιο.» Κάνοντας αντήλιο με το χέρι, η Αλεξάνδρα είχε στρέψει την προσοχή της στη σκηνή που διαδραματιζόταν λίγο παρακάτω. Εκεί όπου ο Δημήτρης με τον Άρη, έχοντας ανοίξει τις πόρτες της καμπίνας του οδηγού της νταλίκας, φαίνονταν να ταλαιπωρούνται με κάτι στο εσωτερικό της.
«Κάτι γίνεται εκεί κάτω», είπε ο Οδυσσέας. «Δεν πάμε να δούμε;» Και ξεκίνησε ακολουθούμενος απ’ τους υπόλοιπους. Ο Φώτης ακολούθησε τελευταίος με ανάμεικτα συναισθήματα.

Είχε έναν άγριο ενθουσιασμό, σαν του παιδιού με το καινούργιο παιχνίδι. Όπως τότε με το μπιλιάρδο, ένα πράγμα. Μέρα-νύχτα τη στέκα είχε στο μυαλό του. Μέχρι που πήγε φαντάρος, έπιασε δουλειά κι ούτε που την ξανάπιασε στα χέρια του. Μετά…Πώς θα βάλει λεφτά στην άκρη, να ξεχρεώσει το αυτοκίνητο στην αρχή κι ύστερα ν’ αγοράσει σπίτι. Έτσι φύγαν τα χρόνια. Για να το κάνει τι; Για ποιον; Για κείνην, που έφυγε ξαφνικά, παραμονές του γάμου, χωρίς εξήγηση; Εκτός αν λογίζονται για εξήγηση οι ασυναρτησίες…

Δίπλα στη ρυμούλκα τους υποδέχτηκε ο Άρης μ’ ένα ανεξιχνίαστο χαμόγελο.
«Τα νεύρα του Δημήτρη είναι σε κακό χάλι», είπε μόνο.
«Μικρέ, αντί να κάνεις τον έξυπνο, δεν βοηθάς λιγάκι την κατάσταση;» ακούστηκε η φωνή του άλλου από πάνω. Είχε ανάψει τ’ αλάρμ της νταλίκας και έβγαινε από την πόρτα του συνοδηγού κρατώντας κάτι στα χέρια του.
«Μπορείς να το βάλεις καμιά πενηνταριά μέτρα πιο πίσω είπε κλείνοντας το μάτι στον Άρη.
Ο «μικρός» πήρε το κόκκινο τρίγωνο και απομακρύνθηκε. Στο μεταξύ, ο Οδυσσέας είχε ανέβει στο σκαλοπάτι του οδηγού και κοιτούσε μέσα στην καμπίνα.
«Απίστευτο», ακούστηκε να μονολογεί.
«Τι συμβαίνει, Οδυσσέα;» ρώτησε ο Φώτης. «Ο οδηγός;»
«Ο οδηγός τετέλεσται», είπε ο Δημήτρης πηδώντας κάτω.
«Ανακοπή;»
«Κάτι τέτοιο. Αν τον δεις, δεν φαίνεται και τόσο περίεργο.»
«Είναι σίγουρα νεκρός;» παρενέβη η Αλεξάνδρα. «Μήπως μπορούμε…»
«Πιο σίγουρα δεν γίνεται, κοπέλα μου», είπε ο Δημήτρης. «Είναι πιο άψυχος κι από τούτη εδώ τη λαμαρίνα», είπε δείχνοντας το λευκό κουβούκλιο της ρυμούλκας. «Έχει και το ίδιο χρώμα.»
«Μα πώς; Θέλω να πω, δεν μπορεί να έχει πεθάνει πολύ ώρα.»
«Αυτό είναι το πραγματικά ανεξήγητο», είπε ο Οδυσσέας κατεβαίνοντας και κλείνοντας την πόρτα. Ο Φώτης έσπευσε να πάρει τη θέση του.
«Τι γίνεται Οδυσσέα;» άκουσε την Αλεξάνδρα να ρωτάει. «Τι είναι πάλι αυτά τα καινούργια μυστήρια; Γιατί δεν εξηγείτε τι συμβαίνει;» Απ’ το παράθυρο φαινόταν μόνο ένα κεφάλι με το στόμα ανοιχτό.
«Τι να εξηγήσουμε;» Ο Οδυσσέας ακούμπησε στον προφυλαχτήρα αναζητώντας τα τσιγάρα του. «Αυτός ο άνθρωπος μοιάζει να είναι νεκρός από ώρες. Τα χέρια του είναι σαν ξύλα.»
«Τότε θα πρέπει να οδηγούσε κάποιος άλλος», είπε η Αλεξάνδρα. Ο Φώτης άνοιξε την πόρτα και κοίταξε τον όγκο πίσω από το τιμόνι. Το μυαλό του αρνιόταν να επιβεβαιώσει το μήνυμα απ’ το οπτικό νεύρο.
«Δεν υπάρχει κανένας άλλος», είπε ο Οδυσσέας. «Κατ’ αρχάς, θα τον βλέπαμε. Έπειτα…»
«Έπειτα;»
«Πρέπει να το δεις μόνη σου για να καταλάβεις», είπε.
Η Ελίνα είχε σκαρφαλώσει ήδη απ’ τη μεριά του συνοδηγού. «Καλά, πώς μπόρεσε να μπει αυτό εδώ μέσα;» την άκουσαν να σχολιάζει.
Ο Φώτης έδωσε το χέρι του στην Αλεξάνδρα. «Πρέπει να το δεις κι εσύ», είπε βοηθώντας τη ν’ ανέβει, «γιατί εγώ μπορεί και να τρελάθηκα.»
Η Αλεξάνδρα βρέθηκε δίπλα του στο σκαλί. Προσπαθώντας να στηριχτεί στο ιδρωμένο χέρι του κοίταξε μέσα.
«Αδύνατον», ψέλλισε.
«Το ίδιο είπα κι εγώ».

Όμως δεν χωρούσε αμφιβολία. Ο ανοικονόμητος όγκος των εκατόν εξήντα κιλών, αυτό το θαύμα της φύσης, το σφηνωμένο ανάμεσα στο κάθισμα και το τιμόνι. Τα ανακατεμένα μαλλιά μέσα από τα οποία ξεπρόβαλαν δυο ορθάνοιχτα μάτια, δυο μάτια που φαίνονταν να κοιτάζουν σε εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις και που πλέον δεν έβλεπαν τίποτα. Όλα αυτά δεν μπορούσαν να ανήκουν σε κανέναν άλλο.
Ήταν ο οδηγός του πρωινού ραδιοταξί.

2 – ελίνα

έρα ή νύχτα;
Ζέστη ή κρύο;
Βουνό ή θάλασσα;
Άσπρο ή μαύρο;

Σήκωσε το κεφαλάκι σου. Αυτό το μικρό, μελαχρινό κεφαλάκι. Κοίτα ψηλά τον ουρανό που μαυρίζει. Έρχεται καταιγίδα. Μια καταιγίδα απ’ αυτές που ξεπλένουν τη ζωή σου, απ’ αυτές που καθαρίζουν το βλέμμα σου.
Λοιπόν;

«Τι λοιπόν;»
«Ποια είσαι;»
«Πρέπει να το αποφασίσω αυτό τώρα;»
«Σκέφτεσαι κάποια καλύτερη στιγμή από τώρα;»
«Όχι.»
«Λοιπόν;»
«Τι λοιπόν;»
«Ποια είσαι;»
«Είμαι η Κίρκη.»
«Η Κίρκη;»
«Ξέρεις… παλιά… εκείνη η μάγισσα; Που έκανε τους ανθρώπους-γουρούνια πραγματικά γουρούνια;»
«Θέλεις να μεταμορφώνεις τους ανθρώπους; Γιατί;»
«Για να μπορέσω να τους αγαπήσω.»
«Κι αν γίνουν γουρούνια, θα τους αγαπάς;»
«Μα… είναι γουρούνια!»
«Δεν καταλαβαίνω.»
«Θέλω να μεταμορφώνω τους ανθρώπους σε αυτό που είναι. Αλλά δεν μπορώ.»
«Αφού είσαι η Κίρκη.»
«Όχι, δεν είμαι. Είμαι η Καλυψώ.»
«Η Καλυψώ; Ποια είναι αυτή; Άλλη μάγισσα;»
«Καλά το λες.»
« Και τι κάνει αυτή;»
«Μαγεύει τους άντρες. Τους κάνει να την αγαπήσουν.»
«Θέλεις να σ’ αγαπούν οι άντρες;»
«Ποια δεν το θέλει;»
«Τότε είσαι τυχερή.»
«Τυχερή; Γιατί;»
«Μα… γι’ αυτό… που έχεις τη δύναμη να τους… να το πετύχεις. Να τους κάνεις να σ’ αγαπούν.»
«Άτυχη είμαι.»
«Γιατί;»
«Γιατί δεν μπορώ να τους κάνω να μείνουν.»

Σήκωσε το μικρό μελαχρινό κεφάλι της προς τον ουρανό. Τα σύννεφα είχαν αρχίσει να κινούνται με μεγάλη ταχύτητα, ο ουρανός μαύριζε κι αυτό, για κάποιο λόγο, της χάριζε ένα αίσθημα λύτρωσης.
Τα όσα επακολούθησαν του επεισοδίου με τη νταλίκα καταχωρήθηκαν στο μυαλό της μηχανικά, σαν η ίδια να μη συμμετείχε καθόλου. Αργότερα, προσπαθώντας να ανασύρει τα γεγονότα για να τα αξιολογήσει και να τα ερμηνεύσει, η Ελίνα διαπίστωσε ότι μόνο μια πολύ συγκεχυμένη εκδοχή τους είχε διαθέσιμη. Εκεί που κανονικά θα έπρεπε να βρίσκονται χρονικά τακτοποιημένα τα διάφορα συμβάντα, συναντούσε θραύσματα μιας πραγματικότητας αβέβαιης, για την οποία δεν μπορούσε να πει σε ποιο βαθμό υπήρξε έξω από τη φαντασία της. Και, το χειρότερο, στην προσπάθειά της αυτή, επανέφερε όλη τη νοσηρή εκείνη συναισθηματική κατάσταση στην οποία ήταν βυθισμένη και η οποία αποτελούσε την αιτία αυτής της σύγχυσης.

Αλεξάνδρα… Πόσες φορές δεν την μελέτησε, πόσες φορές δεν προσπάθησε να πλάσει τη μισητή αυτή μορφή με τη φαντασία της; Με πόσα διαφορετικά πρόσωπα δεν πέρασε απ’ τα όνειρά της εκείνους τους μήνες, τους λίγους μήνες που κράτησε η σχέση τους με τον Παναγιώτη, η αυγή της ερωτικής της ζωής, που εξελίχθηκε σε πολική νύχτα; Και, τι παράξενο, όσα προσωπεία κι αν της φόρεσε, ποτέ δεν την φαντάστηκε έτσι. Τόσο γλυκιά, τόσο ζωντανή, τόσο νέα… Για κάποιο λόγο, τη φανταζόταν πάντα κάπως σαν τη μάνα της. Πρόσχαρη αλλά νευρική και αδέξια και φαρμακόγλωσση. Τούτη εδώ, απεναντίας, ήταν ήρεμη και απλή, οι κινήσεις της είχαν μιαν απαλότητα. Σκέφτηκε πόσο περισσότερο θα τη ζήλευε αν ήξερε…, αν μπορούσε να τη φανταστεί έτσι όπως πραγματικά ήταν. Γιατί τη ζήλευε, ναι, θεέ μου πόσο τη ζήλευε! Και τώρα ήταν εκεί, την έβλεπε, την άγγιζε, κάποια στιγμή μάλιστα θαρρεί πως την αγκάλιασε κιόλας. Κι ένιωθε δίπλα της, η ίδια, τόσο μικρή, τόσο άχαρη…

Δεν μπορούσε να ξεκολλήσει απ’ αυτό. Όλα όσα συνέβαιναν γύρω της φαίνονταν μακρινά πολύ, αδύνατον να εστιάσει πάνω τους. Ένα πτώμα –ποτέ δεν είχε δει νεκρό από τόσο κοντά και μάλιστα τέτοιων διαστάσεων. Κι όμως, δεν της έκανε καμιά εντύπωση, σα να μην υπήρχε. Ένιωθε πως κανείς και τίποτα δεν υπήρχε ή, για ν’ ακριβολογούμε, ήθελε να μην υπάρχουν, να εξαφανιστούν, να φύγουν απ’ τη ζωή της έτσι μεμιάς όπως είχαν εισβάλλει. Ποιος τους έφερε, ποιος τους είπε να μπουν; Ένιωθε μια κακία γι αυτόν, σα να ήταν εκείνος υπεύθυνος. Κι ένα κρύο…, ένα κρύο ξαφνικά, μες στο κατακαλόκαιρο.

Καταλάβαινε τους άλλους γύρω να μιλάνε, ένιωθε την αναστάτωσή τους, την ταραχή καθώς προσπαθούσαν ν’ αποφασίσουν τι πρέπει να κάνουν. Αν έπρεπε να τηλεφωνήσουν στην αστυνομία, αν έπρεπε να μετακινήσουν το φορτηγό για να μην κλείνει το δρόμο.
Προσπάθησαν να καλέσουν αλλά διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε σήμα. Τα τηλέφωνα ήταν άχρηστα. Και τι θα κέρδιζαν να καλέσουν την αστυνομία; Τι θα τους έλεγαν; Ότι δεν ήξεραν πού πάνε; Ότι ένας παρανοϊκός τους είχε χώσει και τους πέντε σ’ ένα λεωφορείο κι αυτοί ακολουθούσαν το σχέδιό του κατά γράμμα χωρίς κι οι ίδιοι να ξέρουν γιατί; Κι ότι μια νταλίκα-φάντασμα, με οδηγό σε προχωρημένη ακαμψία, αλώνιζε την εθνική αλλά κάποια στιγμή αποφάσισε μόνη της να σταματήσει;

Συμφώνησαν να συνεχίσουν ως την Πάτρα κι εκεί να πάει κάποιος σ’ ένα αστυνομικό τμήμα ν’ αναφέρει το συμβάν. Είχαν περάσει το Αίγιο, οπότε σε λίγο θα έφταναν και θα τους έμενε και χρόνος ως την αναχώρηση του πλοίου.
Άφησαν τη νταλίκα με τ’ αλάρμ αναμμένα και επέστρεψαν στο μίνι-μπας. Θυμόταν τα πρόσωπα όλων γεμάτα ένταση. Το δικό της δεν ήξερε να πει αλλά θυμόταν επίσης το Φώτη την ώρα που άνοιγε την πόρτα να σκύβει και να την ρωτά αν νιώθει καλά.

Πολύ γλυκό από μέρους του, αλλά εκείνη το μόνο που ήθελε ήταν μια γωνιά στο παιδικό της κρεββάτι.


3 – αλεξάνδρα

α πρώτα σπίτια της Πάτρας έκαναν την εμφάνισή τους σαν μέσα σε ομίχλη. Σε λίγο, σκέφτηκε μηχανικά η Αλεξάνδρα, τελειώνει αυτός ο κύκλος του ταξιδιού κι αρχίζει ένας άλλος.

Προσπαθούσε να μη σκέφτεται τη φρίκη με τη νταλίκα και τον οδηγό της. Ήταν ο ίδιος ο πρωινός, δεν χωρούσε αμφιβολία. Εκείνος, όμως, ήταν ολοζώντανος. Πριν από τέσσερις μόλις ώρες ήτανε μέσα στο ταξί ακούγοντας κοντσέρτα του Μότσαρτ, ενώ τούτος δω φαινότανε νεκρός από ώρες, καταλάβαινες ήδη μια δυσδιάκριτη μυρωδιά σήψης -ήταν ποτέ δυνατόν;

Και πώς βρέθηκε στη νταλίκα; Και πώς οδηγούσε αν ήταν νεκρός;
Ήτανε για να τρελαίνεσαι κανονικά.

Ένιωθε κουρασμένη και πεινασμένη. Τα ρούχα είχαν κολλήσει επάνω της και την έπνιγαν. Σκέφτηκε πόσο πιο άνετα θα ένιωθε η Ελίνα, μ’ αυτά τα δείγματα μπλούζας και φούστας που φορούσε.

Έλεγξε στην οθόνη του τηλεφώνου για το σήμα. Ακόμα τίποτα. Τουλάχιστον, εδώ θα μπορούσε να βρει ένα καρτοτηλέφωνο για να πάρει τη Μπέτυ, ν’ ακούσει τη φωνή ενός δικού της ανθρώπου.
Είχε ήδη πάρει την απόφασή της. Θα συνέχιζε το ταξίδι ως το τέλος. Δεν μπορεί να ήταν τυχαία αυτή η ιστορία. Κάποιο νόημα είχε. Ήταν μια ευκαιρία να ξεκαθαρίσουν κάποια πράγματα. Εδώ, σ’ αυτό το σημείο. Να κλείσει το κεφάλαιο –ποιο κεφάλαιο, όλος ο τόμος της νεανικής επιπολαιότητας- να γυρίσει σελίδα.

Προσπάθησε να σκεφτεί το έμβρυο που κουβαλούσε μέσα της. Ήταν αλήθεια; Δεν το είχε πιστέψει ακόμα. Ήξερε πως θα ήταν δύσκολα, ένα μέλλον γεμάτο ανασφάλεια και στερήσεις. Ήταν όμως ένα όνειρο δικό της, κατά-δικό της, που εξαρτιόταν από κείνην. Αποκλειστικά από κείνην. Την έκανε να νιώθει ότι αξίζει κι ότι μπορεί να γίνει καλύτερη, την έκανε να νιώθει δυνατή.

Έριξε μια φευγαλέα ματιά στο κορίτσι δίπλα της. Η Ελίνα είχε κλείσει τα μάτια κι είχε ακουμπήσει στο παράθυρο, αποτραβηγμένη στον εαυτό της. Οι αναμνήσεις ξέσπασαν σαν καταιγίδα. Η αλλαγή του Παναγιώτη, τα τρυφερά μηνύματα με την υπογραφή Μαριλένα, που βρήκε ψάχνοντας το κινητό του (μια κατινιά για την οποία ένιωθε ντροπή –κατόπιν εορτής, βέβαια.) Και η αβάσταχτη ζήλια της…
Ήταν ο μόνος άντρας που είχε ζηλέψει ως τώρα, ο μόνος για τον οποίο ένιωσε τέτοια συναισθήματα εξάρτησης και φόβου (ναι, φόβου μην της φύγει, μην τον χάσει). Ποτέ πριν από τον Πάνο δεν είχε νιώσει ανάγκη πραγματική για τον άντρα που τύχαινε να είναι μαζί της. Σ’ αυτόν επένδυσε για πρώτη φορά και το ‘κανε με τρόπο απόλυτο και μ’ όλη την αδεξιότητα που συνεπάγεται η πρώτη φορά.

Δεν είχανε κλείσει ούτε χρόνο μαζί, έμενε ακόμα στους δικούς της, όταν έσκασε η ιστορία με τη Μαριλένα. Απ’ την αρχή το κατάλαβε πως ήταν κάποια μικρότερη, φοιτήτρια ίσως. Εκείνος πήγε να τη βγάλει τρελή. Ύστερα της ζήτησε να χωρίσουν προσωρινά. Εκείνη έκλαψε, χτυπήθηκε, στο τέλος το αποδέχτηκε. Μέσα σε μια βδομάδα, δεν κρατήθηκε, τον ξαναπήρε τηλέφωνο κι εκείνος έκανε σα να μην τρέχει τίποτα. Στο τέλος, της είπε πως με τη μικρή δεν υπήρχε κανένα μέλλον- μια παράξενη φάση που ανήκε ήδη στο παρελθόν- και της ζήτησε αν ήθελε να μείνουν μαζί. Εκείνη έλιωσε επιτόπου. Δυο χρόνια κι ένα στεφάνι μετά έλιωνε ακόμα.

Και τώρα την είχε δίπλα της, ένα μικροκαμωμένο πλάσμα, ούτε που το ‘πιανε το μάτι σου. Ωραίο κορμάκι βέβαια -όφειλε να το παραδεχτεί- κι ήξερε να το υποστηρίζει, με την κοντή φουστίτσα της και μ’ όλα αυτά τα καμώματα που προκαλούσαν τις φαντασιώσεις των ανδρών. Αχ, Αλεξάνδρα, το ακριβώς αντίθετο σα να λέμε από σένα, με την παλαιών αρχών αξιοπρέπεια, την ποτισμένη όλο τον καθωσπρεπισμό και τη γυναικεία σοβαρότητα της παραδοσιακής ελληνικής οικογένειας.
Θυμήθηκε την «καφετζού»: Μεγάλο ανταγωνισμό βλέπω ανάμεσά σας. Ποιον ανταγωνισμό, κυρ-Αλεξάνδρα; Πάει ο ανταγωνισμός. Αν τότε, χωρίς καν να την ξέρει, την ανεβοκατέβαζε τσουλάκι και πορνίδιο, αυτή τη στιγμή δεν ένιωθε καμιά κακία ή απέχθεια απέναντί της, μόνο μια ανόητη αλληλεγγύη. Ένα επιπόλαιο κοριτσάκι είναι –γεμάτος ο κόσμος. Ανταγωνισμό τώρα πια γιατί; Για τους αρσενικούς εδώ μέσα;

Τους δυο τους ξέρεις. Κι εδώ έξω έπεσε. Μονάχα τον Άρη γνώριζε –κι αυτόν κατ’ όνομα. Ο Πάνος δεν της είχε ποτέ αναφέρει τον Οδυσσέα, ήταν σίγουρη. Όσο για το Φώτη, μ’ αυτόν δεν είχε καμία σχέση (αν και κάτι της θύμιζε, κάτι πολύ αόριστο και συγκεχυμένο.)
Τι άλλο της είπε; Κάτι για το ταξίδι… Κάτι σαν «πολλοί ξεκινούν, ένας θα επιστρέψει». Τι σήμαινε πάλι αυτό; Ωχ, κυρ-Αλεξάνδρα, μ’ αρέσει που σε παίρνω στα σοβαρά. Στο κάτω-κάτω, δεν είχαν καμιά υποχρέωση να γυρίσουν παρέα στην Αθήνα. Τώρα που το σκεφτόταν αυτό με την Ιθάκη, μια χαρά τη βόλευε. Μπορούσε να πάει στην κολλητή της στην Κεφαλονιά ή να ζητήσει απ’ τη Μπέτυ να της δανείσει χρήματα και να πάνε μαζί στην Ιθάκη. Ο Στέφανος ήταν πολύ σωστό παιδί, δεν θα ‘φερνε αντίρρηση για λίγες μέρες.

«Με μισούσες πολύ; …Τότε…»
Αυτή η Ελίνα σίγουρα είχε έναν παράξενο τρόπο να εκφράζεται. Είχε ανοίξει τα μάτια και είχε στυλώσει πάνω στην Αλεξάνδρα ένα ένοχο βλέμμα σαν του παιδιού μετά την αταξία. Τι το ήθελε πάλι αυτό;

«Ας μην τα σκαλίζουμε καλύτερα. Προτιμώ να μην τα θυμάμαι.»
Στην αρχή την είχε βρει τόσο παρδαλή και ψεύτικη που σχεδόν απογοητεύτηκε μαθαίνοντας ποια είναι. Λυπήθηκε και τον Πάνο και τους άντρες και τον εαυτό της, που έφαγε το κέρατο απ’ το σαχλοκούδουνο. Τώρα όμως το ‘βλεπε καθαρά πόσο πιο επικίνδυνη ήταν απ’ όσο έδειχνε. Αυτή η αθωότητα και η γλυκύτητα που έβγαζε όταν ήθελε, σε μπερδεύανε. Θύμιζε κάποιες ντίβες της οθόνης που όταν τις έβλεπες στις συνεντεύξεις δυσκολευόσουν να πεις αν υποκρίνονται ή αν το μελόδραμα είναι η ίδια τους η φύση και απλώς το μεταφέρουν στη σκηνή.

«Σε καταλαβαίνω. Κι εγώ έτσι νοιώθω.» Στα μάτια της Ελίνας υπήρχε μια ένταση που η Αλεξάνδρα δεν μπορούσε να προσδιορίσει –ίσως μια εσωτερική σύγκρουση. Φαινόταν σα να θέλει κάτι να προσθέσει αλλά τελικά έγειρε πίσω και αλλάζοντας ύφος ρώτησε:
«Θα σταματήσουμε κάπου να φάμε; Έστω μια τυρόπιτα. Έχω πεθάνει της πείνας.»

Ήταν περασμένες δύο και όλοι πεινούσαν. Συμφώνησαν να πάρουν κάτι πρόχειρο και να ρωτήσουν για το αστυνομικό τμήμα. Ο Δημήτρης άρχισε να ψάχνει για πάρκινγκ. Τελικά, άφησαν το φορτηγάκι πίσω απ’ το δημοτικό θέατρο και κατέβηκαν στο δρόμο με φανερή ανακούφιση, μουδιασμένοι.
Η Αλεξάνδρα ακολουθούσε τους υπόλοιπους σα χαμένη. Τους είδε που έψαχναν τις τσέπες τους και κοίταξε στις δικές της χωρίς ελπίδα. Πεντέμισι ευρώ -τα ρέστα απ’ το πρωινό ταξί. Πολύ σωστά, μα για στάσου… Αν, όπως πίστευε, είχε πάρει μαζί της μόνο δέκα ευρώ, πού βρέθηκαν τα άλλα πενήντα; Συγκεντρώσου, κοπέλα μου, τι σου συμβαίνει επιτέλους; Όχι πως κοίταζε το γάιδαρο στα δόντια, αλλά…

Ώρα ήταν ν’ αρχίσει να πιστεύει στα φαντάσματα.

4 – άρης

αι αν υποθέσουμε ότι όλα αυτά είναι ένα όνειρο;»
(Ο Φώτης, όρθιος, κάνοντας μπαλίτσα το περιτύλιγμα του σάντουιτς.)

«Έλα τώρα Φώτη…»
(Η Ελίνα, καθισμένη στο παγκάκι, με ναζιάρικο χαμόγελο διακοσμημένο με ψίχουλα σφολιάτας.)

«Αυτό το πράγμα με τον ταξιτζή… Τά ‘χω χαμένα…»
(Η Αλεξάνδρα, έχοντας μόλις φάει τη σπανακόπιτά της, με βλέμμα απλανές και ονειροπόλο.)

Ο Άρης αμίλητος.

Αυτή η ιστορία ακουγόταν πράγματι πολύ παράξενη, αλλά δεν ήταν σε θέση να την επεξεργαστεί. Οι τελευταίες πληροφορίες, που αφορούσαν στην ερωτική δραστηριότητα του πατέρα του, τον είχαν αποσυντονίσει τελείως.
Σηκώθηκε απ’ το παγκάκι κι απομακρύνθηκε. Καταλάβαινε τα βλέμματα των υπολοίπων πάνω του, αλλά του ήταν αδιάφορα. Αισθανόταν έτσι κι αλλιώς άβολα, όμως τούτη τη στιγμή αυτό ήταν δευτερεύον.

Παντρεύτηκες λοιπόν και τώρα χωρίζεις ξανά. Κι είναι, γι άλλη μια, δική σου η απόφαση, αλλά γιατί; Τι ζητάς πατέρα;

Πατέρα… Πόσα χρόνια είχε να τον πει έτσι; Κάτι άλλαζε μέσα του, κάτι που τον έσπρωχνε να δει, να καταλάβει.
Η Αλεξάνδρα…
Αυθόρμητα την είχε εξ αρχής συμπαθήσει. Πού να το φανταζόταν; Όχι πως τον είχε απασχολήσει ποτέ ιδιαίτερα όλα αυτά τα χρόνια η γκόμενα του πατέρα του -το πώς και το γιατί. Τις ελάχιστες φορές που το δοκίμασε, την είχε φανταστεί φανταχτερή και σίγουρα διαφορετική απ’ τη Χρυσάνθη, τη μητέρα του.
Κι όμως, αυτή εδώ της έμοιαζε της μάνας του, μιλώντας για το στυλ βέβαια, το ντύσιμο, την ηπιότητα του χαρακτήρα, την αξιοπρεπή –χωρίς υπερβολές- θηλυκότητα. Σίγουρα δεν είχε την εντυπωσιακή ομορφιά της Χρυσάνθης, ήταν όμως πολύ νεώτερη.
Γι αυτό άραγε; Αυτός ήταν ο λόγος που την προτίμησε; Αν έκρινε από κάποιες κουβέντες που είχε πιάσει κατά καιρούς –γιατί μπροστά στον Άρη η Χρυσάνθη δεν εκφραζόταν- αυτό τουλάχιστον πίστευε η μάνα του. «Οι άντρες κυνηγάνε τις μικρούλες. Έτσι είναι η φύση τους.»
Μια άλλη φορά, ωστόσο, δεν ήταν τόσο επιεικής. «Χαζεύουνε καθώς μεγαλώνουν και τους τυλίγουν εύκολα τα ξέκωλα και οι χαζογκόμενες.»
Όμως η Αλεξάνδρα ούτε κανένα ξέκωλο ήταν, ούτε για χαζογκόμενα έμοιαζε…

Κι η Ελίνα; Αυτή κι αν ήταν έκπληξη! Φαίνεται πως ο Παναγιώτης, μιας που το ξεκίνησε, συνέχισε τον ηλικιακό κατήφορο, αν και –για να πούμε την αλήθεια- εμφανισιακά τουλάχιστον η Ελίνα δεν έδειχνε μικρότερη απ’ την Αλεξάνδρα. Και ούτε αυτή θα την έλεγε χαζογκόμενα, παρότι το έπαιζε κάπως…

Έτσι όπως είχε απομακρυνθεί, μπορούσε να τις παρατηρήσει χωρίς να τον βλέπουν. Αν τις κοιτούσες αποστασιοποιημένα, χωρίς σεξουαλικό ενδιαφέρον, έμοιαζαν τόσο συνηθισμένες… Προσπάθησε να τις δει μέσα από διαφορετικά φίλτρα: Ξελογιάστρα… δεν θα το ‘λεγες… Αντροχωρίστρα… μπαα… Γυναίκα-αράχνη… με τίποτα.
Έβαλε τον εαυτό του στη θέση του πατέρα του. Προσπάθησε να θυμηθεί τις αρχικές του ενστικτώδεις αντιδράσεις, πριν επηρεαστεί από τη φιλολογία που ακολούθησε.
Σίγουρα υπήρχε έλξη –και τα δύο κορίτσια τον κινητοποιούσαν ερωτικά, φαίνονταν γεμάτες υποσχέσεις, καθεμιά με τον τρόπο της. Ήθελε να τους αρέσει, να προκαλέσει το ενδιαφέρον τους, κυρίως βέβαια προς τη μεριά της Ελίνας που αισθανόταν πως είχε τις περισσότερες πιθανότητες.
Μήπως ήταν ακριβώς αυτό το ξύπνημα της επιθυμίας που τραβούσε τον Παναγιώτη; Θυμόταν μια παρατήρηση του Κωνσταντίνου, του κολλητού του: «Εσύ, ρε μαλάκα, μπορείς να τρως το ίδιο φαΐ κάθε μέρα;» (Ο Κωνσταντίνος ήταν κάτι σαν την άγρια πλευρά του Άρη, πιο κυνικός αλλά και με πολύ περισσότερες εμπειρίες.) Από αυτήν την άποψη, η Αλεξάνδρα και η Ελίνα ήταν αυτό ακριβώς που η ψυχραιμότερη παρατήρηση της Χρυσάνθης είχε εντοπίσει: μικρούλες. Μικρά ερωτικά ταξίδια. Ούτε ξελογιάστρες, ούτε ανάφτρες, ούτε τίποτα… Θηλυκά, πρόθυμα ν’ αγαπήσουν και ν’ αγαπηθούν. Περιπέτειες. Πώς αισθανόταν άραγε, τι σκεφτόταν ένας άντρας στα τριανταπέντε του, μετά από τόσα χρόνια αρμονικής συμβίωσης, με μια όμορφη, καλλιεργημένη γυναίκα και μ’ ένα δωδεκάχρονο γιο; Ποιας περιπέτειας η προοπτική ήταν ικανή να του κάνει τέτοιο κλικ που να τα παρατήσει όλα;
Για πρώτη φορά ο Άρης αναρωτήθηκε αν ήξερε όλες τις πλευρές της αλήθειας. Μήπως κάτι του διέφευγε; Μήπως υπήρχε κάτι που έπρεπε να μάθει;

Τα βήματά του τον έφεραν ξανά κοντά στους υπόλοιπους. Τους άκουσε να συζητούν για τον Οδυσσέα και το Δημήτρη που δεν είχαν επιστρέψει ακόμα απ’ το αστυνομικό τμήμα… Η ώρα ήταν σχεδόν τρεις. Το καράβι θα έφευγε. Τι έπρεπε να κάνουν;

Ήταν το τελευταίο που τον απασχολούσε.

5 – οδυσσέας

ο κιόσκι του φρουρού έξω απ’ το αστυνομικό τμήμα ήταν άδειο κι ο Οδυσσέας φοβήθηκε προς στιγμήν ότι το σκηνικό της απόλυτης ερήμωσης θα επαναληφθεί για ακόμα μια φορά. Όμως, μπαίνοντας στο κτίριο της αστυνομίας μαζί με το Δημήτρη, βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά σε κίνηση.
Βέβαια, η κίνηση αυτή θύμιζε περισσότερο τηλεφωνικό κέντρο παρά αστυνομικό τμήμα. Στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας tτα τηλέφωνα χτυπούσαν διαρκώς και δυο νεαροί αστυνομικοί, ένας άντρας και μια κοπέλα, τα σήκωναν με εντυπωσιακή προθυμία, ενώ στο απέναντι γραφείο ένας χοντρός με στολή κι ένας ξερακιανός γκριζομάλλης με πολιτικά και με γυαλιά ψαχούλευαν κάτι στην οθόνη ενός υπολογιστή.
Αισθάνθηκε σαν να βρίσκεται στο θέατρο –σαν εθελοντής θεατής που ανεβαίνει στη σκηνή, μη έχοντας ιδέα τι ακολουθεί και αν τον περιμένει χειροκρότημα ή γελοιοποίηση.

«Ορίστε, τι θέλετε;» τους ρώτησε ο νεαρός αστυνομικός καθώς τους είδε να στέκονται αναποφάσιστοι ανάμεσα στα δύο γραφεία.
«Θέλουμε να αναφέρουμε ένα συμβάν. Στην εθνική, λίγο έξω απ’ το Αίγιο», είπε ο Οδυσσέας και κινήθηκε προς τον αστυνομικό, ο οποίος είχε στρέψει και πάλι την προσοχή του στο τηλέφωνο.

Ανέκαθεν αντιπαθούσε τους μπάτσους. Από πιτσιρικάς που έπαιζε εκείνο το παιχνίδι, το στάκαμαν, πάντα προτιμούσε τους κλέφτες. Τους ρομαντικούς κλέφτες, φυσικά, σαν τον Ρομπέν. Με τις ιστορίες τους μεγάλωσε, ιστορίες παρανόμων με προσωπικό ηθικό κώδικα, κυνηγημένων απ’ την αυθαιρεσία της εξουσίας.
Αργότερα, στα δεκάξι του, σ’ ένα αστυνομικό τμήμα της συμφοράς όπου προσήχθη –σαββατόβραδο- για φθορά ξένης περιουσίας από ατύχημα, τη γνώρισε και την αυθαιρεσία και την καχυποψία και την κατάχρηση της εξουσίας από μια ομάδα μισομεθυσμένων ηλίθιων με στολή.

Το ξύλο στις πορείες δεν βοήθησε καθόλου στην ανατροπή αυτής της εικόνας.

Παρ’ όλα αυτά, είχε προτείνει να πάει μαζί με το Δημήτρη ως πιο έμπειρος, αλλά αν καθυστερούσαν οι διατυπώσεις αυτός θα έφευγε για να προλάβει το πλοίο. Αν και το αστυνομικό τμήμα ήταν δυο βήματα απ’ το σημείο που στάθμευσαν δεν είχαν πολλή ώρα στη διάθεσή τους.
Συμφώνησαν να μην αναφέρουν τίποτα για την πρωινή συνάντηση του Φώτη και της Αλεξάνδρας με το νεκρό, γιατί δεν θα τους πίστευαν και θα καθυστερούσαν άδικα.

«Τι συμβάν, τροχαίο;» Αυτός που ρώτησε ήταν ο χοντρός πίσω απ’ τον υπολογιστή. Βλέποντας τους άλλους απασχολημένους, ο Οδυσσέας στράφηκε σ’ αυτόν.
«Όχι ακριβώς.» Μπαίνοντας στο γραφείο το μάτι του έπεσε στην επισήμανση υποδιοικητής. «Ο οδηγός μιας νταλίκας… μάλλον έπαθε ανακοπή.»
«Άντε πάλι.»
Η παρατήρηση έγινε από το γκριζομάλλη με τα πολιτικά, ο οποίος δεν τους έριξε ούτε μια ματιά αλλά εξακολουθούσε να έχει την προσοχή του στραμμένη στην οθόνη του υπολογιστή.
«Λίγο έξω απ’ το Αίγιο είπατε;» ρώτησε ο χοντρός.
«Μάλιστα», είπε ο Οδυσσέας. «Τα κινητά δεν έπιαναν και γι αυτό…»
«Ρε συ Μιχάλη, τι έγινε να πούμε; Επιδημία έπεσε;»
Ο χοντρός απευθυνόταν στο γκριζομάλλη, ο οποίος θα πρέπει να ήταν ανώτερός του και ο οποίος τον κοίταξε τώρα αφηρημένα βγάζοντας τα γυαλιά του. Έμεινε για λίγο απαθής –ύστερα
«Τι θέλουν οι κύριοι;» ρώτησε.
«Ένας νταλικέρης, λέει, λίγο έξω απ’ το Αίγιο…»
«Αυτό το άκουσα.»
Ο άλλος φάνηκε να τα χάνει.
«Έπαθε, λέει, ανακοπή.»
«Κι αυτό το άκουσα.» Ύστερα γυρνώντας προς το Δημήτρη: «Εσείς τον βρήκατε;»
«Ε… ναι, μάλιστα. Κόντεψε να πέσει πάνω μας.»
«Δεν πειράξαμε τίποτα», είπε ο Οδυσσέας. Μόνο ανάψαμε τα αλάρμ και στήσαμε ένα τρίγωνο.»
«Σήμερα το κάνατε αυτό;»
«Βέβαια, δεν είναι ούτε ώρα.»
Οι δυο αστυνομικοί κοιτάχτηκαν με νόημα.
«Και… η νταλίκα; Αυτή πώς ήταν;» συνέχισε την ανάκριση ο γκριζομάλλης. «Είχε κανένα διακριτικό, κάποιο όνομα;»
«Νομίζω έγραφε …Στελάρας;» γύρισε ο Οδυσσέας στο Δημήτρη.
«Όχι Στελάρας, Μητσάρας» είπε εκείνος.
«Μήπως Χρηστάρας;» ρώτησε ο χοντρός μ’ ένα απροσδόκητο χαμόγελο.
«Ναι, ναι… Χρηστάρας», βεβαίωσε ο Οδυσσέας. «Τον ξέρετε;»
Το χαμόγελο εξαφανίστηκε.
«Να τους συλλάβω, κύριε διοικητά;»
Ορίστε;
Ο τύπος με τα πολιτικά, ο διοικητής, είχε επανέλθει στην προηγούμενη απάθεια. Φαινόταν ξαφνικά πολύ κουρασμένος.
«Απόπειρα γελοιοποίησης Αρχής και σπατάλη πολύτιμου χρόνου εν ώρα εθνικού κινδύνου», φώναξε κοφτά ο χοντρός με τη στολή (ο υποδιοικητής προφανώς) με ύφος παλιού φαντάρου απέναντι σε νεοσύλλεκτους. Η κοπέλα κι ο νεαρός αστυνομικός στο διπλανό γραφείο είχαν στρέψει την προσοχή τους πάνω τους. Τα τηλέφωνα άρχισαν να χτυπάνε ξανά. Θέατρο του παραλόγου.

«Δεν καταλαβαίνω», είπε τελικά ο Οδυσσέας.
Ο γκριζομάλλης σηκώθηκε αμίλητος. Από ένα φωριαμό πίσω του τράβηξε ένα ντοσιέ, το άνοιξε κι έριξε μπροστά τους μερικές φωτογραφίες. Στην πρώτη, που ήταν μακρινή, φαινόταν η γνωστή νταλίκα στο γνωστό μέρος όπου την είχαν αφήσει. Οι άλλες ήταν κοντινές και έδειχναν την καμπίνα με το νεκρό οδηγό από διάφορες οπτικές γωνίες.
«Τον βρήκατε;»
Η έκπληξη στο πρόσωπο του Δημήτρη θα πρέπει να εντυπωσίασε το χοντρό, ο οποίος κάτι ετοιμαζόταν να πει και το κατάπιε. Μουτρωμένος, άφησε την υπόθεση στον ανώτερό του και προσηλώθηκε ξανά στην οθόνη μπροστά του.

«Οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν τη Δευτέρα», είπε ο διοικητής. «Σήμερα έχουμε Τετάρτη. Το παράξενο θα ήταν να μην τον είχαμε βρει. Και μιας που λέμε για παράξενα… Κάποιος είχε ανάψει τα αλάρμ και είχε τοποθετήσει το τρίγωνο καμιά πενηνταριά μέτρα πιο πίσω. Αν κατάλαβα καλά, αυτές οι φροντίδες ήταν δικές σας. Και, αν επίσης κατάλαβα καλά, έγιναν πριν από μία ώρα;»
Τα μάτια του φωτίζονταν από μια ειρωνική λάμψη. Ο Οδυσσέας είχε πάρει μια φωτογραφία στα χέρια του και την κοιτούσε προσπαθώντας να διαψεύσει το ολοφάνερο. Ο Δημήτρης είχε μείνει άναυδος.

«Είναι ανεξήγητο», είπε στο τέλος για να πει κάτι.
«Όχι, δεν είναι ανεξήγητο», είπε ο άλλος. «Είναι απολύτως κατανοητό και εξηγήσιμο. Ο Χρηστάρας ο Μότσαρτ νεκρός από ανακοπή στο τιμόνι εν μέσω καύσωνα. Αυτοκτονία εξ αμελείας.» Μάζεψε τις φωτογραφίες και έκλεισε το ντοσιέ. «Το ανεξήγητο είναι που δεν σας έχω διαολοστείλει μέχρι τώρα.»

«Κύριε διοικητά…»
Η κοπέλα είχε σκεπάσει το ακουστικό και περίμενε.
«Έλα, κορίτσι μου.»
«Είναι ο κύριος νομάρχης.»
Ο αστυνόμος τους άφησε με ένα προειδοποιητικό βλέμμα και έσπευσε να πάρει το τηλέφωνο. Ο χοντρός παρέμεινε καρφωμένος στον υπολογιστή.
«Είστε τυχεροί που είναι στις καλές του», είπε σαν να μιλούσε στον εαυτό του. «Γιατί δε συμπαθεί καθόλου τα ψώνια που του ζαλίζουν τα παπάρια. Εδώ ο κόσμος χάνεται, βαρκούλες αρμενίζουν… Κοίτα ρε τι έγινε στην Επίδαυρο! Ακόμα εδώ είστε; Τον πούλο πριν γυρίσει. Αρκετό τρέξιμο έχουμε.»

Ο Δημήτρης είχε στραφεί προς τον Οδυσσέα σαν να περίμενε από κείνον το σύνθημα. Ο τελευταίος ωστόσο φαινόταν απορροφημένος από τη συνδιάλεξη του αστυνόμου με το νομάρχη. Ξεχώρισε καθαρά τις λέξεις τυφώνας, επιφυλακή, ετοιμότητα, απαγόρευση απόπλου.
«Συγγνώμη», είπε κοιτάζοντας το ρολόι του, «υπάρχει αυτή τη στιγμή απαγόρευση απόπλου. Γιατί επρόκειτο να ταξιδεύσουμε για Ιθάκη…»
Ο άλλος έκανε το σταυρό του.
«Πότε ακριβώς θα ταξιδεύατε παρακαλώ;»
«Μα… τώρα, στις τρεις. Για την ακρίβεια, εγώ θα ταξιδέψω και πρέπει να φύγω για να προλάβω.»
«Στις τρεις, ε; Το προλαβαίνεις δεν το προλαβαίνεις…»
«Θα φύγει, δηλαδή; Και το απαγορευτικό;»
«Ποιο απαγορευτικό, άνθρωπέ μου; Για τα κότερα; Τα πλοία για Κεφαλονιά και Ιθάκη φεύγουν πρωί. Δεν υπάρχει αυτή την ώρα πλοίο.»
Και ξανάκανε το σταυρό του, απορώντας με την ίδια του την υπομονή.

Βγήκαν έξω, στο συννεφιασμένο απόγευμα, δυο άνθρωποι χαμένοι, κατάπληκτοι.
Δε βαριέσαι, σκέφτηκε τελικά ο Οδυσσέας. Έτσι κι αλλιώς, το αδύνατο δεν υπάρχει. Κι έκανε μια κίνηση στον αέρα, σα ν’ απόδιωχνε μια ανόητη σκέψη.

Σα να τραβούσε μιαν αόρατη αυλαία.



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: