Με τη βοήθεια των υπολογισμών που πρώτος επιχείρησε ο Έντουιν Π. Χαμπλ, με θέμα την ταχύτητα με την οποία απομακρύνονται ο ένας από τον άλλο οι γαλαξίες, μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς η στιγμή κατά την οποία ολόκληρη η ύλη του σύμπαντος ήταν συγκεντρωμένη σ’ ένα μονάχα σημείο, πριν να αρχίσει να απλώνεται σε όλο το διάστημα.
Εννοείται, ήμαστε όλοι εκεί -έκανε ο γέρος Κφβφκ,- πού αλλού, άλλωστε, θα μπορούσαμε να υπάρχουμε; Ότι ήταν δυνατό να υπάρχει διάστημα, ακόμα δεν το ξέραμε. Το ίδιο και όσον αφορά το χρόνο- αλλά και σε τι, άραγε, θα μπορούσε να μας φανεί χρήσιμος ο χρόνος, αφού ζούσαμε όλοι εκεί, παστωμένοι σαν τις αντσούγες;
Είπα «παστωμένοι σαν τις αντσούγες», μόνο και μόνο για να χρησιμοποιήσω μια φιλολογική εικόνα: στην πραγματικότητα δεν υπήρχε χώρος ούτε για να παστωθούμε. Κάθε σημείο του καθένα μας συνέπιπτε με το κάθε σημείο των άλλων, σ’ ένα μοναδικό σημείο στο οποίο ζούσαμε όλοι. Έτσι, δε θα ενοχλούσαμε καν ο ένας τον άλλο, αν δεν υπήρχε το πρόβλημα των διαφορετικών χαρακτήρων, γιατί όταν δεν υπάρχει χώρος, είναι πραγματικά εκνευριστικό να έχεις μες στα πόδια σου ένα αντιπαθητικό τύπο σαν τον κύριο ΠμπερΤ πμπερν.
Πόσοι ζούσαμε εκεί; Ε, δεν μπόρεσα ποτέ να υπολογίσω, ούτε καν κατά προσέγγιση. Για να μετρηθούμε, θα έπρεπε έστω για λίγο να χωρίσουμε ο ένας από τον άλλο, εμείς όμως καταλαμβάναμε όλοι μαζί εκείνο το συγκεκριμένο σημείο. Αντίθετα απ’ ό,τι θα μπορούσε κανείς να πιστέψει, αυτή η κατάσταση δεν ευνοούσε τις κοινωνικότητες. Ξέρω, για παράδειγμα, ότι σε κάποιες άλλες εποχές οι γείτονες έκαναν παρέα μεταξύ τους εκεί, όμως, επειδή γείτονες ήμαστε αναγκαστικά όλοι μεταξύ μας, δε λέγαμε ούτε καλημέρα ούτε καλησπέρα ο ένας στον άλλο.
Ο καθένας μας είχε τελικά σχέσεις μονάχα μ’ ένα περιορισμένο αριθμό γνωστών του. Αυτούς που εγώ θυμάμαι είναι κυρίως η κυρία Πχ(ι)Νκο, ο φίλος της Ντε ΞουαεαουΞ. μια οικογένεια μεταναστών με το όνομα Ζ’ζου, και ο κύριος ΠμπερΤ πμπερν που ήδη έχω αναφέρει. Υπήρχε και μία καθαρίστρια -«υπεύθυνη συντήρησης» ήταν ο επίσημος τίτλος της- η μοναδική βέβαια καθαρίστρια σ’ ολόκληρο το σύμπαν, αφού το περιβάλλον ήταν τόσο περιορισμένο. Για να πούμε την αλήθεια, δεν είχε να κάνει τίποτα όλη τη μέρα, ούτε καν να ξεσκονίσει -μέσα σ’ ένα σημείο δεν μπορεί να εισχωρήσει ούτε ένας κόκκος σκόνης- γι’ αυτό και έβγαζε το άχτι της σε συνεχή κουτσομπολιά και ατέλειωτες γκρίνιες.
Ήδη, με αυτούς που σας είπα, ήμαστε περισσότεροι από το κανονικό. Προσθέστε, τώρα, τα πράγματα που έπρεπε να κρατάμε στοιβαγμένα εκεί: όλο το υλικό που θα χρησιμοποιούσαμε, στη συνέχεια, για να δώσουμε μορφή στο σύμπαν, αποσυναρμολογημένο και συγκεντρωμένο με τέτοιο τρόπο, ώστε δεν κατόρθωνες να ξεχωρίσεις αυτό που αργότερα θα εντασσόταν στον τομέα της αστρονομίας (όπως το νεφέλωμα της Ανδρομέδας) από εκείνο που προοριζόταν για τη γεωγραφία (για παράδειγμα, η οροσειρά των Βοσγίων) ή τη χημεία (όπως κάποια ισότοπα του βηρυλλίου). Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, σκοντάφταμε συνεχώς στα σκεύη της οικογένειας Ζ’ζου, στα ράντζα, στα στρώματα, στα πανέρια τους αυτοί οι Ζ’ζου, με τη δικαιολογία ότι ήταν μια πολυμελής οικογένεια, συμπεριφέρονταν λες και όλος ο κόσμος ήταν δικός τους: είχαν, μάλιστα, την απαίτηση να κρεμάσουν, από τη μια ως την άλλη άκρη του σημείου, σκοινιά για να απλώνουν τα εσώρουχά τους.
Και οι άλλοι όμως ήταν άδικοι με τους Ζ’ζου, ιδιαίτερα όταν τους αποκαλούσαν «οι εμιγκρέδες» θέλοντας να τονίσουν ότι ενώ οι ίδιοι βρίσκονταν εκεί από πάντα, οι Ζ’ζου ήρθαν αργότερα. Ότι αυτή ήταν μια προκατάληψη, χωρίς καμιά λογική, νομίζω είναι σαφές, αφού δεν υπήρχε ούτε πριν ούτε μετά, ούτε κάποιο άλλο μέρος από όπου θα μπορούσε κανείς να μεταναστεύσει. Υπήρχαν, βέβαια, και εκείνοι που ισχυρίζονταν ότι η έννοια του «εμιγκρέ» μπορούσε “να νοηθεί στην καθαρή της σημασία, ανεξάρτητα δηλαδή από το χώρο και το χρόνο.
Ήταν -ας το παραδεχτούμε- μια στενόμυαλη και μικροπρεπής νοοτροπία, αυτή που είχαμε τότε. Έφταιγε το ίδιο το περιβάλλον στο οποίο είχαμε διαμορφωθεί. Αυτή μας η νοοτροπία, κατά βάθος, δεν έφυγε ποτέ από πάνω μας: συνεχίζει να Φανερώνεται ακόμα και σήμερα αν δύο από εμάς συναντηθούν κατά τύχη -στη στάση κάποιου λεωφορείου, σ’ ένα σινεμά, σ’ ένα διεθνές συνέδριο οδοντογιατρών- και αρχίσουν να ανασκαλεύουν το παρελθόν. Χαιρετιόμαστε -μερικές φορές πρώτος με αναγνωρίζει ο άλλος, άλλοτε είμαι εγώ αυτός που αναγνωρίζω πρώτος τον άλλο- κι αμέσως αρχίζουμε να ρωτάμε για τον τάδε ή το δείνα (αν και ο καθένας μας θυμάται μονάχα μερικούς από αυτούς που θυμούνται οι άλλοι), κι έτσι, δώσ’ του και αρχίζουμε πάλι τους καβγάδες, τις κακίες, τις συκοφαντίες του παρελθόντος. Αυτά, μέχρι που κάποιος αναφέρει το όνομα της κυρίας Πχ(ι)Νκο -όλες οι κουβέντες καταλήγουν πάντα εκεί- και τότε όλες οι μικροπρέπειες εγκαταλείπονται στη στιγμή, κι όλοι νιώθουμε μια έξαρση, μια συγκίνηση γεμάτη έκσταση και μεγαλοψυχία. Ναι, η κυρία Πχ(ι)Νκο, η μόνη που κανείς μας ποτέ δεν ξέχασε, η μόνη που όλοι νοσταλγούμε. Τι να έγινε; Πάει καιρός που έπαψα πια να την ψάχνω: την κυρία Πχ(ι)Νκο, το στήθος της, τους γοφούς της, την πορτοκαλιά ρόμπα της, δε θα τα ξανασυναντήσουμε ποτέ πια, ούτε σ’ αυτό το γαλαξιακό σύστημα, ούτε και σε κανένα άλλο.
Να ξεκαθαρίσουμε, παρακαλώ, κάτι από την αρχή: η θεωρία ότι το σύμπαν, όταν θα φτάσει στο άκρον άωτο της αραίωσης, θα αρχίσει πάλι να συμπυκνώνεται με αποτέλεσμα να βρεθούμε πάλι όλοι μαζί στο ίδιο σημείο και ν’ αρχίσουμε πάλι από την αρχή, εμένα, δε με έπεισε ποτέ. Κι όμως πολλοί από εμάς δεν ονειρεύονται παρά κάτι τέτοιο και συνεχίζουν να κάνουν σχέδια για το μέλλον, σαν θα βρεθούμε πάλι όλοι εκεί. Τον περασμένο μήνα, μπαίνω σε μια καφετέρια, εδώ στη γωνία, και τι βλέπω; Τον κύριο ΠμπερΤ πμπερν. «Τι μου γίνεστε; Πώς κι από εδώ;» Μαθαίνω πως έχει μια αντιπροσωπεία πλαστικών υλών, στην Παβία. Ίδιος κι απαράλλακτος όπως κάποτε, με το ασημένιο του δόντι και τις λουλουδάτες τιράντες του. «Όταν επιστρέψουμε εκεί», μου λέει χαμηλόφωνα, «αυτό που θα πρέπει να προσέξουμε, είναι κάποιος κόσμος, τούτη τη φορά, να μείνει απ’ έξω… Συνεννοηθήκαμε, νομίζω: εκείνοι οι Ζ’ζου…»
Θα ήθελα να του απαντήσω ότι αυτές τις κουβέντες τις είχα ακούσει από πολλούς που συχνά μάλιστα πρόσθεταν: «Συνεννοηθήκαμε, νομίζω: εκείνος ο ΠμπερΤ πμπερν…»
Για να μην τον αφήσω να με παρασύρει σ’ ένα τόσο γλιστερό έδαφος, βιάστηκα να πω: «Και η κυρία Πχ(ι)Νκο; Πιστεύετε πως θα την ξαναβρούμε;»
«Α, ναι… Εκείνη, ναι», έκανε εκείνος κοκκινίζοντας.
Για όλους εμάς, η ελπίδα ότι μια μέρα θα ξαναγυρίσουμε σ’ εκείνό το σημείο, ταυτίζεται κυρίως με την ελπίδα ότι θα ξαναβρεθούμε μαζί με την κυρία Πχ(ι)Νκο (το ίδιο ισχύει και για μένα, που δεν πιστεύω σε μια τέτοια προοπτική). Έτσι, σ’ εκείνη την καφετέρια, όπως συμβαίνει πάντα, αρχίσαμε να την αναπολούμε συγκινημένοι, και αυτή ακόμα η αντιπάθειά μου για τον κύριο ΠμπερΤ πμπερν ξεθώριασε μπροστά σ’ εκείνη την ανάμνηση.
Το μεγάλο μυστικό της κυρίας Πχ(ι)Νκο ήταν ότι δεν προκάλεσε ποτέ αντιζηλίες ανάμεσά μας. Ούτε κουτσομπολιά. Το ότι πήγαινε στο κρεβάτι με το φίλο της, τον κύριο Ντε ΞουαεαουΞ, ήταν γνωστό. Αλλά όταν, σ’ ένα σημείο, υπάρχει ένα κρεβάτι, αυτό καλύπτει ολόκληρο το σημείο, άρα δεν πηγαίνεις στο κρεβάτι αλλά βρίσκεσαι σ’ αυτό, γιατί οποιοσδήποτε βρίσκεται στο σημείο, βρίσκεται ταυτόχρονα και στο κρεβάτι. Επομένως, εκείνη, αναπόφευκτα, βρισκόταν στο κρεβάτι ταυτόχρονα με τον καθένα μας. Αν ήταν μια οποιαδήποτε άλλη, ποιος ξέρει πόσα πράγματα θα λέγονταν πίσω από την πλάτη της. Η πρώτη που άνοιγε το στόμα της για να πει διάφορα ήταν πάντα η καθαρίστρια, αλλά και οι υπόλοιποι δεν ήθελαν πολλά παρακάλια για να τη μιμηθούν. Πόσα τρομερά πράγματα, για παράδειγμα, ήμαστε αναγκασμένοι ν’ ακούμε για τους Ζ’ζου: πατέρας, κόρες, αδελφοί, αδελφές, μάνα, θείες, κανένας τους δε γλίτωνε από τους βρόμικους υπαινιγμούς. Μ’ εκείνη, όμως, ήταν διαφορετικά: η ευτυχία που εκείνη μου χάριζε οφειλόταν στο ότι μπορούσα, σαν σημείο που ήμουν, να βρω καταφύγιο μέσα της, και στο ότι εκείνη μπορούσε, σαν σημείο που ήταν, να με προστατεύει. Ήταν μια σχέση αρκετά βιτσιόζικη (και λέω βιτσιόζικη γιατί ταυτόχρονα συγκλίναμε όλοι, σαν σημείο που ήμαστε. σ’ αυτή) και ταυτόχρονα αγνή (αφού η ίδια, σαν σημείο που ήταν, έμενε αδιαπέραστη). Τι περισσότερο θα μπορούσα να ζητήσω;
Κι όλα αυτά, όπως ίσχυαν για μένα, ίσχυαν και για τον καθένα, ακόμα και για εκείνη την ίδια: μας περιείχε και εμπεριεχόταν με την ίδια χαρά, και μας δεχόταν και μας αγαπούσε και συμβίωνε το ίδιο με όλους μας.
Ήμαστε τόσο καλά όλοι μαζί, μα τόσο καλά, που δεν ήταν δυνατόν παρά να μας συμβεί κάτι το ασυνήθιστο. Ήρκεσε να μας πει κάποια στιγμή: «Παιδιά, αν είχα λίγο χώρο, πόσο θα μου άρεσε να σας ετοιμάσω ένα πιάτο ταλιατέλες!» Εκείνη τη στιγμή, όλοι σκεφτήκαμε το χώρο που θα κάλυπταν τα στρογγυλά της μπράτσα καθώς θα κουνούσε μπρος πίσω τον πλάστη πάνω στη σφολιάτα της ζύμης, το στήθος της που θα έπεφτε πάνω στο σωρό το αλεύρι και τα αυγά που θα γέμιζαν την πλασταριά, ενώ τα χέρια της θα ζύμωναν και πάλι θα ζύμωναν, άσπρα και λαδωμένα μέχρι τον αγκώνα της σκεφτήκαμε το χώρο που θα κάλυπτε το αλεύρι και το στάρι για να γίνει το αλεύρι, και τα χωράφια για να καλλιεργηθεί το στάρι, και τα βουνά από τα οποία θα κατηφόριζε το νερό για να ποτίσει τα χωράφια, και τους βοσκότοπους για τα κοπάδια των μοσχαριών που θα πρόσφεραν το κρέας τους για τη σάλτσα. το χώρο που θα ήταν αναγκαίος ώστε να μπορέσει ο Ήλιος με τις ακτίνες του να ωριμάσει το στάρι. το χώρο που θα ήταν απαραίτητος ώστε ο Ήλιος, με τη βοήθεια των αστρικών αερίων, να συμπυκνωθεί και να γίνει φλεγόμενη μάζα, την ποσότητα άστρων και γαλαξιών και γαλαξιακών μαζών που απομακρύνονταν στο χώρο, και που θα ήταν αναγκαία για να διατηρηθεί αιωρούμενος ο κάθε γαλαξίας το κάθε νεφέλωμα ο κάθε ήλιος ο κάθε πλανήτης, και ενώ εμείς σκεφτόμασταν το χώρο, αυτός, την ίδια ώρα, έπαιρνε μορφή, και ενώ η κυρία Πχ(ι)Νκο εκστόμιζε εκείνες τις λέξεις: «ναι, ταλιατέλες, παιδιά!» το σημείο που περιείχε εκείνην και εμάς μαζί μεγάλωνε και γινόταν μια δέσμη από αποστάσεις ετών-φωτός και αιώνων-φωτός και δισεκατομμυρίων χιλιετηρίδων-φωτός, κι εμείς βρεθήκαμε διασκορπισμένοι στις τέσσερις γωνιές του σύμπαντος (ο κύριος ΠμπερΤ πμπερν έφτασε μέχρι την Παβία), κι εκείνη διαλύθηκε δεν ξέρω σε ποιο ακριβώς είδος φωτοθερμικής ενέργειας, ναι, η αγαπητή κυρία Πχ(ι)Νκο> εκείνη που καταμεσής του κακομοίρικου κλειστού μας κόσμου φάνηκε ικανή για ένα γενναιόδωρο ξέσπασμα, το πρώτο ξέσπασμα, «Παιδιά, τι ταλιατέλες θα σας έφτιαχνα να φάτε!» ένα πραγματικό ξέσπασμα γενικού έρωτα, που εγκαινίαζε ταυτόχρονα την έννοια του χώρου, και τον ίδιο το χώρο, και το χρόνο, και την παγκόσμια βαρύτητα, και το σύμπαν, κάνοντας δυνατή την ύπαρξη δισεκατομμυρίων δισεκατομμυρίων ήλιων, και πλανητών, και κάμπων γεμάτων στάρι, και κυριών Πχ(ι)Νκο, σκορπισμένων στις ηπείρους των πλανητών, που ζυμώνουν με τα πασαλειμμένα από αλεύρι γενναιόδωρα χέρια τους, ναι, εκείνη που από μια στιγμή και πέρα χάθηκε, κι εμείς που κλαίμε την απουσία της.

