κάθε που νυχτώνει ένα υποβρύχιο αλλάζει ρότα
έρχεται πάνω μας το ξέρεις αγάπη μου είναι η ώρα
τότε που οι γραμμές γίνονται πιο στρωτές κι οι ήχοι αμβλύνονται
και πελάγη απρόσιτα
φυλακίζουν τα “όχι” που μού ‘στελνες πάντα κουβέντες μισές
(μια τέτοιαν ώρα σε θυμάμαι στη βροχή
πίσω από την κουρτίνα του νερού σαν μέσα σε όνειρο
με γερακιού κραυγή να χαμηλώνεις και μ’ ορμή να υψώνεσαι
ματωμένη κρατώντας στα νύχια σου τη φωνή μου)
τούτη λοιπόν αλήθειες μου (ο χρόνος τρέχει) είναι η ώρα
που τη σφύρα μου ρίχνω με δύναμη στου άκμονος τη σιγή
σαν τους ψαράδες π’ απλώνουνε δίχτυα στο σύθαμπο
ή σαν το γέρο που φύλαξε στο στρώμα του ένα πυρωμένο κάρβουνο
κι ονειρεύτηκε φως
Κάθε νύχτα κατεβάζουν τα μάτια μου σκόνη. Διαβαίνουν αιώνες-οδοστρωτήρες, αλλάζουν τα σχήματα των καιρών. Μ’ αγαπάς;
Ήμουν ό,τι θα υπάρξω, με πήρες μαζί σου, δεν μου άξιζες, μ’ αγαπάς; Εγώ μοναχός, εγώ ο τρελός, ο από τους θεούς καταραμένος, εγώ, ο μόνος υπαίτιος. Την άβυσσο σ’ έντυσα και στο χαμό και στην ταπείνωση σ’ έσυρα, ξεγλιστρούσες, μια στιγμή δεν σε κράτησα, μ’ αγαπάς; Ανασαίνοντας φως, συλλαβίζοντας άστρα, γυναίκα σε πόθησα, σε πήρα, σε σμίλεψα, στου βράχου το χι και το όμικρον μέσα σε κλείδωσα. Φώναζες μη, αντιστέκοσουν κι ως το πρωί του κορμιού σου την έχθρα μου χάριζες που τη βάφτιζα έκσταση. Κι εγώ μαινόμενος, εγώ ανίκητος, εγώ σα σκλάβα σε ντρόπιαζα και σε τάφο βαθύ μες στην έρημο απάνω σου γκρέμισα τις πυραμίδες. M’ αγαπάς; Δυστυχισμένε. Που με καμάκι ορθό σα φτερό καρχαρία, γοργόνα σε μέρωσα. Και στου χρόνου τη φτέρνα, Αντιόπη ξανά, σε γονάτισα. Τη ράβδο και τον πέλεκυ επισείοντάς σου και τη βαλλίστρα. Να με γεννάς και να μου δίνεσαι. Με σφιγμένες γροθιές, εγώ, για ποιον σπέρνω, για ποιον θερίζω, για ποιον το αίμα μου στάζω στα μνήματα; Τους εφιάλτες μου θηρεύω, τους βαφτίζω τροφή που αποθέτω στα πόδια σου, μ’ αγαπάς; Ξιπασμένε. Μες στα μάτια σου αυτά τα πελώρια, τι κρατάς φυλαγμένο για την ύστατη ώρα μου; Πάντα εκεί, στου βωμού τη ματωμένη σιγή σε γυρόφερνα. Και την άκρια του φορέματός σου κρατώντας ψηλά, με το χρωστήρα του πόθου μου θεά σε ζωγράφισα. Κι ήρθαν όλα και χάθηκαν σε μια στιγμή, αιώνες σκοτεινοί, αιώνες δισύλλαβοι μες στην πυρά και μες στον όλεθρο, μ’ αγαπάς;
Κράτησα το κορμί της στα χέρια μου
Χέρια σαν είδωλα παλαιικά
κτισμένα σε σωρούς ερειπίων κι αγάλματα
σε γρανίτες ασάλευτους λαξευμένα
Σχήματα αθόρυβα, χέρια
σαν γέφυρες αψιδωτές
πάνω από το «εγώ», πάνω από το «εμείς»,
πότε στο χτες και πότε στο εδώ,
πότε στο αλλού και πότε στο αύριο.
Κράτησα το κορμί της στα χέρια μου
Ανεβαίνοντας οροσειρές
με την κλαγγή των όπλων
Μετρώντας πηγάδια κι αστερισμούς
Δρασκελώντας κορφές και μικρά αντερείσματα
Πάνω στη γυμνή κοιλιά της παρατηρώντας
κρατήρες των ερώτων και μνήματα
Περάσματα μυστικά στην αθανασία
Δάση από γυμνές οξιές και κραυγές
αιωνόβιες
Μες στο γλυκό λαχάνιασμα των στεναγμών της ζυγώνοντας
Πέφτοντας ξανά και ξανά και ξανά
στην ενέδρα της ήβης της.
Κράτησα το κορμί της γυρεύοντας
μια σταγόνα ομορφιάς απ’ το πλατύ σύννεφο της Άνοιξης
Τοξοβόλος του Έρωτα με το σπασμένο μου τόξο
Θύτης και θύμα – θηρευτής και θήραμα
Μέσα στων μαύρων φρυδιών της το δασύ,
στ’ απανωχείλι όπου τρέμει μια υπόσχεση
Κάτι σαν ψίθυρος, σαν στεναγμός
Σαν το φιλί που σκορπά τα υγρά του πέταλα
Ή όπως το πρώτο άγγιγμα που λέει «σ’ αγαπώ» και «σε θέλω» και «σιγά»,
συντηρώντας τον πόθο βασανιστικά,
στο άλλο κορμί διαπιστεύοντας τη γλυκειά εκκρεμότητα
της ηδονής.
Κράτησα το κορμί της και του κορμιού της το σάστισμα
με συντάραξε
Στο μεσουράνημα του Αυγερινού
Τα μικρά στήθη γλυκαίνοντας
με το χάδι της θύελλας
Ναυαγός εγώ, μ’ ένα έλκηθρο στην έρημη χώρα
Μες στην απρόσμενη λαίλαπα των Τροπικών
-τις τρυφερές αρπάγες των μηρών της
Στο ένα πόδι μετέωρος, πεισματικά ζωντανός
Εκλιπαρώντας το έλεος
Με δυνάμεις αστείρευτες, με κινήσεις αργές
Ιππότης πανσέληνος
Μιας έναστρης φάλαγγας διοικητής
Με τη μάσκα της τόλμης πάνω απ’ τη μάσκα του φόβου
Ζεμένος στων οσμών της το άρμα, ασθμαίνοντας
Μυσταγωγός ονείρων, έγχρωμος προφήτης δεινών,
τρελός εγώ
στου αριστερού γλουτού της τη σκακιέρα.
Ύστερα εκείνος έσκυψε πάνω απ’ τη μαρμαρένια σκακιέρα και είπε σοβαρά: «Κάνε την κίνησή σου».
Κι εγώ δεν είχα τίποτα, μόνο έναν ηρωικό βασιλιά που υπνοβατούσε μέσα στο δικό μου το όνειρο ζητώντας διέξοδο και φωνάζοντας: «Δεν είναι δική μου παρτίδα αυτή, δεν είναι δική μου!»
Κι ο άλλος απέναντι, πότε να θεριεύει κραδαίνοντας το δρεπάνι του απειλητικά, πότε να γίνεται τόσος δα σα μωρό, σαϊτεύοντας με το μικρό του το τόξο…
Απ’ το νερό αναδύθηκα, δαίμονας με φολίδες και βράγχια
Κι από τη βίγλα των δέντρων ψηλά παρατηρώντας τα θεριά της στεριάς
Κι απ’ τα θεριά της στεριάς διδασκόμενος,
λούφαζα. Ώσπου έτοιμος,
με το σάλτο του πάνθηρα και την ιαχή του λιονταριού την πελώρια,
θεριό ανάμεσα στα θεριά με τον καινούριο μου θώρακα,
πολεμιστής σιδερόφρακτος προσγειώθηκα πάνω
στη σκακιέρα των πόλεων.