Τους βλέπεις στο δρόμο, στις δημόσιες υπηρεσίες, στα σινεμά. Ακόμα και σε συναυλίες. Έχουν συνήθως έναν δυναμισμό. Δεν τους αρέσει να περνούν απαρατήρητοι. Δεν τους αρέσει να τους παραμερίζουν, να τους αποκλείουν. Όλ’ αυτά τα χρόνια διδάσκεις τα παιδιά τους. Μαθαίνεις πολλά για έναν άνθρωπο απ’ τα παιδιά του.
Κάθε γενιά κουβαλά τα χαρακτηριστικά που τη διαμόρφωσαν, τις προσδοκίες και τις διαψεύσεις της. Τις ενοχές της. Η δικιά μου κουβαλά την αφασία. Τον ανταγωνισμό. Την αποκάρδιωση: έτσι είναι τα πράγματα, δεν αλλάζουν. Η γενιά που δεν έλπισε ποτέ της σε επανάσταση, σε ανατροπές, σε δικαιοσύνη. Μα δεν μιλώ για τη δική μου γενιά.
Μιλώ για κείνην που της έλαχε η ευκαιρία και που, στην ηλικία επάνω της αμφισβήτησης και της αντίδρασης -τότε που ονειρεύεσαι να γκρεμίσεις τα τείχη των προηγούμενων (για να χτίσεις στη θέση τους τα δικά σου, αυτό όμως το καταλαβαίνεις αργότερα)- είχε βαρβάρους ορατούς να πολεμήσει. Τη γενιά που μεγάλωνε με το ροκ και με του ‘68 τον απόηχο. Που ένα σημαντικό μέρος της επέλεξε να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων. Ένα άλλο όχι.
Μιλώ για κείνους που χρεώθηκαν το μύθο. Για κείνους που αποτέλεσαν μέρος του και εξαργύρωσαν το μερίδιο που τους αναλογούσε. Για τους άλλους, που εξαργύρωσαν στάχτη. Και για τους τρίτους, μάλλον τους περισσότερους, που παρακολούθησαν τον αγώνα απ’ τις εξέδρες μα δεν τόλμησαν να κατεβούν στην αρένα ή ακόμα (και ήταν πολλοί!) καταδίκασαν και ελεεινολόγησαν εξαρχής την προσπάθεια του ξεσηκωμού. Όλοι χρεώθηκαν τα επινίκεια. Και, αναγκαστικά, την ευθύνη -το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης- για αλλαγή.
Κι η ώρα της αλλαγής ήρθε και προσπέρασε, όπως η νιότη. Αφήνοντας πίσω της το άρωμα μιας εποχής και κάποια ονόματα… Αυτό μόνο; Ποτέ δεν είναι μόνο αυτό. Βλέποντας τα παιδιά το καταλαβαίνεις. Καταλαβαίνεις πολλά για μια κοινωνία απ’ τα παιδιά της.
Η γενιά του πολυτεχνείου έφτασε στην κρίσιμη καμπή. Η γενιά του ροκ, του ρεμπέτικου, της ταβέρνας, η γενιά του αντιαμερικανισμού, και του “έξω από το ΝΑΤΟ” δίνει τη σκυτάλη. Τα παιδιά της μεγάλωσαν. Τα παιδιά που (πολλά εξ αυτών) έμαθαν το ηρωικό παραμύθι από πρώτο χέρι, τα παιδιά που απομυθοποίησαν τους ήρωες επίσης από πρώτο χέρι, τα παιδιά που διδάχτηκαν να μην είναι αμερικανάκια και που κάποια από αυτά πράγματι δεν έγιναν τέτοια, ήδη ψηφίζουν. Τη θέση τους στα θρανία παίρνουν τα παιδιά μιας άλλης γενιάς, της γενιάς που έχει τώρα τη σκυτάλη.
Της γενιάς της αφασίας, του ανταγωνισμού και της αποκάρδιωσης. Της γενιάς της ντίσκο, του σκυλάδικου και της έντεχνης λαϊκο-πόπ. Της γενιάς που δεν γνώρισε ούτε έλπισε επανάσταση. Και που αντιμετωπίζει κάθε τι ανατρεπτικό με συμπλεγματική αποστροφή ή βιτριολική συγκατάβαση…


