Ο Νίκος Μάριος Κανούλας γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1939 στην Αθήνα, τελευταίο σταθμό της προσφυγικής περιπέτειας των μικρασιατικής καταγωγής γονιών του. Ο πατέρας του, Κωνσταντίνος Κανούλας, γνωστός μουσικός για ένα διάστημα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, δούλευε σε νυχτερινά κέντρα, ενώ συνέθεσε και κάποια από τα λιγότερο γνωστά ρεμπέτικα της εποχής.
Ανήσυχη και καλλιτεχνική φύση, άφησε πίσω του ένα αρχείο από ανέκδοτες εργασίες: σενάρια για τον κινηματογράφο, μία (την πρώτη; ) μετάφραση του Περιμένοντας το Γκοντό και στίχους, ορισμένους εκ των οποίων παραθέτω. Κυνηγώντας το όνειρό του βρέθηκε στην Ιρλανδία και αργότερα στην (τότε) Ροδεσία της Αφρικής όπου, σύμφωνα με τις ενδείξεις, έβαλε τέλος στη ζωή του το Σεπτέμβριο του 1969.
το παλιό ρολόι
-Ποιος με γύρισ’ απ’ ύπνο βαθύ;
ποιος χτυπά τέτοιαν ώρα τη θύρα;
ποιος γυρεύει ν’ ανοίξω να μπει;
-Ήρθα εγώ που καλούσες καιρό-
η αγάπη που σου ‘ταξ’ η μοίρα
άνοιξέ μου καλή μου να μπω
-Είναι νύχτα βαθιά σκοτεινή
και η μάνα μου μ’ άφησε μόνη
μην ανοίξω πριν έρθ’ η αυγή
-Μα παγώνω, καλή, έξω εδώ
και ψηλώνει, με θάβει το χιόνι…
στο Θεό! άνοιξέ μου να μπω…
-Πιο νωρίς δεν μπορούσες να ‘ρθής;
Μα ‘λα δω στο μικρό πανεθύρι
κι απ’ τις γρίλλιες πες τ’ έχεις να πεις
-Το ρολόι ‘ταν τόσο παλιό
που στις ώρες λαθέψαν οι γύροι
και πεθαίνω, καλή, πριν σε δω…
Στη Σμύρνη και στο Καρατάς
Λύνετ’ η μάνα μου και κλαίει
για τους δικούς της όταν λέει
και τα παιδιά της γειτονιάς
στο σπίτι της στο Καρατάς
Ειν’ η γεννιά της σκορπισμένη
ειν’ η πατρίδα της χαμένη
κι έρχονται ίσκιοι της χαράς
απ’ τη ζωή στο Καρατάς
Πόθος της πια της μένει μόνος
(μα είναι όνειρο ή πόνος; )
και κρυφοελπίζει όλο σε μας
να ξαναδεί το Καρατάς
Πλην, θάν’ το σπίτι γκρεμισμένο
θα ‘ναι το κλήμα του κομμένο
ξένη αφιλόξενη για μας
η γειτονιά στο Καρατάς
Μάρθε προχτές στο σπίτι φίλη
και κράταγε τσαμπί σταφύλι,
δυο ρόγες της κληματαριάς
του πατρικού στο Καρατάς.
ο φωνόγραφος
Χτες π’ ανταμώσαμε ξανά, γιορτή Πρωτοχρονιάς,
κατά πως έχουμε παλιάν υπόσχεση δοσμένη,
τους ρόλους κάποιος άλλαξε στη μέση της βραδιάς,
ίσκιοι μεθύσανε κρασί, σβήσαν οι καλεσμένοι.
Κιόλας το δέντρο της ζωής έχει γερά σειστεί
και λείπαν χτες απ’ τη γιορτή εκείνοι πού ‘χουν γείρει,
τόσοι π’ αφού σ’ ονόματα γραφήκανε σταυροί,
γέμωσ’ η κόλλα το χαρτί σειρές σαν κοιμητήρι.
Μ’ όπως επίσημη κι αργή καμπανιστή φωνή,
στην κόλλα μέσα το χαρτί διάβαζε προσκλητήρι,
αυτοί που λείπαν φτάσανε, καθήσαν γελαστοί,
μπρος τ’ άσπρο πιάτο, το κερί, το ξέχειλο ποτήρι.
Κι ενώ σαν μπάλα αναπηδά μπρος το ποτήρι, φανερό,
του ‘νος κατά το ριζικό, τ’ άλλου πικρή η τύχη,
αυτών ηχεί το γέλιο τους ακόμη βροντερό…
π’ ένας το βλέμμα απογυρνά κι άλλος μας σιγοβήχει.
Πώς ανταμώναμε πιστά γιορτή Πρωτοχρονιάς!
Εξ’ απ’ την πόρτα ο βοριάς, εξ’ απ΄το τζάμι κρύο,
κοκκινισμένα πρόσωπα στην άψα της φωτιάς,
ένας φωνόγραφος, πιοτά, τραγούδι, κάποιο αστείο.
Στου φωνογράφου τωρ’ αυτού το παρδαλό χωνί,
κάποια κεφάτη μουσική σβήνει το λίγο κέφι-
μια τρυφερή νοστάλγηση, κείν’ η βραχνή φωνή,
κόμπο τον κόμπο δυο λυγμοί και μια μορφή που γνέφει.
Χτες π’ ανταμώσαμε ξανά, γιορτή Πρωτοχρονιάς,
κατά πως έχουμε παλιάν υπόσχεση δοσμένη,
τους ρόλους κάποιος άλλαξε στη μέση της βραδιάς,
ίσκιοι μεθύσανε κρασί, σβήσαν οι καλεσμένοι.
Νίκος Κανούλας
